Τον Δεκέμβριο του 1842, ελάχιστα είχαν γραφτεί στις αθηναϊκές εφημερίδες για την επανάσταση του 1821 στην Κρήτη. Τότε, άρχισαν να δημοσιεύονται σε αθηναϊκή εφημερίδα οι «Ημερολογιακές σημειώσεις» του Ζαχαρία Πρακτικίδη, όπου ο γράφων εξιστορεί τις εντυπώσεις του για εκείνους τους πρώτους μήνες της επανάστασης του 1821 στο νησί μας.
Ο Ζαχ. Πρακτικίδης, λόγιος δάσκαλος, όπως ο ίδιος γράφει το 1833, γεννήθηκε στις 24-6-1784 στο Μεγάλο Κάστρο. Θεωρείται ότι γεννήθηκε στο χωριό Μουχτάρω (σήμερα Ευαγγελισμός) και αργότερα ήλθε στο Ηράκλειο.
Το 1826, ο ξάδελφός του, Κων/νος Δαμουλής, σε επιστολή του, τον αποκαλεί Πρακτικάκη και με την κατάληξη -ίδης που πρόσθεσε, όπως έκαναν πολλοί λόγιοι τότε, έγινε Πρακτικίδης. Οι πρόγονοί του ήταν από τα Κύθηρα και το παλιό επίθετό τους ήταν «Τσιριγώτης».
Στις 17-5-1820, πέθανε η θεία του, Ελένη, αδελφή του πατέρα του, από πανούκλα, και ο πατέρας του κληρονόμησε από την αδελφή του και ένα χωράφι στον νότιο αποστολιανό κάμπο, «εις του χωρίου μας τον κάμπον εις το γύρισμα εις τα Μοχταριανά».
Δεν ξέρουμε πού έμαθε τα πρώτα του γράμματα, καθώς υπήρχε τότε ένα άτυπο δίκτυο σχολείων σε όλη την Κρήτη, που είχε δημιουργήσει η Εκκλησία. Τα μαθήματα όμως της Μέσης Εκπαίδευσης τα παρακολούθησε εις την πόλιν μας, δηλ. στο Ηράκλειο. Ο ίδιος αναφέρει ότι, από τις 16-10-1802 μέχρι τις 8-5-1808, διετέλεσε σχολάρχης της Ελληνικής Σχολής Ρεθύμνου.
Είχε μελετήσει τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και η αρχαιογνωσία του φαίνεται στα αποσπάσματα του Ομήρου, του Ευρυπίδη κ.ά., με τα οποία διανθίζεται η αρχαΐζουσα λόγια γλώσσα των κειμένων του. Φαίνεται στα κείμενά του ότι διατηρούσε στενές σχέσεις με τον λόγιο δάσκαλο της Σχολής Χανίων, Γρηγόριο Μεγαλοβρυσανό (που έκανε σπουδές στην Ευρώπη). Κι οι δυο τους γνωρίζουν και ενστερνίζονται τις ιδέες του Διαφωτισμού, μελετώντας τα βιβλία του Κοραή, του Νικηφ. Θεοτόκη, του Σπ. Βλαντή κ.ά.
Από το 1808 ως το 1820, υπήρξε αρχικά διδάσκαλος και ύστερα σχολάρχης της Κεντρικής Σχολής Ηρακλείου με πρόσκληση του μητροπολίτη Κρήτης, Γεράσιμου Παρδαλάκη (Παρδάλη). Το 1820, η Σχολή έκλεισε λόγω της πανούκλας και ο Ζαχ. Πρακτικίδης πήγε στα Σφακιά, όπου, στο χωριό «Παναγία Θυμιανή», ίδρυσε σχολείο, στις 25-10-1820, το οποίο έκλεισε ένα χρόνο μετά, γιατί ξέσπασε η Επανάσταση του 1821-1830.
Αργότερα, ιερώθηκε κατά τον Νικόλαον Τωμαδάκη. Αποσχηματίστηκε («πέταξε τα ράσα του»), γιατί πήρε μέρος στην Επανάσταση. Μάλιστα, το 1825, παντρεύτηκε την Κατερίνα Βαρουχοπούλα. Το 1823, ετοιμαζόταν να λάβει μέρος στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους και, επειδή και όλοι οι δάσκαλοι φορούσαν ράσα και είχαν γένια, εκείνος πήρε εμφάνιση κοσμικού, γιατί έτσι απαιτούσε ο κανονισμός της Συνέλευσης.
Πρέπει να αναφερθεί ότι, από το 1790 ως το 1820, παρατηρείται αλλαγή στην Εκπαίδευση και στην πνευματική κίνηση στην Κρήτη από τις ιδέες του Διαφωτισμού, που έφεραν όσοι Κρήτες ζούσαν στη Δυτική Ευρώπη. Παράδειγμα μεγάλο, του Ιωάννη Λαζαρόπουλου (1780-1843), μαθητή του σπουδαίου δασκάλου, Βενιαμίν Λέσβιου.
Ο Λαζαρόπουλος, το 1815, δίδαξε στη Σχολή του Ρεθύμνου, που, αν και είχε μόνο 14 μαθητές, ήταν κέντρο Διαφωτισμού με σπουδαία βιβλιοθήκη, κ.λπ., όπως γράφει ο περιηγητής Sieber. Ο Ζαχ. Πρακτικίδης είχε 750 τόμους σπουδαίων βιβλίων, από τα οποία γλίτωσαν το 1821 μόλις 171.
Στα Σφακιά, η Επανάσταση του 1770 (του Δασκαλογιάννη) είχε σχέση με τα «Ορλωφικά» και τις ελληνικές ελπίδες απελευθέρωσης από την ομόδοξη Ρωσία, που απέβλεπε πάντοτε στην κάθοδό της στη Μεσόγειο με τη βοήθεια των υπόδουλων Ελλήνων. Το 1771, το φοβερό μαρτύριο του Δασκαλογιάννη έδειξε τη στάση των Τούρκων απέναντι σε κάθε επαναστατικό κίνημα.
Όταν ήλθε ο Πρακτικίδης στα Σφακιά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και πήρε το βαθμό του «Ιερέα» («Ζαχ. Τσιριγώτης του Μανουήλ, ετών 40»), 6 μέρες πριν να μυηθεί ο Πρωτόπαπας Σφακίων, Γ. Μοράκης, φίλος του Πρακτικίδη. Ήταν ανάμεσα στους 83 Κρητικούς Φιλικούς (οι 12 από το Ηράκλειο).
Το κείμενο του δασκάλου, Ζαχ. Πρακτικίδη, για την Επανάσταση γράφτηκε εν θερμώ και αναφέρεται στα γεγονότα που συνέβησαν από τον Μάρτιο ως τις 3 Σεπτεμβρίου του 1821. Δημοσιεύτηκε ολόκληρο σε αθηναϊκό περιοδικό του 1866 (η β’ δημοσίευση μετά το 1842, που έγινε σε 2 τμήματα, από τα οποία σώθηκε το δεύτερο).
Ένα επιμελημένο αυτόγραφο χειρόγραφο του Πρακτικίδη, από το οποίο σώζεται το πρώτο δεξαεξασέλιδο με γεγονότα μέχρι 21-6-1821, αλλά αναφέρει και γεγονότα της 24ης Ιουνίου. Κάποτε, μάλιστα, το διόρθωσε. Μοιάζει με ημερολόγιο και το υπογράφει με το επώνυμο «Πρακτικίδης», όπως έκανε μετά το 1823.
Το στέλνει στον Δημ. Υψηλάντη, για να το δώσει στον αδελφό του, Αλέξανδρο. Το έστειλε, όμως, και σε άλλους στη διάρκεια της Επανάστασης και διαβάστηκε το κείμενό του αυτό για την Επανάσταση στην Κρήτη από το Μάρτιο ως το Σεπτέμβριο του 1821, το οποίο ονομάζει «Ιστορία συνοπτική», θέλοντας να πει ότι το κείμενο αυτό θα μπορούσε να είναι εκτενέστερο. Αποσπάσματα βλέπουμε στην Ιστορία του του Σπυρ. Τρικούπη.
Ένα μικρό απόσπασμα από το επιμελημένο αυτόγραφο χειρόγραφο του λόγιου δασκάλου, καταγόμενου μάλλον από το Μουχτάρω (Ευαγγελισμός) της επαρχίας Πεδιάδας, θα παραθέσω παρακάτω.
Αφού ευχαριστήσω πρώτα τον αγαπητό μου φίλο, ιστορικό Μανώλη Βουρλιώτη, για τις μακροχρόνιες έρευνές του, τις σχετικές με την Επανάσταση του 1821-1830 της Κρήτης και, ειδικά, για το άρθρο του «Η βίωση της Επανάστασης του 1821 στην Κρήτη από τον Ζαχ. Πρακτικίδη», που ενέπνευσε το άρθρο μου αυτό, το οποίο χαρίζω με αγάπη στους πολίτες του Δήμου Μινώα Πεδιάδας, όπου γεννήθηκε ο λόγιος δάσκαλος Ζαχ. Πρακτικίδης, μελετητής του Διαφωτισμού, επαναστάτης του 1821 και απομνημονευματογράφος της περιόδου από τον Μάρτιο ως τον Σεπτέμβριο του 1821:
«…Τον Μάρτιον, έφθασεν εδώ εις Σφακία Νικόλαος τις Καρατζάς, πατριώτης, Απόστολος της Φιλικής Εταιρείας, όστις υποδεχθείς υπό των ενταύθα προυχόντων, εσύστησεν εις την εταιρείαν όσους έκρινε δοκιμωτέρους.
Το πράγμα εφυλάττετο υπό πάντων μυστικώτατον. Ο ανήρ επολιτεύετο ως πραγματευτής κριθαρίου, οπού τότε είχεν έλθη εν πλοίον φορτωμένον, χωρίς να δοθή υποψία μικρά εις τους δημότας.
Περί τα μέσα του Απριλίου, ελλιμενίσθη πλοίον έτερον εκ Σμύρνης, έχον καλή τύχη, και βαρούτην βαρέλλια 200 ομού με μολύβι αρκετόν. Άρχισαν οι καλοί αδελφοί να προετοιμάζωσι τα του πολέμου. Εδόθη εν τω μεταξύ η της βαρούτης είδησις εις Ρέθυμνον. Ο πασάς εδιώρισε τον κεχαγιάν να γράψη εις τους Σφακιανούς να το στείλωσιν εις Χώραν.
Ούτοι προφασιζόμενοι ότι ήτον πωλημένον, τω έστειλαν μόνα 20 βαρέλια. Είχον πωλήσει οι ασύνετοι, και εις τους Αμπαδιώτας και Μεσαρίτας, άλλο τόσον, μηδόλως τας συμβουλάς μου ακούοντες, αλλά πιστεύοντες τω Αποστόλω, ότι πλησιαζούσης της λαμπράς, θέλει τω σταλθή εν πλοίον παρά του Αυθέντου του, με 10 χλ. όπλα, και άλλα πολεμικά εφόδια, και την Παρασκευήν της Διακαινησίμου, θέλει ανάψη το γενικόν πυρ των όπλων κατά του Τυράννου. Διά τούτο και αυτοί τα αργύρια επιθυμούντες, κατεπώλησαν πλέον του ημίσεως της πυρίτιδος κόνεως και του μολύβδου.
Αφ’ ου απέρασεν η ρητή ημέρα, και σχεδόν όλος ο Μάιος, και ουκ ην φωνή των υποσχεθέντων, άρχισαν να υποπτεύωνται τον άνδρα, ως ψεύστην, και έτρεφον ουχί καλούς σκοπούς κατ’ αυτού.
Μετ’ ολίγας ημέρας ήλθε καΐκιον από Ύδραν, (όπερ είχον σταλμένον, να ζητήση βοήθειαν διά τε ξηράς και θαλάσσης, την οποίαν οι Υδραίοι και Σπετζαίοι υπεσχέθησαν τότε μετά πάσης χαράς) και έφερεν είδησιν, ότι κάποιος Θεόδωρος Νέγρης, ανεψιός του Εκλαμπροτάτου Αυθέντου Υψηλάντου, είχε φθάση εις Ύδραν, και εκείθεν ήθελε απεράσει εις Μωρέαν, προς διοίκησιν των εκείσε πολιορκητών του κάστρου.
