Λίγο πριν το τέλος της Κλασικής περιόδου, μετά από σύντομη παραμονή στα Στάγειρα, ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) επέστρεψε στην Αθήνα και αργότερα ίδρυσε δική του σχολή, το «Λύκειον».
Εκεί συνέχισε την επιστημονική έρευνα και τη διδασκαλία ως αντίπαλο δέος της περίφημης τότε σχολής του Ισοκράτους (436-339 π.Χ.), ρητοδιδάσκαλος της κλασικής αρχαιότητας, αλλά και της Ακαδημίας Πλάτωνα, την οποία διηύθυνε 10 χρόνια περίπου (μέχρι το 347 π.Χ.), μετά τον θάνατο του Πλάτωνα (ca 427-347 π.Χ.), ο Σπεύσιππος (ca 408-339/38 π.Χ.), αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και μαθηματικός.
Το Λύκειο ήταν η περίφημη Περιπατητική Σχολή (Εικ. 1), όπως ονομάστηκε αργότερα, όπου οι μαθητές, «περιπατητικοί», περπατούσαν συζητώντας θέματα, που τους απασχολούσαν.
Στα χρόνια αυτά, η Αθήνα, αν και έχασε την ανεξαρτησία της και τον ηγεμονικό ρόλο της, παρέμεινε μια πλούσια πόλη με λαμπρή πολιτιστική ζωή, που δέσποζε στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή, καθώς έργα του
Μενάνδρου και άλλων κλασικών έγιναν γνωστά σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Αθήνα ήταν μοναδική για το επίπεδο ενασχόλησης με τη φιλοσοφία και τις τέχνες, όπως η γλυπτική, η αρχιτεκτονική και η υδρολογία.
Άλλες τρεις σχολές, η Στωική Σχολή του Ζήνωνα (490-425 π.Χ.), ο Κήπος του Επίκουρου (341-270 π.Χ.) και η Σχολή των Σκεπτικών ή Σκεπτικιστών του Πύρρωνα 360-270 π.Χ.), ιδρυμένες στα τέλη του 4ου αιώνα, συναγωνίστηκαν εκείνων του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και προσέλκυσαν μαθητές από ολόκληρη τη Μεσόγειο (Ανώνυμο, 2025).
Κατά την Ελληνιστική περίοδο, η Αθήνα βρισκόταν ουσιαστικά υπό την κυριαρχία των Μακεδόνων. Ήταν η τρίτη και τελευταία φορά που υπήρξε επέκταση του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού στην Ανατολή. Στη συνέχεια, τα όρια της εξάπλωσης του Ελληνισμού ταυτίστηκαν με τα όρια της εξάπλωσης της Ρώμης προς την Ανατολή.
Με τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., πολλές πόλεις της Ελλάδας και φυσικά η Αθήνα, επαναστάτησαν κατά των Μακεδόνων. Όμως, μετά από διάφορες αποτυχημένες επιχειρήσεις, παραδίδονταν. Οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου άρχισαν να πολεμούν για την κυριαρχία της αυτοκρατορίας του.
Οι Αθηναίοι έπρεπε να πάρουν το μέρος κάποιου από αυτούς. Έτσι, θέλοντας και μη, επέλεξαν τον Κάσσανδρο (350-297 π.Χ.), ένα από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος νωρίτερα είχε καταλάβει την Αίγινα και τη Σαλαμίνα. Οι Αθηναίοι διάλεξαν τον Δημήτριο τον Φαληρέα (ca 345 – 280 π.Χ.), πολιτικό και περιπατητικό φιλόσοφο να διαπραγματευτεί με τον Κάσσανδρο, ο οποίος τον διόρισε διοικητή της Αθήνας το 317 π.Χ..
Ο Δημήτριος πραγματοποίησε πολλά σπουδαία έργα στην πόλη του. Κατά την πρώιμη Ελληνιστική περίοδο (τέλη 4ου αιώνα π.Χ.), ο πληθυσμός της Αθήνας άρχισε να μειώνεται, σε σχέση με αυτόν της κλασικής εποχής, όπου η Αττική αριθμούσε έως και 300.000 κατοίκους (Walbank, 1981).
Το 307 π.Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής (337– 283 π.Χ.) κατέλαβε την Αθήνα, εξόρισε τον Δημήτριο τον Φαληρέα και εγκαταστάθηκε στον οπισθόδομο του Παρθενώνα, απ’ όπου κυβέρνησε την πόλη τυραννικά. Επίσης, ο Δημήτριος πολιόρκησε και τον Πειραιά και όλη η περιοχή σύντομα παραδόθηκε στον Δημήτριο (Walbank, 1981).
Η Αθήνα, μετά από πολλές περιπέτειες, απέκτησε σχετική ελευθερία στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ.. Διατήρησε την φήμη της και έγινε το καλλιτεχνικό και φιλοσοφικό κέντρο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Πολλοί ηγεμόνες των Ελληνιστικών βασιλείων σπούδασαν εκεί και όταν ανέλαβαν εξουσία, δώρισαν στην πόλη κτήρια και γλυπτά.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Άτταλος Β’ (220-138 π. Χ.) και ο Ευμένης Β’ (197-158 π.Χ.) της Περγάμου, που δώρισαν τις ομώνυμες στοές. Επίσης, ο Αριάθης Ε’ (162-130 π. Χ.) χρηματοδότησε τη Μεσαία Στοά στην Αγορά. Επιπλέον, ο βασιλιάς της Καππαδοκίας, Αντίοχος ο Δ’ (215-164 π.Χ.), προώθησε την κατασκευή του ναού του Ολυμπίου Διός, που είχε μείνει ημιτελής από την εποχή του Πεισίστρατου. Το έργο είχε προχωρήσει αρκετά, αλλά σταμάτησε με τον θάνατο του Αντίοχου Δ’, το 164 π.Χ.
Η Ελληνιστική περίοδος χαρακτηρίζεται από σημαντική πρόοδο στα μαθηματικά (ιδιαίτερα τη γεωμετρία), τη φυσική και την τεχνολογία φυσικών πόρων (Κουτσογιάννης και Αγγελάκης, 2003). Κατά την περίοδο αυτή, η διαχείριση του νερού γνώρισε σημαντική ανάπτυξη, καθώς οι ανάγκες των διευρυμένων αστικών κέντρων αυξήθηκαν.
Οι Έλληνες της εποχής αυτής βελτίωσαν τις κλασικές τεχνικές, συνδυάζοντας την επιστημονική γνώση με την ανάγκη για ύδρευση, άρδευση και καθαριότητα. Επίσης, σημαντική ήταν η ανάπτυξη και χρήση μη συμβατικών υδατικών πόρων.
Τα Λουτρά Στάχτης, που είναι κτισμένα στην κοιλάδα του χειμάρρου Πόριαρη, απέχουν 30,5 km ΒΔ της Ναυπάκτου, είναι γνωστά από την Ελληνιστική περίοδο. Τα λουτρά λειτουργούσαν και κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, αλλά πιθανολογείται ότι καταστράφηκαν το 218 π.Χ. από τους Μακεδόνες του Φιλίππου του Ε΄, όταν έγινε και η καταστροφή του ναού του Θέρμιου Απόλλωνα (Γρίβα, 2008).
Στην περιοχή έχει βρεθεί μαρμάρινο ανάκλιντρο Ελληνιστικής περιόδου. Επιπλέον, στην Περαχώρα, που βρίσκεται στους πρόποδες των Γερανείων Ορέων, περίπου 9 km βόρεια του Λουτρακίου, δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε κατά την Ελληνιστική περίοδο ένα σημαντικό αρδευτικό έργο, με σύνθετο σύστημα αποθήκευσης και μεταφοράς νερού. Περιλαμβάνει δεξαμενή μήκους 21 m πλάτους 6 m, της οποίας οι δύο πλευρές απολήγουν σε αψίδες (Γρίβα, 2008).
Ο γνωστός κοχλίας του Αρχιμήδη (287-212 π.Χ.) είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η γεωμετρία, σε συνδυασμό με την κατανόηση της φυσικής (βαρύτητας και υδραυλικής), βοήθησε τις υδρολογικές τεχνολογικές εξελίξεις (Εικ. 2). Ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια, σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στην υδραυλική, η οποία επέτρεψε την εφεύρεση προηγμένων υδραυλικών και πνευματικών οργάνων και συσκευών (όπως αντλίες, υδραυλικά ρολόγια, μουσικά όργανα και λέβητες ατμού).
Όλες αυτές οι εξελίξεις αντικατοπτρίζουν μια καλή κατανόηση του συνδυασμού της δράσης της πίεσης του νερού και του αέρα και κυρίως την κατανόηση της λειτουργίας του σιφονιού συμπεριλαμβανομένου και αυτού του ανεστραμμένου.
Η ροή του νερού υπό πίεση πιθανόν ήταν γνωστή από τη Μινωική περίοδο από το συντριβάνι νερού, που συνδεόταν με το υδραγωγείο του Μαυροκόλυμπου.
Ωστόσο, η Ελληνιστική περίοδος φαίνεται να είναι η πρώτη στην ιστορία κατά την οποία η ροή υπό πίεση εφαρμόστηκε σε μεγάλη τεχνολογική κλίμακα για τη μεταφορά νερού σε σχετικά μεγάλες αποστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σύστημα παροχής νερού στην ακρόπολη της Περγάμου (Τάσιος, 2007).
Την Ελληνιστική κυρίως εποχή, σε σχετικά ξηρικές περιοχές που κατοικούσαν οι Έλληνες, ήταν πολύ φυσικό κάθε πόλη να έχει το δικό της σύστημα ύδρευσης ως βασικό χαρακτηριστικό της πολιτισμένης της ζωής. Ωστόσο, λόγω των συνεχών πολεμικών γεγονότων μεταξύ των αρχαίων ελληνικών πόλεων, τα υδραγωγεία ήταν κρυφά και υπόγεια και όχι ορατοί αγωγοί σε υδατογέφυρες.
Γι’ αυτό, αναπτύχθηκαν κυρίως τεχνολογίες που σχετίζονται με την ασφάλεια και την οικονομία του νερού. Οι μέθοδοι διάνοιξης σηράγγων βελτιώθηκαν, ειδικά μετά την ανάπτυξη τοπογραφικών συσκευών μέτρησης. Επίσης, η βιομηχανία σωλήνων, κεραμικών, πέτρας και μόλυβδου άκμαζε (Τάσιος, 2007). Επιπλέον, την Ελληνιστική εποχή δημιουργήθηκαν παράλληλα κοινωνικά φαινόμενα, όπως η πολυτέλεια των διακοσμημένων βρυσών και κυρίως καλά οργανωμένα συστήματα διαχείρισης υδατικών πόρων.
O Ανδρέας Ν. Αγγελάκης είναι επίτιμο μέλος και διακεκριμένος fellow της Παγκόσμιας Εταιρείας Υδατικών Πόρων (IWA).