Την Τρίτη 20 Ιανουαρίου παρουσίασα σε αυτή τη στήλη τη συλλογή «Ύπερθεν λέξεων» μιας νέας ποιήτριας από τη Λάρισα, της Μελπομένης Καραμπούζη, όπου προσπάθησα να εκφράσω τη χαρά μου, επειδή εξακολουθεί να γράφεται καλή ποίηση στη γλώσσα μας και να μας παρηγορεί η ομορφιά των λέξεων.
Σήμερα, σας παρουσιάζω ένα ανέκδοτο ποίημά της που διάβασα στο Διαδίκτυο, ένα μέσο που συνιστώ να το χρησιμοποιείτε πάντοτε επιλεκτικά και με προσοχή. Τα σχόλιά μου θα είναι λιτά. Απλώς θα σας μεταφέρω τη δική μου αίσθηση, ώστε να δικαιολογήσω την επιλογή μου.
Παραθέτω μερικές στροφές του ποιήματος. Ολόκληρο το ποίημα θα το βρείτε στο διαδίκτυο.
Μετρούσα τον χρόνο μου
με δόσεις ορμονών,
σ’ ένα σώμα οργωμένο από σημάδια μάχης,
με το ίσως ή πιθανόν.
Εναγωνίως να ανθίσουν μέσα του λιβάδια
της αγάπης.
Μια πράξη μαθηματική του πόνου σε γραμμές.
Ανεβοκατέβαιναν οι αριθμοί,
σαν δείκτες χρηματιστηριακοί,
-μη πτωχεύσει απότομα τ’ όνειρο-.
Σε μια πράξη καθημερινή της αγωνίας,
που μάτωνε τα σπλάχνα μου με ξυραφιές,
πιο πολύ κι από την μύτη της βελόνας.
…
Υπέρτατη στιγμή.
Το ραντεβού, εντός του δοκιμαστικού σωλήνα, πέρα από τα τυχαία.
Μια συνάντηση μικροσκοπική,
δίχως το πρόσχημα του φεγγαριού,
σε μια διαβούλευση κυττάρων μυστική
κάτω από τον προβολέα,
να εξετάζει το ενδεχόμενο της ύπαρξης.
…
Κι Εσύ να φυλάς το σώμα σου σαν ιερό κειμήλιο,
μην τυχόν και μια απότομη κίνηση του
φόβου και της αγωνίας σου το μαρτύριο,
τρομάξει το έμβρυο που αποφάσισε
να ριζώσει.
…
Ένα πρελούδιο η ανάσα μου,
στίχοι
ομοιοκαταληκτικοί,
σε δυο έπη που υπογραμμίστηκαν επίμονα,
πριν ακόμη γραφτούν στο χαρτί.
…
Γίγαντες μικροσκοπικοί
που η καρδιά σας χτυπάει σαν το σφυρί
του Ηφαίστου,
σε μέγεθος σπίρτου της φωτιάς, από το φιλί της προσμονής.
Πίσω από το γυάλινο τζάμι της εντατικής
με τα καλώδια-νήματα μιας άριας μελλοντικής.
Μικρά αντίγραφα της ελπίδας,
σμιλεμένα σε εργαστήρια της θέλησης,
πριν η φύση υπογράψει το τελικό σας σχήμα.
Η καρδιά μου κομμένη στα δυο,
από την λεπίδα της ενοχής.
Να στερούμαι το δικαίωμα της αφής
μην μολυνθείτε από τα μικρόβια,
σαν να μην υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος
από την απουσία των χεριών μου.
Εμείς οι αδιάσπαστοι
οι τρεις -ο αδιαίρετος ένας,
που βίαια διαχωρίστηκαν.
Και τώρα πίσω από το παγωμένο κρύσταλλο, να σας αγαπώ εξ’ αποστάσεως.
…
Μικροί επιζώντες της γυάλινης διαδρομής.
Τώρα το φως σας δεν έχει τίποτα
το τεχνητό.
Είναι το ίδιο αρχαίο φως που διεκδίκησε
την ύπαρξη.
Αύριο θα περπατήσετε στις πλάκες
της αυλής μας που ήταν έρημες.
Δεν θα φυτέψω πια λουλούδια.
Δυο μικρά θαυμαστικά τυλιγμένα
με την ανάσα μου,
σφιχτά στα δυο μου χέρια.
Σήμερα που περπατούν ανάμεσά μας στιβαρά,
κανείς δεν υποψιάζεται το ίχνος της γυάλινης αφετηρίας τους.
Κι όμως αν τους παρατηρήσεις προσεκτικά,
μέσα στο βλέμμα τους κατοικεί
μια γνώση παλιά.
Πως η Ζωή όσο μικρή κι αν ξεκινήσει,
έχει την δύναμη να λυγίσει το αδύνατον,
και να νικήσει την σιωπή.
Το ποίημα αρχίζει και τελειώνει με μια ευφρόσυνη προσδοκία, ενώ ενδιάμεσα αποτυπώνονται οι συναισθηματικές καταστάσεις, που βίωσε στην εξωσωματική γονιμοποίηση πριν από 22 χρόνια και της χάρισε δύο χαριτωμένα αγόρια. Στην ποίηση μέχρι σήμερα υπάρχουν πολλοί βασικοί πυρήνες: ο έρωτας, η φθορά, ο θάνατος, η φύση, διάφορες φιλοσοφικές είτε κοινωνικές αναζητήσεις.
Το ποίημα μας, όμως, αυτό είναι μοναδικό. Ουδέποτε μέχρι σήμερα στην παγκόσμια λογοτεχνία είχαμε κάτι αντίστοιχο, είτε επειδή αναφέρεται σε ένα πρόσφατο επιστημονικό θαύμα, είτε επειδή δε συνέβη σε μια γυναίκα να διαθέτει στέρεη ποιητική φλέβα, ώστε να κατορθώσει να μετατρέψει σε λέξεις την περιπέτεια και την αγωνία ενός παρόμοιου βιώματος.
Στις δεκαεννιά στροφές του ποιήματος επιλέγονται λέξεις-αχτίνες που καταυγάζουν με φως το μυστηριώδες σκοτάδι της ύπαρξης και ανακαλούν τις σταδιακές μεταπτώσεις που καταργούν την αριθμητική τάξη και επιφέρουν αυτό που ο Πλάτωνας ονομάζει «τόκος εν καλώ».
Μια γέννηση της ψυχής, που, όταν είναι «εγκύμων» και συναντήσει το ωραίο, τότε «εξαίφνης πυρός αναφθέντος» ανακαλύπτει στον υπερουράνιο χώρο τις ιδέες και βιώνει την ευδαιμονία και τη γαλήνη, υπερβαίνοντας τα είδωλα που θεωρούσε πραγματικά, ενώ ήταν ίσκιοι. Ο κυκλικός χρόνος του ποιήματος θρυμματίζεται και επιστρέφει στην αυλή του σπιτιού, όπου αντί λουλούδια είναι πια δυο όμορφα παλικάρια «σαν ομοιοκατάληκτοι στίχοι».
Στην πρώτη στροφή μιλά για «ένα σώμα οργωμένο από σημάδια μάχης/με το ίσως και το πιθανόν/εναγωνίως ν’ ανθίσουν μέσα του λιβάδια αγάπης». Και στη δεύτερη, φοβάται «μην πτωχεύσει απότομα το όνειρο». Το όνειρο γίνεται πραγματικότητα. Τότε, όμως, ακολουθεί η αγωνία μιας μάνας, αφού ενοχοποιείται η αφή και δεν μπορεί να αγκαλιάσει και σφίξει στο στήθος της τα δυο βλαστάρια. Ακριβώς η νίκη της σιωπής είναι ο θρίαμβος της ζωής και η αίσθηση της συνέχειας στον χρόνο της δικής μας ύπαρξης.
Αυτή είναι η elan vital, η ζωτική ορμή, του μεγάλου Γάλλου φιλοσόφου Ανρί Μπερξόν, που γοήτευσε τον Νίκο Καζαντζάκη. Η ορμή αυτή συνεπαίρνει τα πάντα και μετατρέπει την ανόργανη ύλη σε κύτταρα, σε φυτά, ζώα, ανθρώπους, παλλόμενο σύμπαν. Έτσι και το ποίημα είναι ένας οργανισμός, όπου συλλειτουργούν οι λέξεις για να ηχήσει η λυτρωτική αρμονία που αναπαύει την ψυχή μας. Η Μελπομένη Καραμπούζη πέτυχε να δημιουργήσει τρεις ζωντανούς οργανισμούς: το ποίημα και τα δυο αγόρια της.
Δεν έχουμε μια συστηματική μελέτη ενός βιολόγου, αλλά την αγωνία και τον πόθο να ολοκληρωθεί με τη μητρότητα μια γυναίκα. Οι ωδίνες του τοκετού υπάρχουν στο ποίημα, γιατί και εκείνο προκύπτει ως καρπός της καρδιάς και του πόθου να σπάσει τη σιωπή. Έτσι και εκείνη κέρδισε τη μάχη με τις ανάσες του σώματός της και σε μας χάρισε ως «δώρο ένα ασημένιο ποίημα», που είναι το τρίτο της παιδί.
Όταν αυτό συμβαίνει, τότε ο λόγος του Σεφέρη «ο κόσμος ήταν εύκολος, ένας απλός παλμός» δικαιώνεται. Παλμός όμως όπως στο ποίημά μας της καρδιάς και της γλώσσας.
Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος