Με την επανάκαμψη του Τραμπ στο Λευκό Οίκο, οι ιθύνοντες των χωρών της Ευρώπης βρέθηκαν επανειλημμένως μπροστά σε πληθώρα λεκτικών προκλήσεων και απτών γεγονότων, χωρίς να έχουν σοβαρή και χειροπιαστή απάντηση στα μεγάλα διεθνή προβλήματα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η στάση τους στο ζήτημα της Ουκρανίας, όπου ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί κάποιο είδος ειρήνης, ενώ δεν αρέσκονται και στη σχέση αυτού με τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Πριν κάποιες εβδομάδες, πληροφορήθηκαν έκπληκτοι τις σημειώσεις της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (National Security Strategy, NSS) για την πολιτισμική αποδυνάμωση της Ευρώπης, τις μεταναστευτικές της πολιτικές και πολλά άλλα.
Είναι προφανές ότι οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να προσκολλώνται στις ιδέες που χαρακτήριζαν τη δυτική πολιτική σκέψη μεταξύ 1990 και 2020, αδυνατώντας να ερμηνεύσουν όσα έρχονταν! Τα μέσα ενημέρωσης της Ευρώπης και πολλοί διανοούμενοί της είναι δημιουργήματα εκείνης της περιόδου. Μισούν την αποκαλούμενη ‘MAGA’ (Make America Great Again) του Τραμπ και τα ευρωπαϊκά ανάλογά της, αλλά δεν κατανοούν τη βαθύτερη ουσία, θεωρώντας την άνοδο της Λεπέν και του Φάρατζ ως ρωσική συνωμοσία.
Η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας ίσως παρουσιάζεται απεχθής, προσπαθώντας να οικοδομήσει έναν νέο αμερικανικό εθνικισμό, αλλά αποτελεί δήλωση εξωτερικής πολιτικής που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Σε παράλληλη πορεία βρίσκεται και η «Συμφωνία Mar-a-Lago», η οποία απορρίφθηκε, παρόλο που είναι το επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής του Τραμπ και αναφέρεται σε σύνολο οικονομικών και εμπορικών πολιτικών που είχαν ως στόχο την αντιμετώπιση της υπερτίμησης του αμερικανικού δολαρίου, ώστε να καταστούν τα αμερικανικά προϊόντα ανταγωνιστικότερα παγκοσμίως, με ταυτόχρονη χρήση δασμών, ώστε οι ΗΠΑ να αποκτήσουν πλεονέκτημα έναντι άλλων χωρών στο παγκόσμιο εμπόριο, ενώ επιπλέον οι Ευρωπαίοι πρέπει να τις πληρώνουν για εγγυήσεις ασφαλείας με τη μορφή αυξημένων στρατιωτικών προμηθειών.
Επιφανειακά τουλάχιστον, οι ΗΠΑ ανασταίνουν το Δόγμα Μονρόε του 1823, κάτι που ο σημερινός υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, έχει ρητά δεσμευτεί να υλοποιήσει. Εκείνο όριζε ότι οι ΗΠΑ δεν θα ανέχονταν παρέμβαση στις εσωτερικές τους υποθέσεις από πρώην αποικιακές τους δυνάμεις και ότι ομοίως δεν θα παρενέβαιναν στην πολιτική άλλων χωρών.
Όμως, ο Τραμπ θεωρεί τις ξένες χώρες ως συναλλακτικούς επιχειρηματικούς εταίρους ή ανταγωνιστές, μια σαφής αναδιάταξη των παραδοσιακών ρόλων. Σήμερα, η Ε.Ε. θεωρείται ανταγωνιστής, ενώ η Ρωσία μελλοντικός επιχειρηματικός εταίρος. Ο Τραμπ έκανε συμφωνίες με Άραβες ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Σύρου πρόεδρου και πρώην μέλους τής Αλ Κάιντα.
Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που η παραδοσιακή εξωτερική πολιτική είναι συγκεχυμένη. Η Μόσχα, πιθανότατα, θα είναι ο πιο ωφελημένος από την νέα προσέγγιση. Σε αντίθεση με τους περισσότερους δυτικούς, ο Τραμπ κατανοεί την εμπορική ισχύ της Ρωσίας. Είναι από τις πλουσιότερες σε πόρους χώρες, όχι μόνο σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, και ο μεγαλύτερος παραγωγός παλλαδίου στον κόσμο.
Διαθέτει μεγάλα ανεξερεύνητα κοιτάσματα σπάνιων γαιών στη Σιβηρία και είναι μεγάλος παραγωγός νικελίου, χαλκού, αλουμινίου και ψευδαργύρου. Ταυτόχρονα, η Ρωσία επωφελείται από την υπερθέρμανση του πλανήτη, η οποία στην Αρκτική ανοίγει σταδιακά τη Βόρεια Θαλάσσια Οδό, ένα πέρασμα που εκτείνεται από την Αλάσκα μέχρι τη Νορβηγία. Ο Τραμπ το έχει ενστερνισθεί αυτό, ενώ η Ευρώπη όχι.
Υπάρχει ένα απόσπασμα στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας (NSS), ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για την τρέχουσα επιρροή της Αμερικής και την παρακμή της Ευρώπης. Το απόσπασμα επισημαίνει τις αιτίες για την ισχύ των ΗΠΑ, η οποία δεν οφείλεται τόσο στη στρατιωτική πραγματικότητα, αλλά αντίθετα κάνει λόγο για ένα ευέλικτο πολιτικό σύστημα, που μπορεί να διορθώνει την πορεία του, την πιο καινοτόμο οικονομία παγκοσμίως, τον τεχνολογικό τομέα και το κορυφαίο χρηματοπιστωτικό σύστημα και νόμισμα στον κόσμο.
Η Ευρώπη αδυνατεί να καυχηθεί για κάποιο από τα παραπάνω. Με δεδομένο το έλλειμμα στρατηγικής διορατικότητας, οι Ευρωπαίοι έχουν βασιστεί στις ΗΠΑ για την παροχή κρίσιμων υπηρεσιών, όπως το χρηματοοικονομικό σύστημα και τη στρατιωτική προστασία, ενώ ουσιαστικά έχουν εγκαταλείψει την καινοτομία. Στην Ε.Ε., ανέκαθεν προείχαν τα στενά εθνικά συμφέροντα.
Ακόμη και η ενιαία αγορά, που κάποτε ήταν το επίτευγμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, έχει συνθλιβεί -λένε- από την υπερβολική ρύθμιση. Σήμερα, η πολιτική της Ευρώπης βρίσκεται σε στασιμότητα, υπάρχει κίνδυνος πολιτισμικής έκπτωσης, ενώ αιτία δεν είναι η μετανάστευση αλλά η υπερβολική εξάρτηση από τις ΗΠΑ, γεγονός που έχει δημιουργήσει πολιτική αδράνεια και ένα σύνολο αποτυχημένων κρατών.
Η Ευρώπη, το 1990, αποτελούσε το 25% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής, ενώ σήμερα, το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 14%, με την οικονομική και πολιτική αδυναμία της να οδηγεί σε έλλειψη αυτοπεποίθησης. Πουθενά αυτό δεν είναι εμφανέστερο από ό,τι στη σχέση της Ευρώπης με τη Ρωσία. Η ευρωπαϊκή πολιτική, ισχυρίζονται, βασίζεται στην ιδέα ότι η Ουκρανία μπορεί ακόμα να απωθήσει τη Ρωσία από τα κατεχόμενα εδάφη, κάτι βεβαίως τελείως ανέφικτο.
Είναι πλέον επίσημη πολιτική της Αμερικής να υποστηρίζει τον Νάιτζελ Φάρατζ, τη Μαρίν Λεπέν και την Άλις Βάιντελ, και καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία αγωνίζονται να επιφέρουν ουσιαστική πολιτική αλλαγή, ο Τραμπ απειλεί να αναλάβουν τον έλεγχο, όσο κι ακούγεται παράξενα, ώστε να αναμειχθούν στην εσωτερική πολιτική της Ευρώπης, διαδικασία καθαρά ιμπεριαλιστική.
Οι ΗΠΑ θα κάνουν τα πάντα για να διατηρήσουν την ηγετική τους θέση στην τεχνολογία, τα χρηματοοικονομικά και τον στρατό και να διατηρήσουν την Ευρώπη ως de facto αμερικανική αποικία. Οι Ευρωπαίοι, θα έπρεπε να τα είχαν προβλέψει αυτά και να ήταν προετοιμασμένοι.
Ο Χένρι Κίσινγκερ κάποτε αστειεύτηκε ότι μπορεί να είναι επικίνδυνο να είσαι εχθρός της Αμερικής, αλλά εξίσου μοιραίο είναι αν είσαι φίλος της, και αυτό περιγράφει με θανάσιμη ακρίβεια την σημερινή ευρωπαϊκή κατάσταση!
Οποιαδήποτε χώρα ή ομάδα χωρών που σέβεται τον εαυτό της θα προσπαθούσε να απελευθερωθεί από τον σφιχτό εναγκαλισμό της Αμερικής, αλλά όπως ο εθισμένος που αντιμετωπίζει την «αποχώρησή» του, θα απαιτούσε δύναμη και προθυμία για θυσίες.
Οι Ευρωπαίοι -ισχυρίζονται πολλοί- θα έπρεπε να εγκαταλείψουν κάποια κοινωνικά μοντέλα, να αποκτήσουν δεξιότητες στρατηγικής σκέψης και σχεδιασμού, να μειώσουν φόρους και να αναδιαμορφώσουν προτεραιότητες σε δημόσιες δαπάνες. Η επανεκλογή του Τραμπ, ήταν ευκαιρία για τους Ευρωπαίους να πάρουν τη μοίρα στα χέρια τους, κάτι απίθανο όμως να συμβεί, λόγω των φοβικών τους συνδρόμων.
Ο Τραμπ επιθυμεί η Ευρώπη να παραμείνει αγκιστρωμένη στην αμερικανική «προσφορά», όπως ακριβώς εκείνη φοβούμενη τα συμπτώματα «στέρησης», διατηρεί τη σχέση εξάρτησης και το δόγμα ασφαλείας όπως αυτό υπονοείται. Η Ευρώπη είναι στρατηγικά και πολιτισμικά ζωτικής σημασίας για τις ΗΠΑ, και η αναφορά στην πολιτισμική της ταυτότητα, εξηγεί τη στάση του Τραμπ απέναντί της.
Οι Αμερικανοί θεωρούν την Ευρώπη «παγκόσμιο μουσείο», και οι Ευρωπαίοι έχουν από καιρό συμμορφωθεί με αυτό το στερεότυπο. Είναι υπέρμαχοι της διατήρησης και της προστασίας, έχουν εμμονή με την προστασία διατηρητέων κτηρίων και μεσαιωνικών χωριών, ενώ ταυτόχρονα υποφέρουν από έλλειψη στέγης. Υπήρχε μια εποχή που η κλασσική μουσική και λογοτεχνία της Ευρώπης ήταν «μοντέρνες», αλλά σήμερα, η γηραιά ήπειρος κατάντησε πολιτιστικό θεματικό πάρκο που ανήκει σε αμερικανικές εταιρείες ψυχαγωγίας, και αυτό δεν παύει να αποτελεί σαφή πολυποίκιλη πολιτισμική έκπτωση!
Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας