Στους 200 της Καισαριανής, της Πρωτομαγιάς του 1944, τιμούμε τις στρατιές των ανθρώπων που έδιναν τη ζωή τους κάθε μέρα, κάθε στιγμή, παίζοντας κρυφτό με τον θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι, για να φέρουν στους άλλους μια άνοιξη.
Όταν ήρθα στο Αρκαλοχώρι, λίγου καιρού πτυχιούχος της Φιλολογίας, μη έχοντας κλείσει ακόμη τα 22 μου, αναζήτησα τα ίχνη του Μικρασιάτη Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Του στρατοπεδάρχη και διερμηνέα του Χαϊδαρίου (1943-44) που γνώριζα από την πεζογραφία, την ποίηση και την Ιστορία.
Απ’ αυτόν ήξερα το Αρκαλοχώρι, ως πατρίδα του δεύτερη, όπου εγκαταστάθηκε με τους δασκάλους γονείς του το 1922, προσφυγόπουλο του διωγμού, μόλις 13 χρόνων. Τον θαύμασα για τον ανθρωπισμό του, τον πατριωτισμό του που έφτανε στην αυτοθυσία, για την αληθινή του μόρφωση και για τον αδαμάντινο χαρακτήρα του. Αυτά τα χαρακτηριστικά που φώτισε ο φακός της Ιστορίας, όταν εκείνος αρνήθηκε τη ζωή που του χάρισαν οι Γερμανοί την Πρωτομαγιά του 1944 στο Χαϊδάρι, για να μην εκτελεστεί άλλος στη θέση του, ούτε άρρωστος, ούτε Εβραίος, ούτε τρελός. Κανείς άνθρωπος.
Κατέγραψα όσους τον ήξεραν στην περιοχή του Αρκαλοχωρίου, στην Ιεράπετρα και στο Ηράκλειο. Ερεύνησα τα λίγα αρχεία -όπου κι αν δούλεψε- και φυσικά τα αρχεία του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου, τον τοπικό Τύπο από το 1922 ως το 1960 και γνώρισα τους συγγενείς του.
Μελέτησα επίσης την ευρωπαϊκή, ελληνική και τοπική ιστορία του Μεσοπολέμου. Ιδιαίτερα τις παραμονές της κήρυξης της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου του 1936. Όταν τρόμαξαν: το μεγάλο κεφάλαιο, το αντιδραστικό τμήμα των μεγάλων κομμάτων, το Παλάτι, η αγγλική Κυβέρνηση και το αγγλικό Κεφάλαιο.
Οι οξύτατες απεργιακές και λοιπές κινητοποιήσεις με τα πιο σκληρά μέτρα από την Κυβέρνηση Τσαλδάρη (1932-5) και από τον Μεταξά έδειχναν πως, μέσα σ’ ένα κόσμο που ετοιμαζόταν να εκραγεί, η Ελλάδα ήταν ένα καζάνι που κόχλαζε. Εξάλλου, τις αποφάσεις για τη χώρα μας τις έπαιρναν και τις παίρνουν οι εκτός των συνόρων μας.
Τα απανωτά χτυπήματα κατά της Κοινωνίας των Εθνών (1933, 1934 και 1936) και ο Άξονας Βερολίνου-Ρώμης, έδειχναν πως οι αντιθέσεις των κρατών από την κρίση του 1929 οδηγούν σίγουρα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μια εικόνα της τότε Ελλάδας, όταν συνελήφθησαν πολλοί από τους 200 και ο Ναπ. Σουκατζίδης
Στις 6-5-1936, κηρύσσεται στη Θεσσαλονίκη πανεργατική απεργία και επεκτάθηκε σ’ όλη την Ελλάδα. Στις 8-5, το κέντρο της Θεσσαλονίκης μετατράπηκε σε πεδίο μάχης επί 3,5 ώρες. Ο τραυματισμός δεκάδων πολιτών προκαλεί την 24ωρη απεργία στη Βόρεια Ελλάδα και στις 9-5, η Θεσσαλονίκη στρατοκρατείται. 25.000 απεργοί.
Από τις επιθέσεις της χωροφυλακής που συγκρατεί ο στρατός, σκοτώνονται 12 διαδηλωτές και τραυματίζονται βαριά 32. Ο στρατός ενώνεται με τις 20.000 λαού στην Εγνατία. Σ’ όλη την χώρα ξεσπούν απεργίες και φοβερό κύμα συλλήψεων εξαπολύεται.
Έγινε κατάληψη του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης από τον Στρατό. Ήταν 13 Μαΐου, όταν κηρύχτηκε η πανελλαδική απεργία. Η πόλη του Ηρακλείου τότε σείστηκε.
Στις 14 Ιουνίου το ΕΚΗ (Εργατικό Κέντρο Ηρακλείου) καταλήφθηκε από την Αστυνομία. Και 5 συνδικαλιστές, ανάμεσά τους ο Ναπολέων Σουκατζίδης, συλλαμβάνονται και εκτοπίζονται άνευ δίκης στον Άη Στράτη, διότι «επεδίωκον την ανατροπή του καθεστώτος». (Κατά την ανακοίνωση του νομάρχη Ηρακλείου, Ι. Λιοδή)
Τα ξερονήσια είχαν γεμίσει. Ο Μεταξάς, τάχα για να εμποδίσει τη νέα 24ωρη απεργία της Ενωτικής και της ΓΕΣΕΕ, κήρυξε την δικτατορία του στις 4-8-1936, την οποία ετοίμαζε πολύ καιρό πριν.
«… Έτσι μας εφορτώσαν στο βαπόρι, τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι.
Εξορία στον λαό, χέρια δεμένα, για να ‘ρθει ο εξορισμένος από τα ξένα.
Να χωρίσει το Έθνος και να βάλει τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη».
Το απόσπασμα αυτό από το ποίημα του Κ. Βάρναλη δείχνει το κλίμα της προδικτατορικής εποχής (από το αφιερωματικό τεύχος του 1964 στον Δημήτρη Γληνό).
Έτσι, η χώρα έχασε το πιο ανήσυχο και δημιουργικό τμήμα του λαού της, καθώς, στο μέγιστο ποσοστό τους, οι συλληφθέντες πέρασαν από τα ξερονήσια και τις φυλακές του Μανιαδάκη κι ύστερα, αφού παραδόθηκαν το 1941 στους Γερμανούς, στήθηκαν μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματά τους και έπεσαν περήφανα, ζητωκραυγάζοντας για την Ελλάδα και την Ελευθερία.
Αυτές τις μέρες, λοιπόν, ήρθαν στις οθόνες και στον Τύπο αυτές οι φωτογραφίες των 200 κομμουνιστών και μας υπενθύμισαν την Ιστορία μας τη διδακτική, σε εποχές πολλών κρίσεων της Οικουμένης.
Ας σταθούμε στον συνειδητό τους μακροχρόνιο αγώνα για το καλύτερο του Ανθρώπου, του όπου Γης. Για την καλύτερη κοινωνία, που οι ίδιοι δεν θα ζούσαν να τη χαρούν.
Ας σταθούμε στον ένα από αυτούς, τον πρόσφυγα Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που από τις 14 Ιουνίου 1936 ως την 1η Μαΐου του 1944, δηλ. 8 ολόκληρα χρόνια (παρά κάποιες ημέρες) έζησε χωρίς να περάσει από δίκη, στις εξορίες και στις φυλακές: Στον Άη Στράτη, στην Ακροναυπλία (από το 1937) και από τον Απρίλιο του 1941 -όμηρος των Γερμανών- στις φυλακές Τρικάλων και Λάρισας. Τέλος, στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου.
Ήρθε παιδί στο Αρκαλοχώρι το 1922
Με την ψυχή στο στόμα τις πρώτες ημέρες του Σεπτέμβρη του 1922, ο δεκατριάχρονος Ναπ. Σουκατζίδης και οι δάσκαλοι γονείς του, Φώτιος και Μαρία, έφτασαν με δύσκολες συνθήκες στο Ηράκλειο, όπου ζούσε ο θείος του, Φίλιππος. Διατηρούσε ένα εμπορικό κατάστημα στο Βαλιδέ τζαμί (σήμερα πλατεία Κορνάρου), το οποίο έχασε με την κρίση του 1929. Ήταν παντρεμένος με τη δασκάλα Μαρία Παπαδάκη.
Αναγκάστηκαν οι τρεις τους (μαζί με αρκετά μεγάλο αριθμό προσφύγων) να μετακινηθούν στο αγροτικό Αρκαλοχώρι, για να αποσυμφορηθεί το Ηράκλειο. Εκεί πήραν κλήρο, αν και δεν ήταν αγρότες. Παρά τη φτώχεια τους υπήρξαν πρότυπα εντιμότητας, αξιοπρέπειας, πνευματικής καλλιέργειας και χριστιανικών αρχών.
Με την τέλεια γνώση της βυζαντινής μουσικής τους, ο Φώτιος και ο Ναπολέων ομόρφαιναν τις θρησκευτικές τελετές. Κι όταν ο Ναπολέων, μαθητής της Μέσης Εμπορικής Ηρακλείου και αργότερα εργαζόμενος και φοιτητής αριστούχος της Ανωτάτης Αθηνών, ερχόταν στο Αρκαλοχώρι, γινόταν αντικείμενο θαυμασμού για την ομορφιά, την καλοσύνη, την ευγένειά του και την ωραία του ψαλτική τέχνη.
Πλήθος σχετικών αφηγήσεων πρόλαβα να καταγράψω Αρκαλοχωριτών που τον λάτρευαν, και αργότερα Ηρακλειωτών και Ιεραπετριτών που τον γνώρισαν ως μαθητή-θαύμα, εργαζόμενο και ως συνδικαλιστή και οι Γεραπετρίτες ως άνθρωπο που έζησε μαζί τους, δίπλα στους αδύνατους οικονομικά, τους πρόσφυγες, τους άνεργους, τους φτωχούς στα χρόνια 1932-1936, όταν εργαζόταν ως αρχιλογιστής στην Εταιρεία Μίνως της Ιεράπετρας.
Στο διάστημα αυτό, έχασε τη μητέρα του. Επίσης, συνδέθηκε πολύ στενά και συνεργάστηκε με τη σπουδαία δασκάλα, οπαδό και εξαίρετη μαθήτρια του Τριανταφυλλίδη και συνεργάτιδά του, λαμπρή λαογράφο και αγωνίστρια για μια κοινωνία πιο ανθρώπινη, τη Μαρία Λιουδάκη από τη Λατσίδα Мεραμβέλου.
Ερωτεύτηκε, αγάπησε και αρραβωνιάστηκε την αδερφή της, Χαρά, φοιτήτρια της Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, την οποία υιοθέτησε ο Φώτιος μετά την εκτέλεση του Ναπολέοντα την Πρωτομαγιά του 1944, παίρνοντας μαζί με το επώνυμο και την περιουσία του, τον κλήρο του δηλαδή στο Αρκαλοχώρι. Κι εκείνη τον γηροκόμησε.
Το 1935, ο Ναπολέων Σουκατζίδης υπήρξε πρωτοπόρος και ψυχή στον αγώνα κατά της επιστροφής του βασιλιά. Κατά τον Στέλιο Παπαδομιχελάκη, δεν ήταν ακόμη μέλος του ΚΚΕ (ανήκε στη νεολαία του). Η εταιρεία «Μίνως» τού πρότεινε αύξηση του ήδη μεγάλου του μισθού (ήταν από τους πιο ακριβοπληρωμένους εργαζόμενους του καιρού του), με την προϋπόθεση να σταματήσει τους κοινωνικούς και συνδικαλιστικούς του αγώνες. Αρνήθηκε εκείνος και η εταιρεία του τον απέλυσε.
Στο Ηράκλειο, όπου ήρθε, βρήκε αμέσως δουλειά στην Ένωση Σουλτανοπαραγωγών. Έγινε πρόεδρος των ιδιωτικών υπαλλήλων και εκλέχθηκε στο Εργατικό Κέντρο αντιπρόεδρος. Μάγευε τον κόσμο με την ευγένεια, με την καθαρότητα και συνέπεια λόγων και πράξεων και συνάρπαζε τα πλήθη με τις ομιλίες του, όπως εκείνη της τελευταίας ελεύθερης Πρωτομαγιάς του 1936.
Το Ηράκλειο της εποχής εκείνης ήταν σπουδαίο οικονομικό και εμπορικό κέντρο μέσα στον κόσμο, την Ευρώπη και την Ελλάδα των μεγάλων ποικίλων κρίσεων, που κορύφωσε η διεθνής κρίση του 1929, για την αντιμετώπιση της οποίας ψηφίστηκε το «Ιδιώνυμο».
Είχε εργαζόμενους πολλούς -όχι εποχικούς- και 20.000 πρόσφυγες (πραγματικά προλετάριοι οι περισσότεροι). Όλοι αυτοί στελέχωσαν τον συνδικαλισμό και αποτέλεσαν κίνδυνο για την αστική τάξη και το κράτος.
Η μελέτη της ιστορίας του Μεσοπολέμου-παγκόσμιου, ευρωπαϊκού, ελληνικού και τοπικού μάς κάνει να σταματήσουμε στο 1936 στις παραμονές της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου ή του θρόνου ή του Μεταξά, τότε που το γιγάντιο λαϊκό κίνημα, που έφεραν οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές κρίσεις, τρόμαξαν, ένωσαν και δραστηριοποίησαν τους παρακάτω:
Το μεγάλο Κεφάλαιο, το αντιδραστικό τμήμα των μεγάλων κομμάτων, το Παλάτι, την αγγλική Κυβέρνηση και το αγγλικό Κεφάλαιο. Ο Μεταξάς ήταν η λύση που θεώρησαν καλύτερη και πράγματι, με τον «μεγαλοφυή» Μανιαδάκη, σχεδόν εξαρθρώθηκε ο συνδικαλισμός και βέβαια το ΚΚΕ.
Οι χιλιάδες εξόριστοι που άντεξαν όλες τις κακουχίες με τη δύναμη της Ιδεολογίας τους, παραδόθηκαν -τι ντροπή!- φυλακισμένοι Έλληνες στους κατακτητές και οι περισσότεροι εκτελέστηκαν, ιδιαίτερα το 1943 και 1944, όταν οι Γερμανοί ξέρανε πως έχασαν τον πόλεμο και πάλευαν πια για την εξόντωση του κομμουνισμού. Συχνά και με τη συνεργασία των συμμάχων μας και αντιπάλων τους.
Πολύ συχνά οι κατακτητές, ακόμη και οι σκληρότεροι Ες-Ες, θαυμάζουν την αφοβιά, το θάρρος και τη συνειδητοποίηση Ελλήνων αγωνιστών μπροστά στον θάνατο. Και το γράφουν. Αυτό έγινε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όταν την Πρωτομαγιά του 1944, μοιρασμένοι σε 10 εικοσάδες οι 200 ήρωες, ζητωκραύγαζαν για την Ελλάδα και τη Λευτεριά και τραγουδώντας, έπεφταν.
Ο Ναπολέων Σουκατζίδης ήταν πολύτιμος (λόγω της γλωσσομάθειας και της λατρείας που είχαν στο πρόσωπό του οι κρατούμενοι) -για τους Γερμανούς- διερμηνέας και στρατοπεδάρχης. Γι’ αυτό, του πρότειναν να του χαρίσουν τη ζωή κι αυτός αρνήθηκε, για να μην μπει άλλος, οποιοσδήποτε άνθρωπος, στη θέση του. Ο φακός της Ιστορίας φωτογράφησε τη στιγμή κι έμεινε σύμβολο αιώνιο του μέγιστου Ανθρωπισμού.
Της Ανθρωπιάς, που κατά τη μεγάλη ιστορικό, συντοπίτισσα του Ναπολέοντα (κι οι δυο ήταν από την Προύσα), Ελένη Αρβελέρ, «είναι δώρο θεϊκό και μέγα κατόρθωμα του Ανθρώπου». Ο Αντώνης Φλούντζης, ο γιατρός του στρατοπέδου, γράφει ότι ή ίδια πρόταση έγινε και στον άλλο διερμηνέα του στρατοπέδου, τον Αντώνη Βαρθολομαίο, που αρνήθηκε.
Κατά την άποψή μου -ύστερα από πολλή μελέτη- καθένας απ’ αυτούς τους δοκιμασμένους χαλύβδινους και ακέραιους χαρακτήρες, τους αγνούς πατριώτες και ιδεολόγους, θα αρνιόταν την πρόταση.
Ο Ναπ. Σουκατζίδης καθημερινά ξεπερνούσε την αντοχή του την ανθρώπινη, για να υπερασπιστεί τους κρατούμενους οποιασδήποτε εθνικότητας και ιδεολογίας, ώστε ν’ αντέξουν τα φοβερά μαρτύρια. Και τον βασάνιζαν οι Γερμανοί άγρια γι’ αυτό.
Καθημερινά, με τη φοβερή πνευματική και ηθική του πανοπλία, έδινε μάχες και νικούσε τους αντιπάλους του, τιμώντας την Ανθρωπιά και την Ελλάδα. (Παρά τις δυσκολίες, το έδωσε αυτό ωραία ο σπουδαίος σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης).
Συγκρατούμενοί του στο Χαϊδάρι, όπως ο γιατρός Αντ. Φλούντζης, ο Μαυρομάτης και ο Θέμος Κορνάρος, συμφωνούν στο ότι οι χιλιάδες κρατούμενοι τον ένιωθαν ηγέτη τους λατρεμένο. Ο τελευταίος, στο βιβλίο του «Χαϊδάρι» (Αθήνα 1982), δίνει ένα στιγμιότυπο της «ποινής του φιδιού».
Οι κρατούμενοι σέρνονταν στη λάσπη του χειμώνα μεγάλη απόσταση, χωρίς να χρησιμοποιούν τα χέρια τους, ενώ οι σκύλοι ορμούσαν πάνω στους βραδυπορούντες γέροντες και ασθενείς. Το μαρτύριο αυτό περιγράφει ο γερμανικής καταγωγής αντιστασιακός, που ήταν διερμηνέας στο Χαϊδάρι από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο του 1944, Ντίνος Βασενχόβεν στο ποίημά του «Χαϊδάρι».
…Χάμω σέρνονται! Το «φίδι»
κάνουμε ξεψυχισμένοι.
Το χαλίκι σα λεπίδι
στα φτωχά κορμιά τους μπαίνει
κι αίμα αφήνουνε γι’ αχνάρι
Στο Χαϊδάρι, στο Χαϊδάρι
Γράφει για το μαρτύριο του «φιδιού» ο Θέμος Κορνάρος:
«Όλο το στρατόπεδο παρατάσσεται. Μας αραιώνουνε. Πρηνηδόν! Στα χιόνια απάνω. Ο Ναπολέων επί κεφαλής. Πρηνηδόν κι αυτός, μπροστά στην ατέλειωτη φάλαγγα, σα στρατοπεδάρχης.
Επιβλέπει ο ίδιος ο διοικητής. Οι δεκαπέντε Ες Ες, με τον βούρδουλα στο χέρι τοποθετούνται, έτοιμοι, πλάι στη φάλαγγα. Πρέπει να συρθούμε απάνω στα χιόνια με την κοιλιά, χρησιμοποιώντας μόνο τους αγκώνες και Λος – Λος – Λος! Σαν τα ζώα που μόνο με ξύλο και φωνή ξεπερνούνε τον κάματο! Κι ύστερα, δεν έχει σημασία αν ψοφούνε.
Ο Ναπολέων δεν έδινε παραγγέλματα. Λόγια παρηγοριάς έστελνε. «Κουράγιο παιδιά! Όλα περνούνε.» Και δώστου να σέρνεται χωρίς τελειωμό, βιαστικός, με τους αγκώνες μια πληγή, το κορμί παγωμένο κι ελπίδα καμιά. Μόνο χιόνι, κρύος βοριάς, φωνές, διαταγές και βούρδουλας. Και κάτι άλλο Τραγούδι!
-Έτσι είν’ η ζωή! αρχίζει ο Ναπολέοντας πρώτος.
-Έτσι είν’ η ζωή!… επαναλαμβάνει η μάζα τα λόγια του αρχηγού, κι αυτός συνεχίζει με φωνή που δε δείχνει κούραση, παρά συμπόνια κι αγάπη.
-Έτσι είν’ η ζωή… λουλούδι που φυλλοροεί! Κι η θλιβερή γραμμή σέρνεται γύρω γύρω στη χιονισμένη αυλή. Καμιά φορά, κάποιος μένει πίσω. Δεν αντέχει άλλο. Όλα τα καμτσίκια δουλεύουν απάνω του.
-Κουράγιο παιδιά! Μη μείνετε πίσω!
Η φωνή του Ναπολέοντα. Η φωνή της αγάπης…».
Κι όταν ο Ναπολέων δίνει άδεια σ’ έναν πολύ άρρωστο και ανάπηρο κρατούμενο, γέρο και χωρίς πόδια, να μην έρθει στο προσκλητήριο, διατάσσεται να πέσει ο ίδιος μπρούμυτα, για να τον χτυπήσουν με τον βούρδουλα και αρνείται λέγοντας: «Κύριε διοικητά, είμαι Έλληνας και μόνος μου δεν πέφτω ποτέ για ξυλοδαρμό…». Τον ρίχνουν τότε οι δήμιοι και οργώνουν το κορμί του με τον βούρδουλα πολλήν ώρα.
Κάποτε, γράφει ο Κορνάρος, του δίνει ο διοικητής του στρατοπέδου το βούνευρο, για να χτυπήσει λιπόθυμο κρατούμενο:
-«Δεν μπορώ να τον χτυπήσω, γιατί είναι άρρωστος».
-«Χτύπα αυτόν που είναι γερός».
-«Πάλι δεν μπορώ, γιατί είναι Έλληνας».
-«Αν ήταν Γερμανός, θα τον έδερνες;».
-«Δεν ξέρω».
Και τα μαστίγια όργωναν πάλι το κορμί του Ναπολέοντα επί ώρα. Έτσι εκτονώνονταν πάνω του και γλύτωναν οι άρρωστοι και αδύναμοι κρατούμενοι.
Αυτός ήταν ο ρόλος του χαρισματικού Ναπ. Σουκατζίδη, του μεγάλου ανθρωπιστή. Κι ίσως θα ‘μενε άγνωστος ρόλος, αν ο φακός της Ιστορίας δεν τον διαιώνιζε, φωτογραφίζοντας την τελευταία του πράξη την Πρωτομαγιά του 1944, όταν καλείται ανάμεσα στους 200 Ακροναυπλιώτες και Αναφιώτες κομμουνιστές στη γραμμή, για να τουφεκιστεί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ως αντίποινα για το σαμποτάζ στους Μολάους.
Οι Γερμανοί τού χαρίζουν τη ζωή, γιατί τον χρειάζονται ως στρατοπεδάρχη και ως διερμηνέα. Κι εκείνος την αρνείται, ενώ τον περιμένουν έξω ολομόναχος ο τραγικός του πατέρας, η αρραβωνιαστικιά του, φιλόλογος Χαρά Λιουδάκη, οι φίλοι και οι σύντροφοί του, η ζωή που θα ήταν ωραία, μια και διέθετε σπάνια προσόντα. Κι ήξερε καλά ότι η Λευτεριά ήταν στον δρόμο, όπως ήρθε σε λίγο.
Στην τελευταία πράξη της ζωής του, λοιπόν, επαναλαμβάνει ό,τι έκανε καθημερινά ως κρατούμενος του ντόπιου φασιστικού καθεστώτος και αργότερα των Γερμανών. Φτάνει στην υπέρβαση, του χαρίζεται η ζωή και ‘κείνος επιλέγει ελεύθερα και συνειδητά τον θάνατο, διαβεβαιώνοντας και απειλώντας τους Γερμανούς, εκεί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, πως η Ελλάδα θα νικήσει κι εκείνοι θα συντριβούν
-«Δέχομαι τη ζωή, μόνο αν δε μπει άλλος στη θέση μου».
-«Σ’ όποιο στρατόπεδο κι αν ανήκουν οι αληθινοί ήρωες», λέει ο Γερμανός διοικητής, «η στρατιωτική τιμή μάς επιβάλλει να τους σεβόμαστε».
-«Εσείς όμως κάνετε το αντίθετο».
-«Μα γιατί, Ναπολέων;».
-«Δε με σέβεστε, αφού θεωρείτε ότι μπορώ να δεχτώ πως η ζωή του συναγωνιστή μου αξίζει λιγότερο από τη δική μου. Θα βάζατε ένα Γερμανό, ένα τελευταίο Γερμανό, στη θέση μου; Όχι. Τότε εγώ πώς θα έβλεπα το συναγωνιστή μου χαμηλότερα;».
-«Δεν υπήρξες ποτέ σκλάβος!», ομολογεί ο Γερμανός.
Και ο Ναπολέων, περήφανος, παίρνει τη θέση του ανάμεσα στους 200 μελλοθάνατους.
Η τελευταία πράξη στο Σκοπευτήριο.
Τα τελευταία του λόγια διαβάζομε στα γεμάτα αγάπη και ανθρωπιά τρία σημειώματά του προς τους αγαπημένους του:
«Φώτην Σκουκατζίδην, Αρκαλοχώρι Ηρακλείου Κρήτης:
Πατερούλη,
Πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου. Να αγαπάς και να λατρεύεις την κορούλα σου και την αδελφούλα μου. Και δυο μεγάλοι άνθρωποι. Γεια γεια, πατερούλη».
Στην αρραβωνιαστικιά του:
«Δίδα Χαρά Λιουδάκη, καθηγήτρια Αναμορφωτικής Σχολής
Δρομοκαΐτειον Αθήναι:
Η τελευταία μου σκέψη μαζί σου. Θα ‘θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο της ζωής σου άξιό σου, άξιό μου. Κάτι ενθύμια θα σου δώσει ο Ζήσης».
Στην κουνιάδα του:
«Δίδα Μαρία Λιουδάκη, Ιεράπετρα Κρήτης:
Αδελφούλα μου, πάω για εκτέλεση. Σε λάτρευα πολύ, όσο λάτρευα και τη γυναίκα μου. Δεν μπόρεσα να σας κάνω ευτυχισμένες. Λίγη αγάπη στον μπαμπά όσο θα ζει. Γεια σου, γεια σου λατρευτή μου αδελφούλα. Ναπολέων 1/5/44».
Αυτός ήταν ο εθνικός μας ήρωας, ο Ναπ. Σουκατζίδης. Ο «καθολικός» άνθρωπος που ζει πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, πρότυπο διαχρονικό ανθρωπιστή και αγωνιστή. Όλα δακτυλοδεικτούν τη σφαιρικά αναπτυγμένη του προσωπικότητα και υπενθυμίζουν τα τελευταία του λόγια τη νύχτα της παραμονής της Πρωτομαγιάς. Της Πρωτομαγιάς του θανάτου των 200 ελεύθερων κατάδικων αγωνιστών.
«…Το χρέος του αληθινού ανθρώπου δεν είναι να ζήσει τη ζωή του όπως-όπως, αλλά πλάι στους άλλους, να τους βοηθά στον αγώνα του καλού και του αγαθού…».
Μας θυμίζει τον ορισμό του μορφωμένου ανθρώπου, όπως τον έδωσε η μεγάλη ιέρεια της Παιδείας, Μαρία Λιουδάκη:
«…Ο μορφωμένος άνθρωπος είναι δίπλα στον συνάνθρωπό του βοηθός. Χαίρεται στη χαρά του και λυπάται στη λύπη του…».