Η επίκληση του επιχειρήματος περί θεμελιωδών και αδιαπραγμάτευτων δικαιωμάτων είναι ανυπόστατη, με βάση την κοσμοθεωρία αυτών που τα επικαλούνται συνήθως.
Κυρίως, όμως, είναι επικίνδυνη, γιατί δημιουργεί ένα αφελές συναίσθημα προστασίας, σαν αυτό που νιώθουν τα παιδιά όταν λένε «καθρεφτάκι» και, κατά συνέπεια, έναν πλασματικό εφησυχασμό.
Ότι πρόκειται για ανυπόστατο επιχείρημα, γίνεται σαφές αν θέσει κανείς το ερώτημα: Πού, σε ποια βάση θεμελιώνονται τα δικαιώματα αυτά;
Κάτι είναι θεμελιώδες και αδιαπραγμάτευτο όταν είναι οικουμενικό, αυταπόδεικτο, ή βασίζεται σε κάποιον φυσικό νόμο ή θεολογικό αξίωμα. Το τελευταίο δεν θα το συζητήσω.
Η οικουμενικότητα της έννοιας και των περιεχομένων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικότερα έχει αποδομηθεί από σύγχρονους δυτικούς και μη-δυτικούς στοχαστές, λόγω εθνοκεντρισμού (ατομοκεντρικά, αθεϊστικά κ.λπ.).
Επίσης, δεν είναι αυταπόδεικτα, αφού στηρίζονται σε επιχειρηματολογία· είναι, δηλαδή, παράγωγα άλλων επιχειρημάτων. Ούτε όμως μπορεί να θεμελιωθούν στην Ιστορία, η αντίληψη της οποίας ως μια συνεχή πρόοδο (ηθική, πολιτική, δημοκρατική) έχει αποδομηθεί θεωρητικά και εμπειρικά.
Τέλος, το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν μπορεί να βασιστεί στη γυναικεία φύση. Και αυτή έχει αποδομηθεί από το ίδιο το φεμινιστικό κίνημα, όταν απέκλεισε κάθε πηγή προνομιούχου και εξουσιαστικού λόγου για το γυναικείο φύλο, ξεκινώντας από τις ίδιες τις γυναίκες βιολόγους, φιλοσόφους, ανθρωπολόγους.
Αν, ωστόσο, συμβιβαστούμε, κάνοντας ένα πισωγύρισμα σε σχέση με τα ριζοσπαστικά, προοδευτικά συμπεράσματα των σπουδών φύλου και αποδεχθούμε τη δυνατότητα εκφοράς εξουσιαστικού λόγου για το γυναικείο φύλο, ποιους θα αποδεχόμασταν για να τον αρθρώσουν; Ένα πάνελ ειδικών και επιστημόνων; Δύσκολα.
Πάλι θα καταλήγαμε στη δημοκρατία, στη δημόσια διαβούλευση και τον αγώνα, όπως ακριβώς έγινε και εξ αρχής για την κατοχύρωσή του.
Με τη μεταφυσική έννοια του αδιαπραγμάτευτου, θεμέλιο δεν υπήρξε ποτέ. «Οι γυναίκες» δεν πέτυχαν την νομική κατοχύρωση αυτού του δικαιώματος επειδή έπεισαν την κοινωνία, σε θεωρητικό επίπεδο, για τη θεμελιώδη φύση του. Το πέτυχαν μέσω κοινωνικό-πολιτικής διεκδίκησης, μέσω αγώνα.
Είναι, ξεκάθαρα λοιπόν, καιρός να φανταστούμε ως πιθανότητα ένα μέλλον όπου «οι γυναίκες» συγκροτούν αιτήματα απαγόρευσης της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος.
Αλλά ποιες είναι «οι γυναίκες»;
«Οι γυναίκες» υπάρχουν, όπως υπάρχει «ο λαός». Τις φανταζόμαστε ως μια ομάδα ανθρώπων, που υπάρχουν, στην περίπτωση μιας ελληνικής νομοθεσίας, μέσα σε ένα κράτος -την Ελλάδα. Αλλά πέρα από ανδρικές συνωμοσιολογίες, οι γυναίκες δεν οργανώνουν συναντήσεις, όπου προσκαλούν όλα τα μέλη της ομάδας του φύλου τους εντός της επικράτειας.
«Οι γυναίκες» της Ελλάδας δεν υπάρχουν ως λίστα, δεν αποτελούν συνολικά κοινό-στόχο για κάποια διαφημιστική ή πολιτική καμπάνια. Γενικά, εκτός από το gov για προληπτικές εξετάσεις, κανείς δεν απευθύνεται σε αυτές καθολικά.
«Οι γυναίκες» συγκροτούνται με τον τρόπο που περιγράφουν οι Laclau και Σταυρακάκης ότι συγκροτείται και «ο λαός», όταν δηλαδή αποφασίσουν να συγκροτηθούν ως «γυναίκες», όπως συνέβη τις δεκαετίες του ’70-’80.
Οπότε μπορούμε να φανταστούμε ως πιθανότητα, «τις γυναίκες» να συγκροτούνται ως μια ομάδα ανθρώπων, που θέτει ως κεντρικό αίτημα και λόγο συγκρότησης την απαγόρευση της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος. Δεν χρειάζεται να είναι το σύνολο των Ελληνίδων που το αιτούνται, όπως δεν ήταν και το σύνολο των γυναικών υπέρ της αυτοδιάθεσης, όταν αυτή κατοχυρώθηκε το 1986. Όσο για το αν απαιτείται πλειοψηφία, αρκεί να θυμηθούμε ότι το 41% της ΝΔ αντιστοιχεί σε 2,3 εκατομμύρια πολίτες.
Κάνουν το αίτημα αυτό «σημαία» που αντιπροσωπεύει ένα σωρό άλλα (δημογραφικό, οικογένεια, πολιτισμός, θρησκεία, εθνική ασφάλεια) και αντιπαρατίθεται σε μια σειρά έτοιμων εχθρών που ισχυρίζεται ότι αποκλείουν την ικανοποίησή του: φεμινίστριες, woke, LGBTQ+, παγκοσμιοποίηση, Ευρώπη, αριστερά, κέντρο, κεντροδεξιά, μη-συντηρητική ακροδεξιά (βλ.AfD), ακόμη και τη ΝΔ του Μητσοτάκη, που ψήφισε το γάμο ομοφυλοφίλων.
Γιατί, όμως, είναι τώρα η ώρα να τα φανταστούμε όλα αυτά; Για να συνειδητοποιήσουμε ότι όχι μόνο αυτά που ονομάζουμε θεμελιώδη δικαιώματα δεν υφίστανται ως τέτοια, αλλά, κυριότερα, ότι οι επικλήσεις τους είναι ανίκανες να λειτουργήσουν προστατευτικά.
Όχι επειδή ο Τραμπ κατήργησε το διεθνές δίκαιο και κάθε ανάγκη ηθικολογίας, αλλά επειδή εμείς οι ίδιοι αποδομήσαμε τις μεταφυσικές βάσεις τους, θεωρητικά και πρακτικά, εδώ και χρόνια. (Όσον αφορά το θεωρητικό σκέλος, ορθώς).
Τώρα όμως δεν μπορούμε να τις επικαλούμαστε α λα καρτ. Πρέπει απλά να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για τα δικαιώματα αυτά, ακριβώς επειδή δεν είναι από τη φύση τους, κεκτημένα, θεμελιώδη ή ιερά αλλά δικές μας κοινωνικές κατασκευές.
Δεν προσπαθώ να υπερασπιστώ τη συγκεκριμένη πρόταση για διαβούλευση της Καρυστιανού. Διαφωνώ, όμως, κάθετα με την επίκληση της θεμελιώδους και αδιαπραγμάτευτης φύσης των δικαιωμάτων αυτών ως γραμμή υπεράσπισής τους.
Ο Θεοχάρης Παπαδάκης είναι γενικός γραμματέας στον Εμπορικό Σύλλογο Ηρακλείου