Περπατώντας την οδό Τριτόνε (Tritone), στο ιστορικό κέντρο της Ρώμης, και στον αριθμό 82, συναντά κανείς την εκκλησία της «Παναγίας της Οδηγήτριας», την οποία όμως θα πρέπει να είναι αρκετά προσεκτικός για να τη διακρίνει.

Καθολική εκκλησία χωρίς αγάλματα και περιβάλλοντα χώρο, σε μεσοτοιχία με διπλανά της κτήρια και η πόρτα εισόδου της να είναι άμεσα προσβάσιμη από το πεζοδρόμιο. Από την άκρη του πεζοδρομίου και υψώνοντας το βλέμμα, μπορεί κάποιος να διαβάσει, πάνω από την προεξοχή του προστατευτικού γείσου της εισόδου, την επιγραφή “Santca Maria Odigitria”.

Όλα ξεκίνησαν το 717 μ.χ., τότε που η Σικελία υπαγόταν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Σικελοί στρατιώτες συμμετείχαν στην επιτυχή υπεράσπιση της Κωνσταντινούπολης κατά την πολιορκία της από τους Άραβες, το 717 και 718 μ.χ., γεγονός που ανάγκασε τελικά τους Άραβες να εγκαταλείψουν οριστικά τα σχέδια τους για την κατάληψη της Πόλης.

Σύμφωνα με την παράδοση, Σικελοί στρατιώτες, επηρεασμένοι από τη βυζαντινή παράδοση της περιφοράς της εικόνας της Θεοτόκου στα Τείχη, κατά τις πολιορκίες της Πόλης, για την ψυχολογική τόνωση των υπερασπιστών, αφού θεωρείτο η αήττητη στρατηγός και προστάτιδα της Πόλης, μετέφεραν στους ώμους τους εικόνα της Παναγία της Οδηγήτριας στη Σικελία.

Άλλη παράδοση ορίζει, επίσης, ότι μοναχοί, θέλοντας να προστατεύσουν εικόνες της Παναγίας την περίοδο της Εικονομαχίας, έκρυψαν και μετέφεραν εικόνες της στη Σικελία και Νότια Ιταλία.

Έκτοτε, οι εικόνες της Παναγίας της Οδηγήτριας, και με τη συντομογραφία ως «Ίτρια» (Itria,) διαδόθηκαν ευρέως στη Σικελία και άλλες περιοχές της Νοτίου Ιταλίας, με χαρακτηριστική την εικόνα της Παναγίας να μεταφέρεται στους ώμους δύο μοναχών, με ένα κιβώτιο όπου την είχαν κρύψει.

Σταδιακά, αναγέρθηκαν στη Σικελία πολυάριθμες εκκλησίες, αφιερωμένες στην Παναγία της Οδηγήτριας, όπως επίσης και σε παρεκκλήσια και άλλους θρησκευτικούς τόπους, η δε εορτή της καθιερώθηκε την Τρίτη μετά την Πεντηκοστή κάθε έτους, εορτή που συνεχίζεται μέχρι τούδε, με πλήθος εορταστικών εκδηλώσεων, λιτανειών κ.α. Εν κατακλείδι, η Παναγία η Οδηγήτρια θεωρείται σήμερα η ιστορική Πολιούχος και Προστάτιδα της Σικελίας.

Περί τα τέλη του 16ου αιώνα, η ιταλική χερσόνησος ήταν κατακερματισμένη σε πολυάριθμά κράτη, μεταξύ των οποίων το Βασίλειο της Σικελίας, το παπικό κράτος στη Ρώμη και η κεντρική σημερινή Ιταλία.

Μία ομάδα Σικελών, που διέμεναν στην Ρώμη, αποφάσισαν, το 1593, να ιδρύσουν ένα σωματείο, προκειμένου να ανεγείρουν μία εκκλησία, της Παναγίας της Οδηγήτριας της Κωνσταντινούπολης, «της υπερμάχου του σικελικού έθνους για την υγεία και σωτηρία όλων των Σικελών και όλων των Σικελών που επισκέπτονται τη Ρώμη».

Άλλωστε, ήδη, είχαν ιδρυθεί και άλλες εθνικές εκκλησίες στη Ρώμη, όπως των Iσπανών (Santa Maria in Monserrato degli Spagnoli), το 1518, στη γνωστή Piazza d’Espagna, ο Άγιος Λουδοβίκος των Γάλλων (San Luigi dei Francesi ), από το 1589, του Αγίου Αντωνίου των Πορτογάλων, από το 1445 (Sant’ Antonio dei Portoghesi), και άλλες.

Η πρωτοβουλία αυτή του σωματείου εκτιμήθηκε και οδήγησε τον Πάπα Κλήμη Η΄, το 1594, να αναγνωρίσει επίσημα το σωματείο ως «Αρχιαδελφότητα της Παναγίας της Οδηγήτριας των Σικελών».

Έτσι, και με τη γενναιόδωρη δωρεά του Σικελού ιερέα Ματέο Καταλάνο, η Αρχιαδελφότητα στη Ρώμη κατάφερε να ανεγείρει την εκκλησία της Παναγίας της Οδηγήτριας, το 1596, σε μία περιοχή περιτριγυρισμένη από λαχανόκηπους και αμπελώνες, με τον δρόμο πλέον μπροστά από την εκκλησία να αποκαλείται «οδός Παναγίας της Κωνσταντινούπολης» (via Madonna di Constantinopoli).

Αυτό αποτυπώνεται και στον χάρτη της Ρώμης του 1693, του Ιταλού ζωγράφου και χαράκτη Antonio Tempesta, ενώ η ονομασία της οδού ως «Τριτόνε» εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον χάρτη του Ιταλού χαράκτη Pietro Ruga, το 1824 (σε διάφορα μήκη σε σχέση με το σήμερα).

Ένεκα πολέμων, στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα, η εκκλησία καταστράφηκε και με χορηγία του Πάπα Πίου Ζ΄ ξεκίνησε η ανακατασκευή της και, το 1817, αποδόθηκε στο κοινό. Οι ανακαινίσεις συνεχίστηκαν για όλο τον 19ο και 20ό αιώνα, με πίνακες ζωγραφικής, αγάλματα, πολύτιμα μάρμαρα, επιχρυσωμένα μέταλλα, το εκκλησιαστικό όργανο, το αλτάριο, παρεκκλήσια και άλλα.

Λόγω της ριζικής ανακαίνισης της εκκλησίας, στις αρχές του 1970, ο αρχιεπίσκοπος Αντόνιο Τράβια, του Παλέρμου της Σικελίας, ζήτησε από τον τότε οικουμενικό Πατριάρχη, Αθηναγόρα Α΄, τη δωρεά μίας εικόνας της Παναγίας, προκειμένου να τοποθετηθεί στο Μείζον Αλτάριον της εκκλησίας.

Λόγω της εκδημίας του Πατριάρχη, το αίτημα ικανοποιήθηκε από τον διάδοχό του, μακαριστό Δημήτριο Α΄, ο οποίος και απέστειλε αντίγραφο της εικόνας της Παναγίας του Παμμακαρίστου.

Όπως αναφέρει, μεταξύ άλλων, στη σχετική επιστολή του, στις 29 Σεπτεμβρίου 1972, ο Πατριάρχης Δημήτριος Α΄: «ἀποστέλλομεν αὐτὴ καταλλήλως ἱερὰν εἰκόνα τῆς Παναγίας, κατ’ αντιγραφὴν τῆς ἐν τῷ καθ ἡμᾶς πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου ἀποτεθησαυρωμένης ἱστορικῆς Εἰκόνος Παναγίας της Παμμακαρίστου… καὶ τὴν ἐπιθυμίαν δι ἡμῶν ὅπως ἱερὰ αὕτη εἰκόνα γένηται δεκτὴ ὡς ὀρατόν μαρτύριόν του μεταξὺ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Μεγαλονήσου Σικελίας ἀπ’ αἰώνων ὑφισταμένου πνευματικοῦ δεσμοῦ…»

Η ψηφιδωτή εικόνα της Παναγίας της Παμμακαρίστου ανήκει στον εικονογραφικό τύπο της Οδηγήτριας, έργο του 11ου-12ου αιώνα, είναι τοποθετημένη σε μεγάλο προσκυνητάρι στο παρεκκλήσι της Παμμακάριστου του Πατριαρχικού ναού του Αγίου Γεωργίου και αποτελεί ένα σπάνιο έργο και πολύτιμο κειμήλιο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Έκτοτε, αντίγραφο αυτό της εικόνας κοσμεί το ιερό του ναού και αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της Εκκλησίας της Παναγίας της Οδηγήτριας στη Ρώμη.

Βασικές πηγές :

-Arciconfraternita S. Maria Odigitria dei Siciliani in Roma, Profilo Storico 1593-1970, Roma 1974

– Επιστολή μακαριστού Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου Α΄, της 29ης Σεπτεμβρίου 1972

– www.odigitria.org

– https://www.romasegreta.it/