Ο Απόστ. Νικόλαος, γνωρίσας τους σκοπούς των Σφακιωτών, εφεύρε τρόπον, και εζήτησε να τω δοθώσι γράμματα, να υπάγη μόνος του να ανταμώση τον Κύριον Θεόδ. και να τον ζητήση και εφόδια του πολέμου, και στρατιώτας εν ταυτώ, το οποίον και επέτυχεν. Εμβαρκαρισθείς λοιπόν ευθύς εφοδιασμένος με γράμματα των Καστελιωτών, ανεχώρησεν εις Ύδραν, όπου ζητήσας τον Θεόδ. και μην ευρίσκων τοιούτον όνομα, διέτριψεν ικανάς ημέρας εκείσε, χλευαζόμενος υπό των Υδραίων.
Οι αλιτήριοι Τύραννοί μας εδώ, είχον την μιαράν των νηστείαν (ραμαζάνι) και συναζόμενοι εις τους καφφενέδες την νύκταν, έκαναν συμβούλια εις Χανία και Ρέθεμνος, άμα οπού εορτάσωσι το βδελυρόν μπαϊράμι των, να εκστρατεύσωσιν εις Σφακία, και να εξολοθρεύσωσιν άπαντας. Ειδήσεις επρόφθαναν καθημέραν και εκ των δύω μερών οι συστηθέντες αδελφοί. Οι ενταύθα προβλέποντες τον επικείμενον κίνδυνον εποίουν προετοιμασίας καθεκάστην, πλην Σφακιώτικας.
Ο άγιος Κρήτης εκράζετο ακαταπαύστως δις της ημέρας παρά του ηγεμώνος, ερωτώμενος περί των χριστιανών. Απήντα με όλους τους δυνατούς πολιτικούς τρόπους του τας ορμάς των Τυράννων. Αλλ’ αυτοί τρέφοντες τον ιόν εις τας καρδίας των, εκαιροφυλάκτουν, έως ου εύρον τον καιρόν επιτήδειον, να εξεμέσωσι, τον οποίον κατά των χριστιανών εμελέτων εξολοθρευμόν.
Τη 24 Ιουνίου (1821) ήσαν και εκ των Αρχιερέων ο Κνωσσού, Χερρονήσου, Λάμπης, και Σιτείας συνηγμένοι εις την Μητρόπολιν, διά να ακούσωσιν εν φερμάνι, απεσταλμένον εκ της Κωνσταντινουπόλεως, παρά του τυράννου διά τον ρεαγιάν.
Ο δήμος συνήχθη, και απέκλεισαν τας πύλας όλας του τείχους, και ωρμήσαντες εις την Μητρόπολιν, εν ω ήσαν συνηγμένοι εις την λειτουργίαν οι χριστιανοί, έκλεισαν τας πόρτας της αυλής, και εισελθόντες ένδον του Ναού, άρπαξαν ληστρικώς από του θρόνου τον ευλογημένον Γέροντα, και απέκοψαν, φευ! με τόσην ιταμότητα την ιεράν του κεφαλήν.
Ο Πρωτοσύγκελλός του Διονύσιος, θεωρήσας τούτο το ανόσιον εγχείρημα, ετράβηξεν εν υποκόλπιον πιστόλι, και το άναψεν απάνω του δημίου, και τον έρριψεν ο πιστός δούλος ευθέως κατά γης! και εν τω άμα εκαρατομήθη και ούτος]. Εφονεύθησαν δε και οι λοιποί των Αρχιερέων, μετά των εφημερίων, και [όλων] τριών εκ των Πατέρων της Αγίας Ζώνης.
Μετ’ εκείνους εστράφησαν προς τους παρευρεθέντας χριστιανούς, φονεύσαντες υπέρ τους 400 εν οις ήτον και ο Ιωάννης Λευθεραίος ο λογοθέτης, του οποίου τα εξαίρετα προτερήματα να διηγήται τις κατά μέρος δεν είναι του παρόντος [σκοπού] καιρού.
Διεσπάρησαν έπειτα εις όλην την πόλιν, συντρίβοντες με αλλαλαγμόν τας πόρτας των χριστιανών, και φονεύοντες εξίσου όσους εύρισκον. Μετά 6 ώρας ανοίξαντες τας βασιλικάς πύλας, εξήλθον μέρος, και διασπαρέντες εις τα χωρία, έκαμαν φθοράν ανεκδιήγητον.
Οι δε λοιποί έχοντες την ιεράν κεφαλήν του ευλογημένου Πατρός αγίου Κρήτης, πομπεύσαντές την εις όλην την πόλιν, την επρόσφεραν εις τον ηγεμόνα, όστις αντί βραβείου, εκτείνας την χείρα, έδωκε μίαν τύφλαν εις τον κομίσαντα, ότι δικαίως κινούσι τον ρεαγιάν εις αποστασίαν.
Ότι αυτός ηγάπα τον Κρήτης εις υπερβολήν, και δεν ήθελεν να θανατωθή κατ’ ουδένα τρόπον. Αλλ’ οσάκις τον εζήτησαν, τον διεφέντευσε τα δυνατά. Εφόνευσαν και τους δύω αδελφούς του, τας δε γυναίκας, και θυγατέρας, και δούλας των, λαβόντες τας ατίμαζον, ως διαφερούσας των άλλων κατά την ωραιότητα.
Έφθασεν η απευκταία αύτη είδησις και εις τα Σφακία από τους Κουρμούλιδες, τους οποίους εστάλησαν τρία πλοία εις Μεσαράν, και παρέλαβον ομού με όλους τους εγχωρίους των χριστιανούς, οίτινες ήσαν υπέρ τους 1200 συν γυναιξί και τέκνοις.
Οι καλοί Σφακιώται, μαθόντες τα περί Αρχιερέως των και των λοιπών, ενθουσιάσθησαν, και δεν ηδυνήθησαν πλέον να χαλινώσωσιν εαυτούς! Όθεν έδωκαν την είδησιν εις τους πλησιοχώρους Λακιώτας, και Θερισιώτας, οίτινες προ πολλού τοις υπησχέθησαν την συμμαχίαν, και απεφάσισαν να ενωθώσι, και να εξορμήσωσι μέρος μεν εις Χανία, μέρος δε εις Ρέθυμνον.
Επαριθμηθέντες ουν, ευρέθησαν οι μεν Σφακιώται 700 οπλίται, οι δε Λακιώται μετά των Θερισιωτών, 1300, ήσαν δε και εκ των Μεσαριτών 200 ώστε σύμπας ο στρατός συνεκροτήθη από 2200 οπλίτας.
Εδιώρισαν δεκάρχους, πεντηκοντάρχους, και Αρχηγόν όλου του στρατού, τον γενναίον ήρωα Γεώργιον Δασκαλάκην, Τζελεπήν το επώνυμον, και τον Καπετάν Αναγνώστην Παναγιώτου (Σφακιώται ούτοι αμφότεροι, εκ κώμης Ανωπόλεως) συνηρηθμήθη με αυτούς και τρίτος Αρχηγός, ονομαζόμενοςΡούσος, Πουρδουμπάς το επώνυμον, εκ της χώρας των Σφακίων, όχι κατώτερος των δύω πρώτων και ούτος.
Εις αυτόν ηκολούθη και ο εις των Κουρμούλιδων, Χουσεΐνης (ο Μιχαήλ), έχων μεθ’ εαυτού και τους υιούς και εγχωρίους του. Και πρώτον μεν εσύστησαν Καγγελαρίας δύω, την μίαν εις Λουτρόν, λιμένα των Σφακίων, και την άλλην εις την Χώραν των Σφακίων, όπου συνεφώνησαν να στέλλωσιν οι Αρχηγοί του στρατού τα λάφυρα των εχθρών, διά να διανεμηθώσι μετά την παύσιν του πολέμου εις τους στρατιώτας, κατά την ενός εκάστου πρόθυμον εκδούλευσιν, το οποίον διελάμβανεν ούτω, και ο παρά του Υψηλάντου προαποσταλείς εκ Πελοποννήσου Ιερός Νόμος.
Έδωκαν προς τούτοις και άλλας υποσχέσεις προς αλλήλους, τας οποίας εάν άχρι τέλους εφύλαττον, δεν ήθελον κατατροπωθώσιν υπό των εχθρών, ως ακολούθως δηλωθήσεται…».