Οι περισσότεροι αρχαίοι ελληνικοί πολιτισμοί, με πρώτους διδάξαντες τους Μινωίτες, ζούσαν σε ξηρές περιοχές σε αρμονία με το περιβάλλον και με βαθιά γνώση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Πιθανόν για λόγους προστασίας, ασφάλειας και υγιεινής επέλεγαν ξηρές περιοχές, σε αντίθεση με άλλους, όπως οι Αιγύπτιοι, οι Μεσοποτάμιοι, οι Ινδοί και οι Κινέζοι, που αναπτύχθηκαν σε υγρές περιοχές, όπως παράκτιες ποταμών, λιμνών ή άλλες.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Φαιστός σε υψόμετρο περίπου 100 m στη δυτική Μεσσαρά, την πιο εύφορη έκταση πεδιάδα 400.000 στρ. της Κρήτης, η Κνωσός και τα Γουρνιά, ο Πύργος Μύρτου, η Φούρνου Κορυφή και το Χαμέζι στον νομό Λασιθίου.
Από εκείνη την εποχή αναπτύχθηκε η γνώση της αξιοποίησης και ορθής διαχείρισης των υδατικών πόρων, με έμφαση στην ανάπτυξη και χρήση μη συμβατικών υδατικών πόρων. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, που έχει ήδη αναφερθεί, είναι η Φαιστός.
Για το σύστημα συλλογής και χρήσης όμβριων νερών χρησιμοποιούταν η κύρια κεντρική αυλή της Φαιστού, έκτασης περίπου 1.100 m2 (Εικ. 2α), που αποτελεί ένα πολύ σημαντικό τεχνικό έργο της εποχής.
Ιδιαίτερη προσοχή είχε δοθεί στο έργο, ώστε να εξασφαλίζεται: (α) ο καθαρισμός των επιφανειών που χρησιμοποιούνταν για την απορροή και συλλογή ομβρίων νερών και (β) το φιλτράρισμα των νερών σε χονδρόκοκκα αμμώδη φίλτρα νερού, πριν τη συλλογή τους σε δεξαμενές, που βρίσκονται στη δεξιά πλευρά της κεντρικής αυλής (Εικ. 2), προκειμένου να βελτιωθεί ο καθαρισμός του.
Την ίδια εποχή αναπτύχθηκαν και οι τεχνολογίες της επαναχρησιμοποίησης των εκροών αστικών υγρών αποβλήτων και της αφαλάτωσης θαλάσσιου νερού. Στην Φαιστό οι εκροές υγρών αποβλήτων, μεταφέρονταν σε απόσταση ενός περίπου km -κυρίως κατά τη θερινή περίοδο- νότια του ανακτόρου αντί στον Γεροπόταμο στην βόρεια πλευρά του, μετά από στοιχειώδη φυσικό καθαρισμό τους.
Αργότερα, κατά τα ιστορικά χρόνια οι εκροές αστικών υγρών αποβλήτων μεταφέρονταν σε αγροτικές εκτάσεις νότια της ακρόπολης για άρδευση και λίπανση. Επίσης, οι Μινωίτες ήταν πρωτοπόροι στην οργάνωση ναυτικού στόλου, που κυριαρχούσε στη Μεσόγειο θάλασσα, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, καλύπτοντας αποστάσεις εκατοντάδων μιλίων σε αναζήτηση εμπορεύσιμων αγαθών και καταστολή της πειρατειών.
Γι’ αυτό πιθανολογείται ότι οι Μινωίτες, πρώτοι εφάρμοσαν θερμική μέθοδο παραγωγής πόσιμου νερού από θαλάσσιο νερό κατά τη διάρκεια των πολυήμερων περιόδων παραμονής τους εν πλω, με τα σχετικά μικρού μεγέθους πλοία (Εικ. 2α).
Μετέπειτα στα ιστορικά χρόνια, ο Αριστοτέλης (384-322 π.X.) ανέφερε ότι το θαλάσσιο νερό μπορεί να μετατραπεί σε γλυκό (πόσιμο) νερό, όταν ατμοποιηθεί (εξατμισθεί) και στη συνέχεια ψυχθεί και συμπυκνωθεί.
Αργότερα (ca 200 μ.Χ.), ο περιπατητικός φιλόσοφος, Αλέξανδρος ο Αφροδίσιος, παρουσίασε την παραγωγή πόσιμου νερού από θαλασσινό νερό, από ναύτες σε πλοίο, με τη χρήση σπόγγων, που απορροφούσαν ατμούς θαλασσινού νερού, κατά τη διάρκεια βρασμού του εντός ειδικού δοχείου (Εικ. 2β).
Επιπλέον, οι πρόγονοί μας κατασκεύασαν έργα ύδρευσης, αποχέτευσης και αποστράγγισης, που λειτουργούσαν άρτια για αιώνες. Τέτοια χαρακτηριστικά έργα βρίσκονται στην Κνωσό και τη Φαιστό, που ακόμη μερικώς σώζονται και λειτουργούν.
Μετέπειτα κατά τα ιστορικά χρόνια, εκτελέστηκαν στην Αθήνα υδραυλικά έργα, όπως το Πεισιστράτειο και Αδριάνειο υδραγωγείο, που λειτουργούσαν μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα, σε αντίθεση με τις μέρες μας, που η κατασκευή ενός υδραυλικού έργου και η λειτουργία του επί 40-50 χρόνια θεωρείται επιτυχής.
Οι τεχνολογίες διαχείρισης των υδατικών πόρων, που αναπτύχθηκαν από τους προϊστορικούς χρόνους, συνεχίστηκαν και μετά την ίδρυση της Ιώνιας σχολής το ca 600 π.Χ. από τον πρώτο Έλληνα φιλόσοφο, Θαλή τον Μιλήσιο (ca 640/24-546 π.Χ.), τότε που άρχισε να υποχωρεί η θεοκρατία και να αναπτύσσεται η φιλοσοφία, η τεχνολογία και η επιστήμη.
Κατά την κλασική, ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, τα υδραυλικά επιτεύγματα βελτιώθηκαν και αναπτύχθηκαν περαιτέρω. Επίσης, αναπτύχθηκε νέα γνώση για καλύτερη κατανόηση των φυσικών φαινομένων (Angelakis et al., 2022). Αυτό επέτρεψε σημαντική τεχνολογική ανάπτυξη, η οποία ωστόσο σύντομα διακόπηκε και συνεχίστηκε με περαιτέρω σημαντικές εξελίξεις μόνο κατά τη διάρκεια ή μετά την Αναγέννηση (περίπου 1500 μ.Χ.). Έτσι, στην ελληνική ιστορία, η τεχνολογία και η επιστήμη αναπτύχθηκαν ως μια συνεχής διδακτική σχολή σε πολλές επιστημονικές περιοχές, περιλαμβανομένης της επιστήμης διαχείρισης των υδατικών πόρων.
Βιβλιογραφία
Αγγελάκης, Α. Ν. (2024). Μη συμβατικοί υδατικοί πόροι. Πατρίς Ηρακλείου, 20/1/2024, https://www.patris.gr/stiles/proektaseis/misymvatikoi-ydatikoi-poroi/
Angelakis, A. N., Krasilnikoff, J., and Tzanakakis, V. A. (2022). Evolution of Water Technologies and Corresponding Philosophy and Sciences Focusing on the Hellenic World through the Millennia. Water 14
(19), 3149; https://doi.org/10.3390/w14193149
Ο Ανδρέας Ν. Αγγελάκης είναι επίτιμο μέλος και διακεκριμένος fellow της Παγκόσμιας Εταιρείας Υδατικών Πόρων (IWA)