Οι έντονες βροχοπτώσεις των πρώτων ημερών του Οκτωβρίου προκάλεσαν πλημμυρικά προβλήματα σε αρκετές περιοχές της Κρήτης. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις Μαλάδων-Φοινικιάς/Γιόφυρου, Κάτω Γουβών και Ανατολικής Ιεράπετρας, οι οποίες παρουσιάζουν πολύ διαφορετικά μορφομετρικά και χωρικά χαρακτηριστικά και, κατά συνέπεια, διαφορετικό τρόπο απόκρισης σε ένα έντονο επεισόδιο.
Στην περιοχή Μαλάδες-Φοινικιά, η λεκάνη απορροής που συνδέεται με τον Γιόφυρο έχει έκταση περίπου 179 km². Πρόκειται για λεκάνη με οργανωμένο δίκτυο ρεμάτων, το οποίο συγκεντρώνει τις απορροές προς τον κύριο ποταμό και στη συνέχεια προς τις χαμηλότερες περιοχές. Τα υψόμετρα κυμαίνονται περίπου από 1 έως 913 m, η μέση κλίση εκτιμάται περίπου στις 12°, ενώ η πυκνότητα του υδρογραφικού δικτύου είναι περίπου 1,7 km ρεμάτων ανά km² λεκάνης.
Στις διαθέσιμες καταγραφές της Π.Ε. Ηρακλείου, οι βροχοπτώσεις κατά το πρόσφατο επεισόδιο έφτασαν τοπικά έως περίπου 194 mm. Σε μια λεκάνη όπως αυτή του Γιόφυρου, το οργανωμένο δίκτυο ρεμάτων μπορεί να οδηγήσει σε γρήγορη συγκέντρωση της απορροής προς την κύρια κοίτη και τις χαμηλότερες ζώνες.
Στις Κάτω Γούβες, αντίθετα, πρόκειται για μια πολύ μικρότερη παράκτια λεκάνη, περίπου 5,9 km², με υψομετρικό εύρος από 0 έως 333 m. Η μικρή απόσταση από τις ανάντη περιοχές έως την ακτή σημαίνει ότι, όταν σημειωθεί έντονη βροχόπτωση, το νερό μπορεί να φτάσει γρήγορα στην παραλιακή ζώνη. Εκεί, η μεγάλη συγκέντρωση κτηρίων, δρόμων, τουριστικών εγκαταστάσεων και άλλων υποδομών αυξάνει κυρίως την έκθεση και επομένως τις πιθανές επιπτώσεις ενός επεισοδίου.
Μια τρίτη, διαφορετική περίπτωση παρουσιάζει η Ανατολική Ιεράπετρα, στην περιοχή Φέρμα-Κουτσουράς-Μακρύ Γιαλός. Εκεί συναντάμε ένα σύμπλεγμα μικρών και πολύ απότομων παράκτιων λεκανών, συνολικής έκτασης περίπου 83 km², οι οποίες κατεβαίνουν σε μικρή απόσταση από τις ορεινές περιοχές προς την ακτή. Τα υψόμετρα φτάνουν έως περίπου 1.435 m, η μέση κλίση εκτιμάται περίπου στις 18° και το υδρογραφικό δίκτυο είναι ιδιαίτερα πυκνό, περίπου 2,7 km ρεμάτων ανά km².
Κατά το πρόσφατο επεισόδιο καταγράφηκαν στην περιοχή 108 mm βροχής μέσα σε μία ημέρα. Ο συνδυασμός της πολύ έντονης βροχόπτωσης με τις μικρές και απότομες λεκάνες, το πυκνό δίκτυο ρεμάτων και τα ρηχά εδάφη μπορεί να ευνοήσουν πολύ γρήγορη χειμαρρική ροή και μεταφορά λάσπης, λίθων και άλλων φερτών υλικών.
