Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή υπόσχεση του τεχνολογικού μέλλοντος. Έχει ήδη εγκατασταθεί στην καθημερινότητά μας, στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην ενημέρωση, στην οικονομία, στην ιατρική, στην επικοινωνία. Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αλλάξει την κοινωνία. Την αλλάζει ήδη. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν η παρουσία της επιβάλλει μια αναθεώρηση της ίδιας της κοινωνικής δομής και, ακόμη περισσότερο, της σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του.
Γιατί κάθε τεχνολογική επανάσταση δεν μεταβάλλει μόνο τα μέσα με τα οποία ζούμε. Μεταβάλλει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Η Τεχνητή Νοημοσύνη εισάγει για πρώτη φορά στην ιστορία έναν ιδιαίτερο «άλλον»: μια μη ανθρώπινη οντότητα που μπορεί να συνομιλεί, να παράγει λόγο, να αναλύει, να προτείνει, να συνθέτει, να προβλέπει και να συμμετέχει σε διαδικασίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε αποκλειστικά ανθρώπινες. Δεν έχει ανθρώπινη συνείδηση με την έννοια που γνωρίζουμε, αλλά μπορεί να παράγει αποτελέσματα τα οποία μοιάζουν με προϊόντα ανθρώπινης σκέψης.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το κοινωνικό και ψυχαναλυτικό πρόβλημα.
Ο άνθρωπος δεν φοβάται μόνο μήπως χάσει τη δουλειά του από μια μηχανή. Βαθύτερα, φοβάται μήπως χάσει την αποκλειστικότητα της αξίας του. Για αιώνες η ανθρώπινη ταυτότητα στηρίχθηκε στην ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι το υποκείμενο που σκέπτεται, δημιουργεί, θυμάται, ερμηνεύει και αποφασίζει. Η Τεχνητή Νοημοσύνη εισέρχεται ακριβώς σε αυτόν τον χώρο. Και έτσι δημιουργεί μια πρωτόγνωρη υπαρξιακή αμφιβολία: εάν μια μηχανή μπορεί να γράψει, να ζωγραφίσει, να μεταφράσει, να αναλύσει δεδομένα, να δημιουργήσει μουσική ή να προτείνει λύσεις, ποιο είναι πλέον το ιδιαίτερο γνώρισμα που καθιστά τον άνθρωπο μοναδικό;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς τεχνολογική. Είναι ψυχαναλυτική.
Ο Φρόυντ μάς δίδαξε ότι ο άνθρωπος δεν είναι πλήρως κύριος του εαυτού του. Το ασυνείδητο, οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι απωθήσεις και οι εσωτερικές συγκρούσεις διαμορφώνουν τη συμπεριφορά του πολύ περισσότερο απ’ όσο ο ίδιος αντιλαμβάνεται. Η Τεχνητή Νοημοσύνη έρχεται να προσθέσει ένα νέο επίπεδο σε αυτή την ανθρώπινη αβεβαιότητα: έναν εξωτερικό «καθρέφτη» που μπορεί να επιστρέφει στον άνθρωπο λόγο, πληροφορία και πιθανές απαντήσεις σχεδόν ακαριαία.
Ο άνθρωπος, επομένως, δεν συνομιλεί απλώς με μια μηχανή. Συχνά συνομιλεί με μια εκδοχή του ίδιου του εαυτού του. Της δίνει τις σκέψεις του, τις απορίες του, τις ανασφάλειές του, τα σχέδιά του. Ζητά επιβεβαίωση, διόρθωση, ερμηνεία. Και όσο περισσότερο εξοικειώνεται με αυτή τη σχέση, τόσο περισσότερο η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να λειτουργεί ως ένας νέος συμβολικός «Άλλος».
Ο άνθρωπος αποκτά την ταυτότητά του μέσα στη γλώσσα και μέσα στη σχέση του με τους άλλους. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ένας μη ανθρώπινος συνομιλητής εισέρχεται στη γλώσσα και γίνεται καθημερινός συνομιλητής εκατομμυρίων ανθρώπων;
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη κοινωνική αλλαγή. Δεν αλλάζει μόνο η παραγωγή. Αλλάζει η σχέση μας με την αυθεντία.
Για αιώνες αναζητούσαμε την απάντηση στον δάσκαλο, στον επιστήμονα, στον γιατρό, στον ιερέα, στον δημοσιογράφο, στον ειδικό. Η γνώση είχε κοινωνικούς φορείς και θεσμούς. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει μια απάντηση χωρίς να απαιτεί από τον άνθρωπο να γνωρίζει από πού προέρχεται, ποιος την παρήγαγε ή ποια συμφέροντα μπορεί να κρύβονται πίσω από αυτήν. Αυτό δημιουργεί έναν νέο κίνδυνο: την ψευδαίσθηση της απόλυτης γνώσης.
Η κοινωνία κινδυνεύει να μετακινηθεί από το «γνωρίζω» στο «μου απαντήθηκε». Και αυτή η διαφορά είναι τεράστια.
Η γνώση απαιτεί κρίση, αμφισβήτηση, σύγκριση, εμπειρία και ευθύνη. Η απάντηση μπορεί απλώς να καταναλωθεί. Γι’ αυτό η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν απαιτεί μόνο νέα νομοθεσία ή νέα εκπαιδευτικά προγράμματα. Απαιτεί επαναπροσδιορισμό της κοινωνικής παιδείας. Το σχολείο του μέλλοντος δεν μπορεί να περιορίζεται στο να διδάσκει στα παιδιά πώς να χρησιμοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη. Πρέπει να τα διδάσκει πότε να μην την εμπιστεύονται.
Ο εκπαιδευτικός δεν χάνει κατ’ ανάγκην τον ρόλο του. Ο ρόλος του αλλάζει. Από αποκλειστικός μεταδότης γνώσης μετατρέπεται ολοένα περισσότερο σε διαμεσολαβητή της γνώσης, σε καλλιεργητή κρίσης, ερμηνείας και ανθρώπινης σχέσης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην εργασία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα καταργήσει ορισμένες εργασίες, θα μετασχηματίσει άλλες και θα δημιουργήσει νέες. Το κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα όμως δεν είναι μόνο πόσες θέσεις εργασίας θα χαθούν. Είναι ποιος θα καρπωθεί την παραγωγικότητα που δημιουργεί η νέα τεχνολογία. Εάν η Τεχνητή Νοημοσύνη αυξήσει θεαματικά την παραγωγικότητα αλλά τα οφέλη συγκεντρωθούν σε μια μικρή οικονομική ελίτ, τότε η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να εντείνει την κοινωνική ανισότητα. Εάν, αντίθετα, η νέα παραγωγικότητα μεταφραστεί σε μικρότερο χρόνο εργασίας, καλύτερη παιδεία, κοινωνική προστασία και περισσότερη ελευθερία, τότε η ίδια τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει εργαλείο κοινωνικής απελευθέρωσης.
Άρα το πρόβλημα δεν είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη καθαυτή. Το πρόβλημα είναι η κοινωνία που θα αποφασίσει πώς θα τη χρησιμοποιήσει.
Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη βαθύτερο ψυχαναλυτικό ζήτημα: η ανθρώπινη επιθυμία για έλεγχο. Ο άνθρωπος κατασκεύασε τις μηχανές για να ελέγχει περισσότερο το περιβάλλον του. Όμως, κάθε τεχνολογικό εργαλείο που αποκτά μεγάλη αυτονομία επιστρέφει το ερώτημα στον ίδιο τον δημιουργό του: ποιος ελέγχει ποιον;
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να γίνει εργαλείο ενδυνάμωσης ή εργαλείο εξάρτησης. Η διαφορά βρίσκεται στην ανθρώπινη αυτονομία. Εάν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί την Τεχνητή Νοημοσύνη για να διευρύνει τη σκέψη του, παραμένει υποκείμενο. Εάν παραδίδει σε αυτήν την κρίση του, τη μνήμη του, τη δημιουργικότητά του και τελικά την ευθύνη των αποφάσεών του, κινδυνεύει να μετατραπεί σε παθητικό χρήστη μιας πραγματικότητας που άλλοι σχεδιάζουν.
Η μεγαλύτερη πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι να δημιουργήσουμε μηχανές που σκέπτονται περισσότερο σαν άνθρωποι. Είναι να διατηρήσουμε ανθρώπους που εξακολουθούν να σκέπτονται. Η κοινωνική δομή του μέλλοντος θα χρειαστεί πιθανότατα να επαναπροσδιορίσει έννοιες όπως εργασία, εκπαίδευση, ιδιοκτησία, δημιουργικότητα, αυθεντία, ιδιωτικότητα και κοινωνική ευθύνη. Αλλά θα χρειαστεί να επαναπροσδιορίσει και κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες: την αξία του ανθρώπου.
Ίσως, τελικά, η Τεχνητή Νοημοσύνη να μας υποχρεώνει να εγκαταλείψουμε έναν παλιό ορισμό της ανθρώπινης αξίας. Ο άνθρωπος δεν θα είναι σημαντικός επειδή είναι το μοναδικό ον που μπορεί να παράγει πληροφορία. Θα είναι σημαντικός επειδή μπορεί να δίνει νόημα στην πληροφορία. Δεν θα είναι μοναδικός επειδή μπορεί να παράγει κείμενα ή εικόνες. Θα είναι μοναδικός επειδή μπορεί να βιώνει την απώλεια, την αγάπη, την ενοχή, την ευθύνη, την αλληλεγγύη, την αμφιβολία και την ανάγκη για νόημα. Η κοινωνία της Τεχνητής Νοημοσύνης, επομένως, δεν χρειάζεται λιγότερο άνθρωπο. Χρειάζεται περισσότερο άνθρωπο.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγάλη παράδοξη κληρονομιά της νέας τεχνολογικής εποχής: όσο περισσότερο οι μηχανές αποκτούν ικανότητες που μέχρι χθες θεωρούσαμε αποκλειστικά ανθρώπινες, τόσο περισσότερο ο άνθρωπος θα αναγκάζεται να αναζητήσει εκείνα που δεν μπορούν να μετρηθούν εύκολα με αλγόριθμους.
Τη συνείδηση. Την ευθύνη. Την ενσυναίσθηση. Τη σχέση. Και πάνω απ’ όλα, την ελευθερία να λέει «όχι»! Γιατί το πραγματικό διακύβευμα της εποχής της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι εάν η μηχανή θα γίνει πιο ανθρώπινη. Είναι εάν ο άνθρωπος, μέσα σε έναν κόσμο ολοένα πιο μηχανοποιημένο, θα κατορθώσει να παραμείνει ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
*Η Εύα Καπελλάκη-Κοντού είναι εκπαιδευτικός, αρθρογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός