Γιορτάζουμε σήμερα, φίλοι αναγνώστες, την αγία Αικατερίνη. Είναι ευκαιρία, νομίζω, να μάθουμε ή να θυμηθούμε κάποια πράγματα για τη ζωή και το τέλος της μεγάλης αυτής της αγίας.

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου περί το 287 (;) μ.Χ. και μαρτύρησε γύρω στο 305, σε ηλικία 18 ετών.

Μεγάλωσε και ανατράφηκε σε πλούσια και αρχοντική οικογένεια. Είχε βασιλική καταγωγή από τη γενιά των Πτολεμαίων, διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Πνευματικά, ήταν ευφυέστατη και σωματική εντυπωσιακή: Ψηλή και λυγερόκορμη, με ομορφιά που σπάνιζε: “Πάνυ ωραία και τω κάλλει αμίμητος”, λέει γι’ αυτήν ο συναξαριστής. Με τέτοια προσόντα, πνευματικά και υλικά, κατάφερε ν’ αποκτήσει σπάνια μόρφωση και παιδεία, Ελληνική και ρωμαϊκή, σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης σοφίας. Τι θέλετε; Ποιίηση; Ρητορική; Ιατρική; Φιλοσοφία; Μαγεία; Ξένες γλώσσες; Σε όλα ήταν αρκούντως ενήμερη.

Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και την ασύγκριτη ευφράδειά της, καταλαβαίνουμε τι άνθρωπος ήταν και πόσο μεγάλη η φήμη της. Δίκαια, λοιπόν, ονομάστηκε “πάνσοφος”. Όμως, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, είχε έναν υπερβολικά εγωιστικό χαρακτήρα, πράγμα που αφενός τη μείωνε και αφετέρου έφερνε σε δύσκολη θέση όσους την πλησίαζαν. Έλεγε, για ν’ αντιληφθούμε το μέγεθος της εγωπάθειάς της, όταν έφθασε σε ηλικία γάμου, πως δεν θα παντρευόταν ποτέ άνδρα που δεν θα ήταν τουλάχιστον ισάξιός της.

Η μητέρα της, που ήταν κρυπτοχριστιανή, βλέποντας την εγωιστική αυτή συμπεριφορά του χαρακτήρα της, προσπάθησε μάταια να την διορθώσει, ώσπου κάποια μέρα την οδήγησε, άγνωστο πως, σ’ ένα χριστιανό φωτισμένο ασκητή. Αικατερίνη και ασκητής συζήτησαν ώρα πολλή διάφορα θέματα και ο ένας εντυπωσίασε τον άλλο.

Σε κάποια στιγμή της συζήτησης, ο ασκητής, δασκαλεμένος από τη μητέρα της, της είπε ότι θαυμάζει την ομορφιά και τη μόρφωσή της και πως γνωρίζει κάποιο νέο με φοβερή μόρφωση και εντυπωσιακή εμφάνιση, με τον οποίο θα μπορούσε να κάνει παρέα ή και να τον παντρευτεί, αν τα βρίσκανε, και πως αν ήθελε αυτή, ευχαρίστως να της τον γνώριζε. Η κοπελιά, γεμάτη περιέργεια, συμφώνησε να γνωρίσει τον “εκλεκτό” και ανέχωρησε για το σπίτι της.

Σαν έφυγε, ο άγιος εκείνος ασκητής προσευχήθηκε θερμά στον Χριστό ζητώντας του να δώσει λύση. Η δε ειδωλολάτρισσα κοπελιά, το βράδυ, σαν κοιμήθηκε, είδε σε όνειρο την Παναγία με τον Χριστό στην αγκαλιά της και στο οποίο όνειρο η Παναγία προέτρεπε τον μικρό Χριστό να κοιτάξει την Αικατερίνη που ήταν τόσο γλυκιά και όμορφη.

Αλλά εκείνος αρνιόταν πεισματικά λέγοντας στη μητέρα του πως αυτή η κοπελιά ήταν άσχημη και πολύ αμαρτωλή! Ξύπνησε η Αικατερίνη συγκλονισμένη, απορημένη και προβληματισμένη με το όνειρο, το οποίο και διηγήθηκε την επόμενη μέρα στον ασκητή ζητώντας του να της δώσει αν μπορούσε, κάποια ερμηνεία.

Κι εκείνος, που αυτό περίμενε, της μίλησε ανοιχτά για τον Χριστό, τη ζωή, τη διδασκαλία και τα θαύματά Του, τα πάθη την ανάσταση και την ανάληψή του και πως ο Χριστιανισμός ήταν η μόνη αληθινή θρησκεία, στην οποία όφειλε να πιστέψει ο κάθε άνθρωπος. Της είπε, ακόμη, πως ο νέος που της είχε υποσχεθεί να της γνωρίσει, δεν ήταν άλλος από τον Θεάνθρωπο Ιησού. Εκείνη, συνεπαρμένη άκουε το γέροντα. Κι όταν αυτός σταμάτησε, εκείνη τον παρακάλεσε να της μιλήσει κι άλλο για το Χριστό με κάθε λεπτομέρεια, πράγμα που έγινε.

Το βράδυ της ίδιας μέρας, η Αικατερίνη ονειρεύτηκε και πάλι τον Κύριο, αλλά αυτή τη φορά ήταν γλυκύτατος και χαρούμενος και μόλις την είδε, στράφηκε, την κοίταξε με αγάπη και της πέρασε στο χέρι ένα δακτυλίδι, ονομάζοντάς την Νύμφη του.

Ξύπνησε αυτή ευτυχισμένη και αποφασισμένη  να ακολουθήσει πλέον πιστά τον Ναζωραίο! Κατηχήθηκε κι άλλο στο Χριστιανισμό και στο τέλος βαπτίστηκε και από τη στιγμή εκείνη έγινε μια από τις φανατικότερες οπαδούς του Χριστού και διαπρύσιος κήρυκας και διδασκάλισσα του Χριστιανισμού.

Την εποχή αυτή, την Αίγυπτο κυβερνούσε ο απηνής διώκτης των χριστιανών Μαξιμίνος. Όταν έμαθε τη θρησκευτική μεταστροφή της Αικατερίνης και την προσπάθειά της να προσηλυτίζει ανθρώπους στον Χριστιανισμό, διέταξε να τη συλλάβουν και να την οδηγήσουν αμέσως μπροστά του.

Εντυπωσιάστηκε, όχι μόνο από την εμφάνισή της, αλλά και από τις γνώσεις της και την ευφράδειά της, γι’ αυτό και προσπάθησε μάταια να την επαναφέρει στην ειδωλολατρία. Κάλεσε τότε 50 ειδωλολάτρες σοφούς για να της αποδείξουν πόσο εσφαλμένες ήσαν οι δοξασίες της αλλά και με απώβωτερο σκοπό να την ταπεινώσει και να την ξεφτιλίσει.

Οι σοφοί, στις συζητήσεις που είχαν μαζί της, δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να την αλλάξουν, γιατί εκείνη τους έπεισε τελικά με τα επιχειρήματά και την πειστικότητα των λεγομένων της να εγκαταλείψουν τα είδωλα και να πιστέψουν στο Χριστό. Σαν έμαθε ο Μαξιμίνος τα γεγονότα και το αποτέλεσμα των επαφών και των συζητήσεων, έγινε “θηρίο. Αμέσως διέταξε τους μεν σοφούς  να τους κάψουν ζωντανούς, τη δε Αγία να τη ρίξουν σε τάφρο βαθιά για να πεθάνει εκεί από την πείνα.

Όμως, μια περιστερά της έφερνε καθημερινά φαγητό και η πείνα δεν την άγγιζε. Εξαγριωμένος ο Μαξιμίνος την έριξε στη φυλακή και διέταξε μετά από βασανισμούς πολλούς και μεγάλους να πεθάνει, βασανιζόμενη στο φοβερό τροχό. Αλλά επειδή κι αυτός θαυματουργικά έγινε κομμάτια, ο τύραννος διέταξε να αποκεφαλιστεί.

Αργότερα ανακαλύφτηκε το ιερό της λείψανο και μεταφέρθηκε στην Ιερή Μονή του Σινά, την οποία είχε ιδρύσει ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός προς τιμή της μεταμόρφωσης του Σωτήρα και εκεί τάφηκε. Από τότε η μονή του Σινά φέρει το όνομα της Αγίας και αποτελεί τόπο ευλαβούς προσκυνήματος όλων των χριστιανών.

Να πούμε, ακόμη, ότι και φυλακισμένη η Αικατερίνη κατάφερνε να προσηλυτίζει στον Χριστιανισμό τους περισσοτέρους από τους επισκέπτες της, όπως λ.χ. την ίδια τη γυναίκα του Μαξιμίνου Φαυστίνα, το φρούραρχο συνοδό της Πορφύριο και τους 200 στρατιώτες της συνοδείας της, άτομα που τα θανάτωσε όλα ο αιμοδιψής τύραννος, χωρίς καμία εξαίρεση.

* Ο Μανώλης Ροδιτάκης είναι τ. εκπαιδευτικός και ειδικός παρεδρος του Παιδαγ. Ινστιτούτου, πτυχίουχος Πολιτικών Επιστημών