Ίσως ο πόλεμος στο Ιράν και οι βομβαρδισμοί των Αμερικανών να έθεσαν τον άδικο θάνατο της Ρενέ Νικόλ, στις 7 Ιανουαρίου, στη Μινεάπολη, σε δεύτερη μοίρα, αλλά οι απώτερες συνέπειες εκείνου του γεγονότος δεν είναι ακόμα ευρύτερα εμφανείς.

Είναι εμφανές, όμως, ότι η Αμερική βαδίζει ολοταχώς προς κάποιο είδος σκληρής εσωτερικής αναμέτρησης. Αν κρίνουμε από τα δημοσιεύματα των δύο τελευταίων μηνών, θα διαπιστώσουμε ότι πολλοί κάνουν λόγο για μια εποχή της Αμερικής να βρίσκεται σε αγαστή ιστορική αναλογία με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης της Γερμανίας, όταν εκείνες οι περίφημες οδομαχίες μεταξύ αριστεράς και δεξιάς οδηγούσαν τη χώρα στον Χίτλερ και τους Ναζί.

Πέρα απ’ αυτό, όσοι Αμερικανοί εντάσσουν εαυτούς στην πτέρυγα με κυρίαρχο σύνθημα “Make America Great Again, MAGA”, δηλαδή «Κάντε την Αμερική Μεγάλη Ξανά», βλέπουν στη Βαϊμάρη ένα υποκατάστατο της σήψης του σύγχρονου φιλελευθερισμού στον πολιτισμό, στον πειραματισμό με τα φύλα, είτε στη διακυβέρνηση του κράτους πρόνοιας, λεπτομέρεια που αποτελεί έναν βολικό τρόπο για τους ιδεολόγους μετα-φιλελεύθερης χροιάς, να αποφύγουν οποιαδήποτε σχέση με τους Ναζί. Δεν ήταν η «δεξιά» που γέννησε τον Χίτλερ, υποστηρίζουν, ήταν η παρακμή της «αριστεράς» που τον έκανε απαραίτητο!

Παρά τον αμφίβολο αυτόν ισχυρισμό, η Γερμανία της δεκαετίας του ‘20 μετά τον Κάιζερ, παραμένει μια σταθερή αναλογία για τη μετα-φιλελεύθερη Αμερική της δεκαετίας του 2020, όχι με τον τρόπο που συχνά ισχυρίζονται οι συντηρητικοί.

Αν και μετριοπαθές για τα πρότυπα του Μεσοπολέμου, το καθεστώς της Βαϊμάρης άνοιξε τον δρόμο για τη ναζιστική τρομοκρατία, στρώνοντας το χαλί για κρατική βία και καταστολή.

Οι ηγέτες του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Βαϊμάρης το έκαναν, απελευθερώνοντας τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, συχνά σε συμμαχία με δεξιούς παραστρατιωτικούς, για να συντρίψουν και να σκοτώσουν αριστερούς ριζοσπάστες.

Αυτό το είδος κρατικής βίας δεν συνέβη μόνο κατά την διάρκεια της Επανάστασης του Βερολίνου του 1919, όταν οι παραστρατιωτικές οργανώσεις δολοφόνησαν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Καρλ Λίμπκνεχτ, αλλά για πάνω από μια δεκαετία στη συνέχεια.

Φυσικά, η σύγκριση σήμερα μεταξύ Ρενέ Γκουντ και Ρόζας Λούξεμπουργκ φτάνει μόνο μέχρι εκεί. Ωστόσο, μπορεί κανείς να δει τελευταία στη Μινεάπολη το ίδιο είδος ανασφάλειας, πανικού και υπερβολικής αντίδρασης, που συχνά ελάμβανε χώρα υπό τη βίαιη καταστολή των ριζοσπαστικών κινημάτων διαμαρτυρίας και των επίδοξων επαναστατών από την Κυβέρνηση της Βαϊμάρης.

Ιδιαίτερα αιχμηρά είναι τα σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τον θάνατο της Γκουντ, απηχώντας με θλίψη τη στοχοποίηση ριζοσπαστριών γυναικών κατά την εποχή της Βαϊμάρης από δεξιούς παραστρατιωτικούς, που ενεργούσαν με την έγκριση του κράτους, καθώς επίσης και η επιθυμία πολλών στην Κυβέρνηση να δικαιολογήσουν τον θάνατό της.

Το 1919, πολλοί αξιωματικοί του στρατού έκαναν ό,τι μπορούσαν για να δηλώσουν ότι όσες γυναίκες τύχαινε να πέσουν θύματα των πυροβολισμών τους, ήταν θεμιτή ενέργεια, αφού αποτελούσαν -κατά την άποψή τους- ουσιαστικά εμπόδια στην αποκατάσταση της τάξης.

Η απροκάλυπτη και αμετανόητη περιφρόνηση του στρατού της Βαϊμάρης για τις γυναίκες, ειδικά της ριζοσπαστικής αριστεράς, δεν προερχόταν μόνο από τη σύνδεσή τους με την φλογερή Λούξεμπουργκ, αλλά και από την προσπάθεια του στρατηγού Άρνολντ Λέκβις να δικαιολογήσει μια αποτυχημένη στρατιωτική επιχείρηση.

Σε μια μάχη για την ανακατάληψη του παλατιού Χοεντσόλερν (Hohenzollern) από τους ριζοσπάστες, ο Λέκβις έδωσε εντολή για επίθεση, αλλά ματαιώθηκε από πυροβολισμούς των ανταρτών από την οροφή.

Δικαιολογώντας την αποτυχία του, ο Λέκβις έδωσε την ακόλουθη απάντηση σε μια εφημερίδα του Βερολίνου: «Οι στρατιώτες μου δεν πυροβολούν γυναίκες και παιδιά. Εκεί έγινε το λάθος.

Μια μοίρα των στρατευμάτων μου απωθήθηκε, κατέθεσαν τα όπλα τους και οι υπόλοιποι επέστρεψαν στο πανεπιστήμιο». Το μήνυμα ότι η προσπάθεια της Κυβέρνησης να απελευθερώσει το παλάτι είχε εκτροχιαστεί από την αντίσταση των γυναικών, διαδόθηκε γρήγορα στους στρατιωτικούς κύκλους.

Από εκείνο το σημείο και μετά, δεν θα υπήρχε δισταγμός, καθώς τα στρατεύματα της Βαϊμάρης είχαν λάβει οδηγίες να πυροβολούν οποιοδήποτε εχθρικό πλήθος, ακόμη και αν εμπλέκονταν γυναίκες και παιδιά ή ακόμα και από κοντινή απόσταση.

Στη σημερινή Αμερική του Τραμπ, ένα παρόμοιο συναίσθημα φαίνεται να έχει εξαπλωθεί μεταξύ των πρακτόρων της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής των ΗΠΑ (Immigration and Customs Enforcement, ICE), τώρα με μια δεκαετία πολιτισμικού πολέμου πίσω τους. Ωστόσο, η περιφρόνησή τους για τις γυναίκες ακτιβίστριες, ειδικά στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, έχει βαθύτερες ρίζες.

Ο Τζόναθαν Ρος, της ICE, που πυροβόλησε την Γκουντ, σύρθηκε πάνω από εκατό μέτρα από έναν άλλο διαδηλωτή κατά της ICE σε ένα όχημα τον περασμένο Ιούνιο. Ο Ρος, πιθανώς ακόμα τραυματισμένος από εκείνο το γεγονός, μπορεί να έκανε το ίδιο ψυχολογικό διάβημα και άλμα που έκανε και ο στρατηγός Άρνολντ Λέκβις το 1919. Ότι συγκεκριμένα την επόμενη φορά, δεν θα υπάρχει κανένας δισταγμός, ούτε σε γυναίκες, ούτε σε παιδιά!

Η εξασφάλιση σταθερότητας μέσω της ασυμβίβαστης κρατικής βίας, είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη γερμανική ψυχή. Η υιοθέτηση της βίας από τους αξιωματούχους της Βαϊμάρης στην επιδίωξη της τάξης, την έκανε συνηθισμένη υπόθεση, ιδιαίτερα εναντίον των αριστερών αντιπάλων.

Όταν οι Ναζί εφάρμοσαν βία στους δρόμους και δολοφονίες πολιτικών εχθρών, όχι μόνο κατά την Κυβέρνησή τους αλλά και κατά την άνοδό τους στην εξουσία, ήταν πολύ δύσκολο για τους απλούς πολίτες να αναγνωρίσουν αυτές τις πράξεις ως επικίνδυνες.

Για ένα διάστημα, τουλάχιστον, η καταστολή φαινόταν μάλλον οικεία. Πέρα από τις όποιες λεπτομέρειες της υπόθεσης της 37χρονης ποιήτριας και συγγραφέως Ρενέ Νικόλ Γκουντ που πυροβολήθηκε θανάσιμα στη Μινεάπολη από την ICE, η κανονικοποίηση της κρατικής βίας σήμερα στις ΗΠΑ -ακόμη και μεταξύ αντιμαχόμενων πολιτικών παρατάξεων- είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος της τρέχουσας αμερικανικής στιγμής.

Σίγουρα, είναι πολύ πιο σοβαρή από μια υποτιθέμενη ολίσθηση προς τον ολοκληρωτισμό, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό στην Αμερική του 2026, τόσο διαφορετική από τις εύθραυστες δημοκρατίες της Ευρώπης του Μεσοπολέμου. Αυτό που εκτυλίσσεται τελευταία στις ΗΠΑ, είναι σαφώς κάτι διαφορετικό.

Είναι αυταρχικό κίνημα βαθιά αμερικανικού χαρακτήρα, διαμορφωμένο από τη μυθολογία των συνόρων και τον απολυταρχισμό της αγοράς. Η προβολή όποιας μορφής φασισμού του εικοστού αιώνα στην αμερικανική πολιτική του εικοστού πρώτου, επομένως, ουδόλως βοηθά τους Αμερικανούς να κατανοήσουν τι πραγματικά αντιμετωπίζουν και πώς να αντισταθούν.

Οι Σοσιαλδημοκράτες που είχαν αναλάβει την διακυβέρνηση της Γερμανίας της Βαϊμάρης, αντιμετώπισαν αισχρές προκλήσεις, πολλές από τις οποίες ήταν εκτός του ελέγχου τους.

Οι επιλογές τους ήταν εξαιρετικά περιορισμένες και έτσι δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι αποφάσεις που ελάμβαναν ήταν λανθασμένες. Άλλωστε, η Συνθήκη των Βερσαλλιών τούς επιβάρυνε με ανεξόφλητα χρέη για έναν πόλεμο που ξεκίνησε ένα προηγούμενο καθεστώς, έναν πόλεμο στον οποίο πολλοί Σοσιαλδημοκράτες είχαν αντιταχθεί.

Αντιμετώπισαν επίσης αδιάκοπες εξεγέρσεις, τόσο από την αριστερά, όσο και από τη δεξιά, κάθε μία από τις οποίες προσπαθούσε να εγκαθιδρύσει φίλια καθεστώτα ή να ανατρέψει την εύθραυστη εθνική Κυβέρνηση.

Αυτό ίσως οδηγεί, λένε πολλοί, στην πραγματική λύση για την επιταχυνόμενη μετάβαση της Αμερικής προς ένα ανελεύθερο μέλλον που δεν είναι η εκλογή ενός προέδρου με την συγκεκριμένη ιδεολογία.

Υπάρχει. Ισχυρίζονται κάποιοι, μόνο μία πιθανή διέξοδος από τον κύκλο δυσλειτουργίας της Αμερικής, και είναι η ίδια δομική αλλαγή, που θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί στη Γερμανία.

Η αποδοχή, συγκεκριμένα, ότι οι κυβερνητικοί θεσμοί είναι πολύ ισχυροί, πολύ συγκεντρωτικοί και πολιτισμικά πολύ ασυνάρτητοι για να διατηρήσουν τη δημοκρατική νομιμότητα!

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας