Πριν λίγες μέρες πληροφορηθήκαμε και για αυτά τα αποτελέσματα. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις τελευταίες εξετάσεις PISA (Programme for International Student Assessment). Πρόκειται με απλά λόγια για ένα Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών, μια διεθνή εκπαιδευτική έρευνα που διοργανώνεται ανά τριετία από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, γνωστότερο ως ΟΟΣΑ.

Ο ουσιώδης και απώτερος σκοπός αυτής της διαδικασίας δεν είναι να αξιολογήσει την αποστήθιση σχολικής ύλης, αλλά να καταγράψει κατά πόσο οι δεκαπεντάχρονοι εξεταζόμενοι μαθητές διαθέτουν το σύνολο όλων των απαραίτητων γνώσεων και κριτικών δεξιοτήτων ώστε να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις της σύγχρονης κοινωνίας.

Στον κύκλο του PISA 2025, το βασικό πεδίο ενδιαφέροντος ήταν οι Φυσικές Επιστήμες, ενώ, παράλληλα, εξετάστηκαν τα Μαθηματικά και η κατανόηση κειμένου με την ανάγνωση. Συνολικά, συμμετείχαν 765.000 μαθητές από 91 χώρες, ανάμεσα στους οποίους και 6.858 μαθητές από την Ελλάδα.

Τα βασικά χαρακτηριστικά των γενόμενων εξετάσεων και τα πρόσφατα αποτελέσματα για την Ελλάδα, λοιπόν, που ανακοινώθηκαν λίγες μέρες πριν, δεν είναι καθόλου κολακευτικά για τη χώρα μας. Η παρουσίασή τους έγινε από το Υπουργείο Παιδείας, με τα στοιχεία να δείχνουν ότι η Ελλάδα παραμένει κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ και στα τρία προαναφερθέντα αντικείμενα.

Οι μισοί σχεδόν μαθητές μας δυσκολεύονται να κατανοήσουν το νόημα ενός απλού κειμένου ή να εκτελέσουν βασικές μαθηματικές πράξεις. Συνεχίζοντας με τις Φυσικές Επιστήμες, μαθαίνουμε τα ίδια και χειρότερα. Πολύ κάτω από τον μέσο όρο των άλλων μαθητών στον ΟΟΣΑ. Στην περίπτωση δε των Μαθηματικών, καταγράφηκε νέα πτώση στις επιδόσεις σε σύγκριση με την προηγούμενη έρευνα του 2022.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα παραμένει αρκετές μονάδες κάτω από τον μέσο όρο σε όλα τα βασικά πεδία. Τα αποτελέσματα αυτά, λογικά, θε έπρεπε να λαμβάνονται υπ’ όψιν και να χρησιμοποιούνται από το Υπουργείο για τον σχεδιασμό μεταρρυθμίσεων στα σχολικά προγράμματα σπουδών.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, εύρημα της παραπάνω διεθνούς αξιολόγησης ήταν ο αναλφαβητισμός των νέων μας που πλησίαζε σε δραματικά επίπεδα. Πρακτικά, σχεδόν ένας στους δύο δεκαπεντάχρονους στην Ελλάδα δεν μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στις βασικές απαιτήσεις της καθημερινότητας σε ό,τι αφορά εκτός από την αριθμητική και στη στοιχειώδη κατανόηση ενός γραπτού κειμένου.

Η Ελλάδα από την ήδη χαμηλή βάση και τα σχετικά στοιχεία του 2022, αντί να ανακτήσει μέρος των απωλειών, υποχωρεί περαιτέρω και στα τρία πεδία. Υστέρηση, τουτέστιν, πάνω στην υστέρηση. Μικρό ενθαρρυντικό εύρημα είναι ότι τα κορίτσια στην Ελλάδα έχουν κάπως καλύτερες επιδόσεις από τα αγόρια. Όπως είναι ευνόητο, τα επώδυνα ευρήματα έφτασαν και στο αρμόδιο Υπουργείο, το οποίο με τις δηλώσεις του προσπάθησε, κατά τα ειωθότα, να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Ωστόσο, κάποιες λεπτομέρειες δεν προοιωνίζουν κάτι ελπιδοφόρο για τη χώρα μας, εύρημα που για τους περισσότερο υποψιασμένους ήταν, εν πολλοίς, αναμενόμενο. Και εισέρχομαι ευθέως στο κρίσιμο κέντρο της συζήτησης. Πόσο κατάλληλοι, ικανοί και εκπαιδευμένοι είναι όλοι οι δάσκαλοι και καθηγητές που διδάσκουν τα παιδιά μας στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα; Προβλέψιμο και προσδοκώμενο το προαναφερθέν αποτέλεσμα, δυστυχώς!

Και εξηγούμαι πάραυτα γιατί! Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού είναι δύσκολο και εξαιρετικά απαιτητικό. Απαιτεί πολυποίκιλες γνώσεις, καλλιέργεια, εγγενή ικανότητα και τάση για μετάδοση και μεταλαμπάδευση γνώσεων σε μικρότερες ηλικίες, κατάλληλη παιδεία και βαθιά αφοσίωση στο λειτούργημά τους.

Και έτσι οφείλει να γίνεται η επιλογή τους. Αλλά, φυσικά, το αρμόδιο Υπουργείο έχει άλλα σοβαρότερα θέματα να ασχοληθεί, στα οποία περιλαμβάνονται και τα καινούργια σχολικά εγχειρίδια με ό,τι εξευτελιστικό περιεχόμενο γύρω από την αποκαλούμενη woke ατζέντα έχουν τοποθετήσει εκεί μέσα, έτσι ώστε να γίνει πράξη όλο αυτό, όπως και η περίφημη πολυ-πολιτισμικότητα που τόσο απεγνωσμένα επιθυμούσε ο πρωθυπουργός μας σε δημόσιες δηλώσεις του κάποια χρόνια πριν, ασχέτως αν αργότερα προσάρμοσε τεχνηέντως τα λεγόμενά του ώστε να βαίνουν παράλληλα με εκείνα του εκλεγέντος Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος ήρθε εμφανώς απέναντι και σε όλη αυτή την εξωφρενική κατρακύλα!

Ας έρθουμε όμως στην απίστευτα σκληρή πραγματικότητα των τελευταίων δεκαετιών. Οι περισσότεροι δάσκαλοι και καθηγητές που αποφοιτούν από τις πανεπιστημιακές τους σχολές είχαν εισέλθει σε αυτές με βαθμολογία κάτω της βάσης, όσο περίεργο και εξωφρενικό κι αν ακούγεται αυτό, και αποφοίτησαν από αυτές με κάπως ανάλογη βαθμολογία!

Συνεπώς, τι περισσότερο και καλύτερο θα μπορούσε να αναμένει ο απλός πολίτης της δύσμοιρης χώρας από το παρόν εκπαιδευτικό μας σύστημα, όταν, ακόμα και μετά απ’ όλα αυτά, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές αρνούνται να υποστούν στοιχειώδη αξιολόγηση, η οποία, για να είμαστε ειλικρινείς, ίσως πρόσφερε κάτι, έστω ελάχιστο, στην όλη αποδοτικότητά τους; Αλλά ας μην είμαστε αφελείς!

Τα αποτελέσματα της PISA δεν πρόκειται να απασχολήσουν και να σοκάρουν ούτε τα Υπουργεία μας ούτε, δυστυχώς, και τους πολίτες! Κι έτσι θα συνεχιστεί ανεμπόδιστα στην ανεκτική μας κοινωνία η βασιλεία της αγραμματοσύνης, της αμάθειας και του αναλφαβητισμού σε κάθε πτυχή της κοινωνικής και οικονομικής καθημερινότητας.

Το χαμηλό επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων που απαντάται στη νεολαία, όπως διαπιστώθηκε, βολεύει φαίνεται πολλούς σε τούτη την κοινωνία. Αλλά ουδόλως υπαινίσσεται κάτι το καλό για μέλλον ετούτου του τόπου. Όσοι έχουν τελικά γνώσεις και ικανότητες «γυρίζουν την πλάτη» σε όλα αυτά και ξενιτεύονται.

Πολλοί δάσκαλοι και καθηγητές μας, αυτοί έστω στους οποίους αναφερθήκαμε παραπάνω, σε πολλά μέρη της επικράτειας, ζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε αυτοσχέδιες σκηνές, υπνόσακους και καλύβες, περιμένοντας κάποιον ευαίσθητο παράγοντα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να τους βοηθήσει, αφού οι μισθοί τους μόλις και μετά βίας επαρκούν για τα καταλύματά τους.

Κλείνοντας, ήθελα να τονίσω κάτι εξέχουσας σημασίας για εμένα, προσωπικά. Οι καλύτεροι και οι άριστοι μαθητές έπρεπε να οδηγούνται, με κάθε τρόπο, στην εκπαιδευτική διαδικασία και όχι στο χώρο της Υγείας, όπως παρατηρείται εδώ και πάμπολλες δεκαετίες. Είναι πιο απαραίτητοι εκεί!

Κι αυτό αποτελεί την απόλυτη και αταλάντευτη πεποίθησή μου ακόμα και μετά από τη σαράντα τριών ετών ενασχόλησή μου στον νοσοκομειακό χώρο της πατρίδας μας. Όσον αφορά το Υπουργείο, τον τελευταίο καιρό έχει να ασχοληθεί με σοβαρότερα ζητήματα.

Τη διαιώνιση, συγκεκριμένα, με κάθε τρόπο όλων των παραπάνω διαδικασιών και κάποιων άλλων για τα οποία έχουμε κατ’ επανάληψη αναφερθεί από τις σελίδες ετούτης της πάντα φιλόξενης εφημερίδας.

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας