Πάνω στου Άσκιου την κορφή χρουσαετός φωλεύει
μαζί με τ’ αετόπουλα αλάργο αγναντεύει.
Εκείνος ο χρουσαετός, κάτεχε και θυμίσου,
είναι μεγάλος ήρωας, γέννημα του Θερίσου.
Πούλακας είναι στη γενιά, Γιάννης το όνομά του,
ετίμησε τον τόπο του και τα προγονικά του.
Μάχες κι αγώνες έδωσε για την ελευθερία
κι άφηκε δαφνοστόλιστη Μνήμη στην Ιστορία.
Σινιάτσικο όντες εχτυπούν τα χιόνια του χειμώνα
αναθυμούνται οι πλαγιές τον περασμένο αιώνα
κι όντε προβάλλει Άνοιξη και όλα τα μερώνει
ακόμα αίμα θε να βρεις εις το λιωσμένο χιόνι.
Παλικαριών αθιβολές στον τόπο αποσπερίζουν
και καπετάνιο της αντρειάς οι θύμησες στολίζουν:
-Γεια, Κάπτα Γιάννη Πούλακα, που χάρη στην αξά σου
Θεσσαλονίκη λεύτερη μνώγει στο όνομά σου!
Ο άνθρωπος, από τη στιγμή της άφιξής του στον κόσμο, τρέχει προς την έξοδο με την ψευδαίσθηση ότι ο Χρόνος είναι εκείνος που τρέχει. Σε κάθε περίπτωση, αλήθεια είναι ότι, στη διάρκεια κάθε ανάλογης διαδρομής, σημαντικά στοιχεία από την πληθώρα των βιωμάτων παραμένουν σε αδράνεια, μέχρι να έρθει η στιγμή που η φωνή του αφηγητή ζωντανεύει.
Αυτά σκεφτόμουν όταν, με αρκετή συγκίνηση, συνάντησα τις σημειώσεις μου από την εξιστόρηση της μακαριστής γιαγιάς μου, Αγάθης Φασσαλάκη, το γένος Γρηγορίου Πούλακα, σχετικά με τον θάνατο του καπετάν Γιάννη Πούλακα από το Θέρισο, αντρειωμένου και θρυλικού αγωνιστή του Μακεδονικού Αγώνα. Κρίθηκε ότι θα ήταν χρήσιμη η παράθεση της αφήγησης και το μοίρασμά της με όσους φιλίστορες αναγνώστες:
«…Όταν σκοτώσανε τον Καπετάνιο, οι Τούρκοι ήταν ακόμα εδώ, στην Κρήτη. Τη μέρα που τόνε φέρανε από τον Πειραιά, οι τέσσερις Μεγάλες Δυνάμεις εκατεβήκανε και τόνε συνεπήρανε. Ο κόσμος όλος είχε κατεβεί στο λιμάνι. Όλοι κρατούσανε μαύρες σημαίες. Στα μαγαζιά, οι σημαίες ήτανε κρεμασμένες πένθιμα. Εγώ τότε είχα πάει με το σχολείο, πήγαινα στην Τρίτη Τάξη του Δημοτικού. Είχανε βάλει τον νεκρό σε μια μαόνα (σ.σ: μαούνα, μεγάλη βάρκα/μικρό πλοίο, φορτηγίδα), που ήταν ντυμένη με μαύρα κρέπια γύρω-γύρω. Στο σπίτι μας είχανε φέρει τα κρέπια εκείνα και μετρούσε τις πήχες η μάνα μου, Ελευθερία Πούλακα. Ένα ολόκληρο τόπι κρέπι χρειάστηκε για να περιτριγυρίσει τη μαόνα.
Όλος ο κόσμος και όλα τα σχολεία ήταν εκεί. Οι τέσσερις Δυνάμεις, όπως είπαμε, συνοδεύανε τη μαόνα. Ο Μομφεράτος, Γάλλος διοικητής στην Κρήτη, ήταν εκεί. Καθώς πλησίαζε η βάρκα με τον νεκρό, οι μπάντες των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων παίζανε πένθιμα. Όταν σταματούσε η μία μπάντα, άρχιζε η άλλη. Γαλλική, αγγλική, ιταλική, ρώσσικη μπάντα.
Όταν έφτασε η μαόνα με τον νεκρό στον Φιρκά, πέφτει η μάνα πάνω στο φέρετρο, δεν μπορούσανε να τη συγκρατήσουνε, τωνε ξέφευγε από τα χέρια για ν’ αγκαλιάσει τον γιο της.
Εκεί, στο λιμάνι, βγάζανε λόγους πολλούς. Ύστερα ξεκινήσανε να πάνε τον νεκρό στην Τριμάρτυρη. Παίζανε μουσική πένθιμη οι μπάντες και τόνε περάσανε από τα εμπορικά, παντού οι σημαίες ήτανε κατεβασμένες πένθιμα.
Στην Τριμάρτυρη είχανε τον Καπετάνιο τρεις μέρες και πήγαινε ο κόσμος και τον ασπαζότανε. Ύστερα πήγανε στο Βαρύπετρο και εκεί τον θάψανε.
Θυμάμαι τους λόγους που είχανε βγάλει. Λέγανε: «Τιμημένη Κρήτη, σας φέραμε το παλικάρι που πήγε κι ελευθέρωσε από τους Βούλγαρους τη Θεσσαλονίκη!».
Θυμάμαι που, άμα ερχότανε ο Καπετάνιος από τη Θεσσαλονίκη, τον έφερνε στο σπίτι μας ο πατέρας μου. Ήτανε δεύτερα εξαδέλφια. Ο Καπετάν Γιάννης ήτανε ένας άντρας μελαχρινός, στιβαρός, ένας άντρας ίσαμε κει πάνω. Θυμάμαι που με ρωτούσε: «Πηγαίνεις στο σχολείο;».
«Ναι, θείε, πάω», απαντούσα εγώ. «Να μάθεις γράμματα, να γίνεις δασκάλα», μου έλεγε εκείνος.
Πάντα φορούσε μαύρο πουκάμισο. Κι ο αδερφός του ο Βασίλης, το ίδιο. Με μαύρο πουκάμισο μεγάλωσε, με μαύρο πουκάμισο παντρεύτηκε, με μαύρο πουκάμισο τόνε θάψανε. Έτσι πενθούσανε τότε τους πεθαμένους τους.
Θυμάμαι που πάντα είχε το πιστόλι από τη μια μεριά, τον γκρά από την άλλη. Μόνο άμα έμπαινε στο σπίτι τα ‘βγανε.
Μετά την κηδεία του ήτανε σαράντα μέρες κρεμασμένες οι σημαίες νεκρικά στον Φιρκά, εκεί στο Φανάρι, προς το τέλος της θάλασσας.
Το μαύρο κρέπι το έβγαλε ο πατέρας μου από τη μαόνα και το πήγανε μετά στο Βαρύπετρο, στην εκκλησία.
Απάνω στο μνήμα του γιου της τήνε βρήκανε ένα πρωί τη μάνα του καπετάνιου πεθαμένη, ένα χρόνο μετά που χάθηκε εκείνος…».
Κάπως έτσι αποτυπώνονται, μέσα από τις λιγοστές αράδες μιας βιωματικής αφήγησης, η δύναμη ψυχής, η αγάπη για την πατρίδα, η λαχτάρα για ελευθερία, η τιμή στις μορφές και στον τόπο της ρίζας, ο σεβασμός στην αξία της Παιδείας, όλα τα καίρια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας ενός ηρωικού και σπουδαίου μαχητή των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, του Καπετάνιου Ιωάννη Πούλακα.