Ένας από τους ιστορικούς σταθμούς, ίσως ο πιο σημαντικός, που σημάδεψε βαθιά την εθνική μας μοίρα στην τρισχιλιετή πορεία του ελληνισμού, είναι η 25η Μαρτίου του 1821.
Τη μέρα αυτή, η αβάστακτη μακρόχρονη πικρή σκλαβιά βρήκε διέξοδο με το ξεκίνημα ενός άνισου αγώνα κατά του Τούρκου κατακτητή. Αποτυχίες κινημάτων, αγώνες μακρόχρονοι, αφανισμοί παλικαριών, ξεκληρίσματα οικογενειών δε στάθηκαν ικανά να αποθαρρύνουν τον λαό μας. Σφαγές και εξορίες, σκλαβοπάζαρα και παιδομαζώματα. Εξισλαμισμοί και αρπαγές δε στάθηκαν ικανά να επιφέρουν καμιά εθνολογική αλλοίωση.
Προξενεί κατάπληξη το γεγονός ότι άνθρωποι, που γεννήθηκαν κι ανδρώθηκαν μέσα στο σκοτάδι μιας απάνθρωπης δουλείας, είχαν το κουράγιο να σηκώσουν το κεφάλι από κάποιο μετερίζι, είτε είναι πουρνάρι και κορυφή, είτε γιαλός και βράχος, να τα δώσουν όλα στον άνισο αγώνα.
Ακόμη, πως ξύπνησαν «σαν πρώτα αντρειωμένες» καρδιές, που ήσαν χρόνια ναρκωμένες και βυθισμένες από τα γενοφάσκια τους σε ένα απέραντο σκοτάδι και φόβο και με λεβεντιά και περηφάνια ξέχωρη, ρίχτηκαν με ορμή και με πάθος στο πανηγύρι του πολέμου.
25η Μαρτίου. Γιορτή μεγάλη και τρανή για κάθε Έλληνα, αλλά και για κάθε χριστιανό. Γιατί σαν σήμερα ακούστηκε από τα θεία χείλη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ το «Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία ο Κύριος μετά Σου, ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου».
Η ουράνια αυτή φωνή υποσχέθηκε τον ερχομό του Σωτήρος Χριστού, που είναι η πηγή της χαράς, το φως της αλήθειας, ο ατίμητος θησαυρός της γνώσης, ο ωκεανός της αγάπης, το παράδειγμα της αυταπαρνήσεως και της θυσίας.
Μεγάλη η τιμητική αυτή διάκριση του Θεού στην Παρθένα Μαρία από τη Ναζαρέτ, ότι θα γεννήσει το φως της αλήθειας, τον μεγάλο διδάσκαλο της οικουμένης, τον Σωτήρα των ψυχών και των σωμάτων, τον ίδιο τον Θεό. Αυτή τη Σωτηρία, αυτή τη λύτρωση γιορτάζομε σήμερα. Λύτρωση από τα σκοτάδια, από την αμάθεια, από την αμαρτία, τα μίση, τις κακίες και τα πάθη.
Αλλά οι κάμποι, τα βουνά, οι θάλασσες, τα ακρογιάλια, οι ραχούλες και οι ρεματιές λάμπουν και χαίρονται και τραγουδούν και για μια άλλη γιορτή. Είναι η γιορτή της αναστάσεως του γένους.
Είναι η χαρά της λευτεριάς, το τραγούδι του λυτρωμού. Σε κάθε πλατάνι, κάθε βρυσούλα και κάθε βουνοκορφή της Ελλάδας, αντιλαλεί το κλέφτικο τραγούδι και θυμίζει παλικαριά και μεγαλείο.
25 Μαρτίου 1821. Ημερομηνία ολόλαμπρη κι ολόφωτη για τους Έλληνες. Το μεγαλύτερο εθνικό γεγονός της. Συμβολίζει την αδιάκοπη πάλη ενός λαού, που μάχεται για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωσή του.
Γιορτή σημαδιακή. Λιώνουν τα χιόνια στα βουνά με τον ερχομό της μυρωμένης άνοιξης. Λιώνουν και τα δεσμά του αμαρτωλού κόσμου με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Για τους Έλληνες, όμως, επί πλέον κόβονται και οι βαριές αλυσίδες της μαύρης τούρκικης σκλαβιάς.
Είναι η κορυφή της ιστορίας μας, γιατί τη μέρα αυτή, ύστερα από τρακόσια χρόνια πικρής σκλαβιάς, αντήχησε μυριόστομη η κραυγή «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ».
Ακούστηκε στα πέρατα της οικουμένης και δόνησε πονεμένες ψυχές ο όρκος «Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία».
Έσμιξε η φωνή με τα άνθη τ’ Απρίλη και τις φωνές των πουλιών. Έγινε σύνθημα, που το πήραν τα βουνά και οι κάμποι. Το πήρε τ’ αγέρι της θάλασσας κι αντήχησε παντού, όπου υπήρχε ελληνική καρδιά. Η λευτεριά σάλπισε στις στεριές και στις θάλασσες και μέσα απ’ της σκλαβιάς τ’ αργαστήρι, θεριεμένο απ’ τα λόγια του παπαδάσκαλου, βροντοφώναξε ανδρειωμένη.
Δε χάνομαι στα τάρταρα
μονάχα ξαποσταίνω
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω!
Με μιας, άνθρωποι του μόχθου, της στέρησης, της ταπείνωσης, πήραν τα καρυοφύλλια και ρίχθηκαν με προσδοκίες και όνειρα στον μεγάλο αγώνα. Έδειξαν σ’ Ανατολή και Δύση ότι στα χρόνια της φοβέρας έμειναν άφοβοι. Στη δουλεία έμειναν αδούλωτοι και στη σκλαβιά έμειναν ελεύθεροι.
Στο μεγάλο προσκλητήριο της πατρίδας, που σήμαναν οι καμπάνες, όλοι έδωσαν το παρόν. Μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες. Όλοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή με το σπαθί στο χέρι.
Οκτώ ολόκληρα χρόνια πάλεψαν οι γενναίοι του ’21 για τις πανανθρώπινες αρχές, στις οποίες οι λαοί θεμελιώνουν την ύπαρξή τους. Πότισαν πλούσια το δέντρο της λευτεριάς με ιδρώτα και πόνο. Με δάκρυα και στεναγμούς. Με θυσίες και αίματα.
Ξαναζωντάνεψαν τους θρύλους και τις παραδόσεις και στέριωσαν στις Αλαμάνες και στις Γραβιές, στα Δερβενάκια, στα Ψαρά και στα Μεσολόγγια, νέους βωμούς και τρόπαια.
Ήχησαν παντού οι παλμοί και οι πόθοι τεσσάρων αιώνων.
Με το γιαταγάνι, την κουμπούρα του Διάκου και του Νικηταρά, και τη σπάθα του Κολοκοτρώνη και των άλλων ηρώων γράφτηκε το ’21 και κερδήθηκε η λευτεριά.
Υπήρξαν, βέβαια, και προσκυνημένοι. Ευτυχώς ήσαν λίγοι σ’ εκείνες τις δύσκολες στιγμές.
Υπήρξαν, ακόμη, και οι φιλόδοξοι και αρχομανείς, που έριξαν τον σπόρο του διχασμού και άνοιξαν τις φυλακές του Αναπλιού και της Ύδρας για να κλείσουν μέσα τον Κολοκοτρώνη, το μεγαλύτερο ήρωα του ’21, για λόγους πολιτικούς, μίσους και διχασμού.
Αυτά, όμως, ήσαν οι εξαιρέσεις. Ουδόλως έβλαψαν τον αγώνα για τη λευτεριά, που μέσα από τη λαμπερή λάμψη της, ξαστέριασε πάλι ο ουρανός, πρασίνισε η γη και τα πουλιά άρχισαν τον γλυκόλαλο σκοπό τους.
Έτσι, ξεπήδησε βασανισμένη, αλλά ζωντανή, έτοιμη για πρόοδο και προκοπή, η αθάνατη Ελλάδα, για να γίνει και πάλι κράτος, έθνος, δύναμη.
Ο Μανόλης Μπελιβάνης είναι συνταξιούχος δάσκαλος