Οι τρεις αυτές περιπτώσεις δείχνουν ότι το πλημμυρικό πρόβλημα δεν έχει παντού τον ίδιο μηχανισμό. Στον Γιόφυρο κυριαρχεί η συγκέντρωση της απορροής μιας μεγαλύτερης λεκάνης προς τον κύριο ποταμό και τις χαμηλότερες περιοχές. Στις Κάτω Γούβες καθοριστικοί παράγοντες είναι η πολύ μικρή παράκτια λεκάνη, η σύντομη διαδρομή του νερού προς την ακτή και η αυξημένη οικιστική και τουριστική έκθεση. Στην Ανατολική Ιεράπετρα, αντίθετα, οι μικρές και πολύ απότομες λεκάνες, σε συνδυασμό με την πολύ έντονη βροχόπτωση, ευνοούν μια εξαιρετικά γρήγορη χειμαρρική απόκριση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι τα πρόσφατα πλημμυρικά προβλήματα εκδηλώθηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία η Π.Ε. Ηρακλείου εξακολουθεί συνολικά να παρουσιάζει σημαντικό βροχομετρικό έλλειμμα. Έως τις 5 Οκτωβρίου 2026, το συνολικό ύψος βροχής εκτιμάται περίπου στα 546 mm, έναντι μέσης ετήσιας τιμής περίπου 584 mm για την πρόσφατη δεκαετή περίοδο αναφοράς 2011-2020. Δηλαδή, το 2026 παραμένει ακόμη περίπου 38 mm χαμηλότερα από μια μέση ετήσια τιμή και, με βάση αυτή την προσέγγιση, δεν έχει αρχίσει ακόμη να καλύπτει το συσσωρευμένο έλλειμμα της περιόδου 2023-2025.
Αυτό δεν αποτελεί αντίφαση. Η ξηρασία και η πλημμύρα αφορούν διαφορετικές χρονικές και χωρικές κλίμακες. Μια περιοχή μπορεί να έχει έλλειμμα που έχει συσσωρευτεί επί σειρά ετών και ταυτόχρονα να δεχθεί σε λίγες ώρες ή ημέρες τόσο έντονη και χωρικά συγκεντρωμένη βροχή ώστε να προκληθούν πλημμυρικά φαινόμενα.
Η μεγάλη χωρική ανομοιομορφία των βροχοπτώσεων είναι επίσης καθοριστική. Στην Π.Ε. Ηρακλείου, οι διαθέσιμες καταγραφές των πρώτων ημερών του Οκτωβρίου κυμάνθηκαν περίπου από 22 έως 194 mm, γεγονός που δείχνει ότι ένας μόνο περιφερειακός μέσος όρος δεν μπορεί να περιγράψει επαρκώς την ένταση ενός τοπικά ακραίου επεισοδίου.
Η πρόληψη, επομένως, πρέπει να προσαρμόζεται στα χαρακτηριστικά κάθε λεκάνης. Απαιτείται συστηματικός έλεγχος ρεμάτων, γεφυρών, οχετών και κρίσιμων διατομών, προστασία των φυσικών διαδρομών απορροής και, όπου είναι κατάλληλο, παρεμβάσεις συγκράτησης νερού και εδάφους ανάντη. Εξίσου σημαντικός είναι ο χωροταξικός σχεδιασμός, ώστε να περιορίζεται η έκθεση νέων υποδομών σε ευάλωτες θέσεις, καθώς και η ενίσχυση της τηλεμετρικής παρακολούθησης, της έγκαιρης προειδοποίησης και των τοπικών σχεδίων ετοιμότητας.
Οι περιπτώσεις του Γιόφυρου, των Κάτω Γουβών και της Ανατολικής Ιεράπετρας δείχνουν τελικά ότι για την κατανόηση και τη διαχείριση των πλημμυρών δεν αρκεί μόνο να γνωρίζουμε «πόσο έβρεξε». Χρειάζεται να εξετάζουμε ταυτόχρονα πού έβρεξε, με ποια ένταση, σε τι είδους λεκάνη, πόσο γρήγορα συγκεντρώνεται το νερό και ποια είναι η έκθεση των χαμηλότερων περιοχών.
*Ο δρ. Νεκτάριος Κουργιαλάς είναι κύριος ερευνητής, ΕΛΓΟ–ΔΗΜΗΤΡΑ, Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου, υπεύθυνος Εργαστηρίου Υδατικών Πόρων-Αρδεύσεων και Περιβαλλοντικής Γεωπληροφορικής