Έχουμε πολλάκις αναφερθεί, ειδικά τον τελευταίο χρόνο, ότι πολλά πράγματα που γνωρίζαμε έως εκείνη τη στιγμή μάλλον παύουν πια να ισχύουν. Αναφερόμαστε σαφώς στο διεθνές δίκαιο, το οποίο -απ’ ό,τι φαίνεται- περνά οριστικά σε δεύτερη μοίρα στις πολυάριθμες και πολυποίκιλες σχέσεις μεταξύ των κρατών και των διαφόρων συνασπισμών, όπως υφίστανται στις μέρες μας.

Η επάνοδος του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, πριν από έναν χρόνο, ήταν το έναυσμα και ο σχετικός καταλύτης όλων αυτών των απερίγραπτων συμπεριφορών.

Με δεδομένα όλα αυτά, η γηραιά ήπειρος όπου κατοικούμε, καθώς και ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας αποτελούμε παλαιό ήδη μέλος, δεν μπορεί να δέχεται όλα αυτά αδιαμαρτύρητα και να μην αντιδρά.

Ζούμε, για πολλούς σχολιαστές, αναμφίβολα σε πρωτόγνωρους και επικίνδυνους καιρούς. Συγκεκριμένες βεβαιότητες που είχαμε για μεγάλο χρονικό διάστημα, βαθύτερες πεποιθήσεις, εγκατεστημένες συμπεριφορές που γνωρίζαμε και πολλές ιδεολογίες, δείχνουν να καταρρέουν εκκωφαντικά από την πρακτική της διεθνούς πολιτικής σκηνής, ενώ το σύνολο πλέον του πολιτικού συστήματος, δείχνει να μετατρέπεται ξανά σε αρένα όπου κατά τα γνωστά, υπερισχύει το δίκαιο του ισχυρότερου.

Ο έννοιες σεβασμός του άλλου, του διπλανού, διεθνές δίκαιο, εθνική κυριαρχία και τάξη, μπορεί να ίσχυαν κάποτε, σε μεγάλο βαθμό, αλλά σήμερα ολοένα και συχνότερα ακούγονται ως ευσεβείς πόθοι και ευχολόγια, εάν δεν έχουν την απαιτούμενη δύναμη, στρατιωτική κατά κύριο λόγο, για να εφαρμοστούν.

Κλασσικό και χαρακτηριστικό παράδειγμα για τις μέρες μας, αποτελεί το ζήτημα της Γροιλανδίας και η συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα στις ενδιαφερόμενες χώρες, που δεν είναι ούτε αθώα, ούτε απλή.

Στην πραγματικότητα, είναι κρίσιμη προειδοποίηση για όλους ότι στον νέο κόσμο που ανατέλλει, τα γεωγραφικά εδάφη των χωρών, οι θαλάσσιες ζώνες, καθώς και οι φυσικοί τους πόροι, αντιμετωπίζονται ως φιλόδοξοι στόχοι και αντικείμενα διεκδίκησης από όσους διαθέτουν την απαραίτητη ισχύ, για να πραγματοποιήσουν τις όποιες βλέψεις τους εις βάρος των άλλων, των πιο αδύναμων.

Αλλά με όλα αυτά κατά νου και όταν η δυνατότητα και ισχύς προηγείται της νομιμότητας, οδηγούμαστε αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι ουδείς, κανένα κράτος δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλές στον νέον αιώνα μας.

Ειδικότερα για τη χώρα μας, η οποία έχει την ατυχία στη γειτονιά της να βρίσκεται ένα άκρως αναθεωρητικό κράτος που σε τακτά χρονικά διαστήματα κάνει την παρουσία του με διάφορες πρακτικές και διεκδικήσεις εις βάρος ημών, η πραγματικότητα είναι γνώριμη.

Το ίδιο βεβαίως ισχύει για πάνω από μισό αιώνα, πια, και για την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία συνεχίζει να βιώνει στο σώμα της τη βάναυση συμπεριφορά τής σκληρής γείτονος, κατά παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και το σπουδαιότερο, χωρίς να υφίσταται τις σχετικές συνέπειες.

Βρισκόμαστε σε μια γωνιά του πλανήτη, όπου πολλά πράγματα αλλάζουν και σε σύντομο χρονικό διάστημα. Και μόνο το γεγονός ότι η κατοχή μεγάλης έκτασης ευρωπαϊκού εδάφους, στην Κύπρο, συνεχίζεται, όπως δυστυχώς και η ατιμωρησία και γιατί όχι και η ανάλογη αδιαφορία, από την διεθνή κοινότητα, εκπέμπει ένα επικίνδυνο μήνυμα με πολλούς αποδέκτες.

Σε διεθνές τώρα επίπεδο, φαίνεται ξεκάθαρα πια, ότι ο νέος συσχετισμός δυνάμεων που διαμορφώνεται, περιστρέφεται πλέον γύρω από τρεις πόλους. Τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τη Ρωσία και την Κίνα.

Όλοι τους δεν διστάζουν να επιβάλουν τα όποια συμφέροντά τους, χρησιμοποιώντας τη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική τους ισχύ. Δίπλα τους, η πολλά υποσχόμενη κάποτε Ευρωπαϊκή Ένωση αγκομαχεί, προσπαθώντας να δείξει το δικό της στίγμα, αλλά, φευ, υστερεί πολυποίκιλα τόσο σε στρατηγική συνοχή, σε αμυντική ικανότητα και το βασικότερο, σε πολιτική βούληση, όπως τουλάχιστον αυτή εκφράζεται από τους γνωστούς ιθύνοντες.

Εμμένει με μια περίεργη προσπάθεια να ομιλεί με τη γλώσσα των πολιτιστικών αξιών και αφήνοντας την ουσία ασχολίαστη, τη στιγμή που δίπλα της συμβαίνουν δραματικά γεγονότα.

Αδυνατεί να αντιληφθεί την πραγματικότητα στην Ουκρανία, και μόνο λίγο πρόσφατα δείχνει να αντιδρά μετά από την εκπεφρασμένη άποψη και επιθυμία του Αμερικανού προέδρου να προσαρτήσει για τους χιλιοειπωμένους λόγους, που γνωρίζουμε, την παγωμένη Γροιλανδία. Ωστόσο, για τη μέχρι τώρα συμπεριφορά της Ε.Ε., πολλά είναι αναμφισβήτητα.

Είναι περισσότερο οι χρόνιες αυταπάτες της και ο φόβος ανάληψης ευθυνών που απαιτούνται, ώστε να ολοκληρωθεί η στρατηγική αυτονομία της Ε.Ε. μέσα στον σκληρό κόσμο μας. Κάποτε η Ευρώπη διαμόρφωνε ποικιλοτρόπως την ιστορία, σήμερα η ιστορία δείχνει να αδιαφορεί γι’ αυτή, μετατρέποντάς την σε αντικείμενό της.

Στον σύγχρονο κόσμο που ζούμε, τον πλημμυρισμένο από αναθεωρητικές τάσεις και απόψεις, η όποια μορφή ουδετερότητας δεν προσφέρει την επιθυμητή προστασία και η σιωπή κοστίζει ακριβά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, για να εκπληρώσει τους σκοπούς που ιδρύθηκε, πρέπει να ξεφύγει από την αδράνεια, κάτι όμως που απαιτεί ηγετικές μορφές με θάρρος, κοινωνίες πλήρως ενημερωμένες για τα καθέκαστα και φυσικά τολμηρές αποφάσεις που δεν θα μετατίθενται συνεχώς για το μέλλον. Ειδάλλως, θα οδηγηθεί μαθηματικά στο περιθώριο των εξελίξεων, με συνέπειες που θα αφορούν κυρίως τα μικρά κράτη της.

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας