«Τύχη αγαθή» έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο του Μιχ. Βρεττάκη: «Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΚΑΝΤΙΑ, ΜΙΑ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΣΤΗ ΒΙΕΝΝΗ». Το θέμα αυτό προτίθεμαι να συζητήσω σήμερα, παρουσιάζοντάς το στους αναγνώστες.
Δεν πρόκειται βέβαια για παρουσίαση αυτού του αξιόλογου και αποκαλυπτικού βιβλίου, πολύ περισσότερο προτίθεμαι, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου (2025), να μιλήσω για τη σχεδόν άγνωστη κυρά της Κάντια, που βρίσκεται εδώ και 357 χρόνια στον αυτοκρατορικό ναό της Βιέννης.
Θυμίζω στους αναγνώστες δύο βασικές χρονολογίες: Το έτος 1204, που η Κρήτη έπεσε στους Ενετούς (Βενετούς), και, το 1669, που η Κρήτη, μετά από 465 χρόνια ενετοκρατίας, έπεσε στα χέρια των Τούρκων.
Είναι αλήθεια ότι οι Ενετοί, με τον αρχιστράτηγό τους, Φραγκίσκο Μοροζίνι, έστερξαν να ζητήσουν βοήθεια από διάφορες χριστιανικές χώρες τις Ευρώπης, ώστε η χριστιανική Κρήτη να μην πέσει στα χέρια των αλλοθρήσκων. Με προτροπή μάλιστα του Πάπα Κλήμεντος Θ΄, έφτασαν στον Χάνδακα, κατά τα τελευταία έτη της πολιορκίας του, στρατεύματα από διάφορες χριστιανικές χώρες.
Όπως αναφέρει δε και ο Μιχ. Βρεττάκης, ο Αυστριακός αυτοκράτορας της τότε Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Λεοπόλδος ο Α΄, απέστειλε 2.400 στρατιώτες, υπό την αρχηγία Heinrich Ulrich von Kilmannsegg.
Παρά τις απεγνωσμένες όμως αυτές ενέργειες του Φραγκίσκου Μοροζίνι, οι Ενετοί δεν μπόρεσαν να αναχαιτίσουν τις ορδές των Τούρκων. Έτσι, μετά από 22 ετών πολιορκία, ο πανίσχυρος Χάνδακας έπεσε στα χέρια τους, στις 4 Οκτωβρίου 1669.
Κατόπιν τούτου, οι Ενετοί φόρτωσαν σε πέντε καράβια όλες τις αποσκευές τους -δημόσια έγγραφα και ό,τι άλλο πολύτιμο είχαν- και αναχώρησαν για τη Βενετία. Είναι γνωστό ότι, εξ αυτών, τα δύο καράβια βούλιαξαν και μόνο τα τρία κατόρθωσαν να φτάσουν στον προορισμό τους.
Ας αναφερθεί, με την ευκαιρία αυτή, ότι η χώρα μας έχει ιδρύσει εδώ και πολλά χρόνια, στη Βενετία, το «Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών», όπου νέοι κυρίως επιστήμονες ερευνούν τα αρχεία αυτά και ανασύρουν διαρκώς νέες γνώσεις από τα επίσημα στοιχεία που βρίσκονται εκεί. Διευθυντής του Ινστιτούτου διετέλεσε, επί σειρά ετών, ο Ρεθύμνιος Μανούσος Μανούσακας, τον οποίο διαδέχθηκε ο Ηρακλειώτης Νίκος Παναγιωτάκης.
Μαζί με όλα αυτά, οι Ενετοί πήραν μαζί τους πολύτιμα και βαρύτιμα ιερά κειμήλια της Ορθοδοξίας, με αποκορύφωμα την τίμια Κάρα του Αγίου Τίτου, πρώτου επισκόπου Κρήτης. Βέβαια, η Αγία Κάρα επαναπατρίστηκε, το 1966, επί αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου.
Χαρακτηριστικό είναι το αναμνηστικό μετάλλιο που απονεμήθηκε τότε και που, όπως γνωρίζω, είναι σπάνιο σήμερα. Το παρουσιάζω εδώ, αφού ο κάτοχός του και καλός μου φίλος, Γιάννης Γαλανάκης, είχε την ευγενή καλοσύνη να το θέσει στη διάθεσή μου για τον σκοπό αυτό.
Εικόνα 1: Αναμνηστικό μετάλλιο επανακομιδής της Αγίας Κάρας του αποστόλου Τίτου
Όπως ενδεχομένως μπορεί να διακρίνει ο αναγνώστης, στην πρώτη πλευρά του αναμνηστικού αυτού μεταλλίου εικονίζεται η μορφή του Αποστόλου Τίτου. Στην πίσω πλευρά, αναγράφεται με κεφαλαία γράμματα, στην άνω μισή κυκλική πλευρά του μεταλλίου, ΕΝΕΤΙΑ 1669 – ΗΡΑΚΛΕΙΟ 1966.
Στο επάνω μέρος του υπάρχει Σταυρός και ακριβώς από κάτω εικονίζεται η Κρήτη. Λίγο πιο κάτω αναγράφεται με εκκλησιαστική γραφή: «Εις ανάμνησιν της επανακομιδής της Τιμίας Κάρας του Αποστόλου Τίτου». Όσοι είχαν την ευλογία να βιώσουν το γεγονός αυτό, θυμούνται σήμερα την κοσμοπλημμύρα στις οδούς και τις πλατείες του Ηρακλείου, την πίστη και τη χαρά, με την οποία η Κρήτη υποδέχθηκε τον Απόστολο Τίτο κατά τον επαναπατρισμό του.
Ένα από τα ιερά κειμήλια που φυγαδεύτηκε επίσης με την πτώση του Χάνδακα είναι η Κυρά της Κάντια, η ξενιτεμένη μας Παναγία, για την οποία γίνεται λόγος στο βιβλίο του Μιχ. Βρεττάκη.
Πρόκειται για εικόνα που ιστορείται κατά το αρχέτυπο της εικόνας του Ευαγγελιστή Λουκά και χαρακτηρίζεται ως «Οδηγήτρια». Η εικόνα υπήρχε στην εκκλησία του Χάνδακα, γνωστή ως ο «Άγιος Νικόλας των Τσαγκάριδων». Και επειδή πρόκειται να κάνομε ένα μικρό ταξίδι στον χρόνο και να γυρίσομε 357 χρόνια πίσω, μου έρχεται στον νου η φράση ενός σύγχρονου Άγγλου συγγραφέα:
«Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα. Εκεί τα πάντα είναι διαφορετικά». Πώς να γνωρίζομε, λοιπόν, σήμερα, ποιος είναι ο ναός αυτός και ποια η θέση που βρισκόταν; Γνωρίζαμε ότι μάλλον πρέπει να ήταν κάπου εκεί κοντά, όπου βρίσκεται σήμερα ο ναός του Αγίου Δημητρίου, αλλά δεν υπήρχε κάποια ένδειξη για το ακριβές σημείο.
Ωστόσο, κάποιος ιδιώτης αγόρασε τα ερειπωμένα χαμόσπιτα της γύρω περιοχής και άρχισε να ανοίγει τα θεμέλια για μια νέα και μεγάλη οικοδομή. Με τις εκσκαφές αυτές, ακριβώς στη γωνία της οδού «Μονής Αγκαράθου» και «Μητσοτάκη», άρχισαν να γίνονται αντιληπτά τα λείψανα ενός μικρού ναού. Παρενέβη τότε η αρχαιολογική υπηρεσία και, το έτος 2002, προβαίνει στην ακόλουθη γνωμάτευση:
Εικόνα 2: Η γνωμάτευση της αρχαιολογικής υπηρεσίας
Όποιος επισκεφθεί σήμερα το σημείο αυτό της μεγάλης οικοδομής και μπει στο γραφείο που βρίσκεται ακριβώς στη γωνία των οδών που προαναφέραμε (από την είσοδο της οδού Μητσοτάκη), θα δει τα απομεινάρια του ναού κάτω από το πόδια του.
Με παρέμβαση προφανώς της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, αντί άλλου δαπέδου, έχουν τοποθετηθεί στον χώρο διαφανή κρύσταλλα, που καθιστούν τα υπολείμματα του ναού ορατά. Διαπιστώνεται, λοιπόν, ότι εδώ, στο υπόγειο της οικοδομής, βρίσκεται ο ναός από όπου προέρχεται η Κυρά της Κάντια.
Αυτή ήταν η πρώτη «κατοικία» της σπουδαίας και θαυματουργής εικόνας. Το ιστορικό της διασώζεται και παρατίθεται με συντομία στο βιβλίο του Μιχ. Βρεττάκη. Εκεί υπάρχουν ένορκες μαρτυρίες, σύμφωνα με τις οποίες η εικόνα ήταν γνωστή στους κατοίκους ως θαυματουργή.
Προφανώς, μέσα στην αναστάτωση και τον χαμό της Άλωσης, «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», ένας γέρος ιερέας δεν ήθελε να αφήσει τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας να πέσει στα χέρια των Τούρκων. Την πήρε λοιπόν μαζί του και παρακάλεσε τον στρατηγό Heinrich Ulrich von Kilmannsegg, για τον οποίο μιλήσαμε παραπάνω, να τον πάρει μαζί του για να διασώσει την εικόνα της Παναγίας.
Στο μεταξύ, ο ιερέας δεν άντεξε προφανώς τις ταλαιπωρίες του ταξιδιού και πέθανε καθ’ οδόν.
Ο στρατηγός, γνωρίζοντας τις θαυματουργικές ικανότητες που διέκριναν την Κυρά της Κάντια, φρόντισε για την εικόνα, η οποία τοποθετήθηκε στον ναό του Μιχαήλ Αρχαγγέλου στη Βιέννη. Πρόκειται για μια ενοριακή καθολική εκκλησία στο ιστορικό κέντρο της πόλης, ακριβώς μπροστά από τα αυτοκρατορικά ανάκτορα Χόφμπουργκ των Αψβούργων της Αυστροουγγαρίας.
Έτσι, η Κυρά της Κάντια, από τον ταπεινό ναΐσκο του Αϊ Νικόλα των Τσαγκάριδων της Κάντια, βρέθηκε να κοσμεί τον αυτοκρατορικό ναό στο ιστορικό κέντρο της Βιέννης. Δεσπόζει μάλιστα σε περίοπτη θέση μέσα στο «Άγιο Βήμα», όπως θα λέγαμε με βάση την ορθόδοξη αρχιτεκτονική των ναών.
Στην περίοπτη αυτή θέση, κατασκευάστηκε ένα μνημειώδες γλυπτό, η κάθοδος των Αγγέλων, που εκτείνεται από την οροφή ως το δάπεδο της εκκλησίας. Ψηλά, σε εντελώς δεσπόζουσα θέση αυτού του γλυπτού καλλιτεχνήματος, απαστράπτει η Κυρά της Κάντια, υποβασταζόμενη από Χερουβείμ και πλαισιωμένη από τους τέσσερις Ευαγγελιστές και από τους Αγίους Σεβαστιανό και Ρόκο, προστάτες των πιστών από την πανώλη. Η εικόνα αυτή καθ’ αυτή περιβάλλεται από επίχρυσα ακτινωτά φωτοστέφανα και από κορώνα στο επάνω μέρος, όπως φαίνεται στη φωτογραφία.
Στο μεταξύ, ήρθε στο φως και ένα άλλο γεγονός υψηλού ενδιαφέροντος, από τον σημερινό αρχιεπίσκοπο Κρήτης, κ. Ευγένιο: Το 1984, ο καρδινάλιος της Βιέννης είχε επισκεφθεί τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο Κρήτης, Τιμόθεο, και έφερε ως δώρο μια χαλκογραφία από την Κυρά της Κάντια.
Ας ακούσομε από τον ίδιο τον σεβασμιότατο ένα απόσπασμα από τον πρόλογό του στο εν λόγω βιβλίο: «Ανασκάπτοντας το παρελθόν της τοπικής μας ιστορίας και τακτοποιώντας στο ιστορικό μας αρχείο τα κατάλοιπα του μακαριστού προκατόχου μας μακαριστού Τιμοθέου, δοκιμάσαμε την έκπληξη που πλήρωσε χαρά την καρδιά μας, μια χαλκογραφία της Παναγίας της Κυράς της Κάντια, η οποία προσφέρθηκε σε εκείνον, στις 22-5-1984, από τον καρδινάλιο της Βιέννης, Karl Koenig (1956-1985)».
Το γεγονός αυτό, ο σεβασμιότατος ερμηνεύει ως μία ακόμη ένδειξη ότι «η ίδια η Παναγία επιθυμεί τη φανέρωση (…) όλων αυτών για να δοξαστεί το όνομα του Θεού, που βρίσκει αμέτρητους τρόπους για να διασχίζει την ιστορία» και να αποκαλύπτεται ενώπιόν μας.
Η τιμή και ο σεβασμός, με τον οποίο ο κόσμος της Βιέννης περιβάλλει την Κυρά της Κάντια, προκύπτει από πολλές πλευρές. Χαρακτηριστικό είναι, ωστόσο, το ακόλουθο γεγονός: Το πρωί της 18ης Δεκεμβρίου 1975, έμελλε η σεπτή εικόνα της Μεγάλης Κυράς να απουσιάζει από τον ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Προς μεγάλη λύπη των κατοίκων της Βιέννης, είχε κλαπεί. Δύο χρόνια αργότερα ξαναβρέθηκε. Ο πανηγυρικός τρόπος με τον οποίο εορτάστηκε η επαναφορά και η εκ νέου τοποθέτησή της, ύστερα από μια μεγαλειώδη περιφορά της στη Βιέννη, υπήρξε μοναδικός, χιλιάδες άτομα παρακολούθησαν την πομπή της οποίας ηγούνταν οι εκκλησιαστικές και οι κρατικές υπηρεσίες της πόλης. Της αποδόθηκαν τιμές, ανάλογες με αυτές του αρχηγού κράτους, όπως προκύπτει και από το φωτογραφικό υλικό που δημοσιεύεται στο βιβλίο του Μιχ. Βρεττάκη.
Θα μπορούσα να γράψω πολύ περισσότερα από τα ελάχιστα που γνωρίζω κι εγώ για την αιώνια και θαυματουργή Κυρά της Κάντια, μέσα από το βιβλίο και την ξενάγηση του πατρός Εμμανουήλ Ζερβάκη.
Όμως, ο χώρος δεν μου το επιτρέπει. Εξάλλου, το βιβλίο βρίσκεται στην ενορία του Αγίου Δημητρίου, από όπου μπορεί να αντλήσει κανείς περισσότερα στοιχεία και πληροφορίες. Θέλω να πιστεύω, επίσης, ότι η έρευνα δεν θα κλείσει εδώ. Υπάρχει πάντα δρόμος ανοιχτός.
Έτσι, μπορεί να συναντήσομε κάποιους από τους τρόπους με τους οποίους ο Θεός διασχίζει τον χρόνο και την ιστορία και αποκαλύπτεται μπροστά μας, όπως γράφει ο σεβασμιότατος αρχιεπίσκοπος Κρήτης, κ. Ευγένιος. Οι ημέρες του Πάσχα προσφέρονται για τέτοιες εσωτερικές αναζητήσεις.
Καλό Πάσχα, λοιπόν, και Καλή Ανάσταση.
Ο Ι. Ε. Πυργιωτάκης είναι ομότιμος καθηγητής και πρ. αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Κρήτης, μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών