Οι αναμνήσεις αυτών των ημερών έρχονται και φεύγουν σαν ανοιξιάτικος αγέρας, που περνά μέσα από τις λεμονιές και κουβαλά μαζί του αρώματα από άλλες δεκαετίες. Κι όμως, στέκουν ακόμη ζωντανές, πενήντα πέντε και πλέον χρόνια πίσω, στον Άγιο Μύρωνα, τότε που η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα δεν ήταν μόνο το Άγιο Φως, το «Χριστός Ανέστη» και το γιορτινό τραπέζι. Ήταν τρόπος ζωής. Ήταν κοινότητα. Ήταν ρίζα και μνήμη.
Ήταν τα χρόνια που ακόμη και τα παιδιά στεκόμασταν με ευλάβεια σε κάθε βραδινή ακολουθία της Μεγάλης Εβδομάδας. Και δεν μέναμε μόνο εκεί. Γινόμασταν κι εμείς κομμάτι της προετοιμασίας, βοηθούσαμε τις μανάδες στο συμμάζεμα, στο άσπρισμα, στη μεταφορά των καλιτσουνιών, των αυγοκούλουρων και των τσουρεκιών στον φούρνο του χωριού.
Από τη Μεγάλη Δευτέρα, άρχιζε το ασβέστωμα. Μέσα κι έξω από τα σπίτια, για να φορέσει το χωριό την καινούργια, καθάρια του όψη, αφού από κάθε σπίτι θα περνούσε ο Επιτάφιος.
Κι εμείς, παιδιά ακόμη, με τα χέρια γεμάτα ασβέστη, παλεύαμε με τα δύσκολα σημεία, εκεί όπου οι μανάδες μας κουράζονταν. Ήταν κι αυτό μια μικρή προσφορά, μια παιδική συμμετοχή στο μεγάλο μυστήριο των ημερών.
Κάθε βράδυ, όλοι παρόντες στις Ακολουθίες του Νυμφίου, στο Ευχέλαιο, στα Άγια Πάθη, στον Επιτάφιο, στην Ανάσταση. Μια πορεία σιωπηλή και βαθιά, που μας ένωνε όλους.
Τη Μεγάλη Τρίτη, οι γονείς μάς κατέβαζαν «στη χώρα», στο Ηράκλειο, γιατί το έθιμο ήθελε να «γκινιάσουμε» κάτι καινούργιο τη νύχτα της Ανάστασης, ένα παντελόνι, ένα σακάκι ή εκείνα τα άσπρα παπούτσια που τα φυλάγαμε σαν θησαυρό. Κι ύστερα, το βράδυ, κατάνυξη στον Άγιο Μύρωνα.
Το τροπάριο της Κασσιανής αντηχούσε κάτω από τις θολωτές οροφές και οι φωνές των ψαλτών, του Νίκου Μαγκουσάκη, του Γιώργου Βασιλογαμβράκη και του Γιώργου Δουβάκη, με δωρική μεγαλοπρέπεια, άγγιζαν την ψυχή, μια μνήμη που δεν έσβησε ποτέ.
Τη Μεγάλη Τετάρτη, στο Ευχέλαιο, στεκόμασταν υπομονετικά. Ακούγαμε τα επτά Ευαγγέλια και περιμέναμε τη σειρά μας για το μύρωμα. Η ευωδιά του λαδιού, το ζεστό λάδι με το χρηστήρι στο μέτωπό απ’ τα χέρια του π. Στέλιου, όλα παραμένουν μέσα μας σαν ανεξίτηλη σφραγίδα.
Ξημέρωνε η Μεγάλη Πέμπτη και ακόμη αντηχεί στ’ αυτιά μου η φωνή της μάνας μου, της Τιτίκας:
«Πρόσεχε σήμερα… δεν πιάνουμε ούτε καρφί ούτε σφυρί… δεν μπροκόνουμε… Είναι αμαρτία».
Την ίδια ώρα, με τα χέρια βυθισμένα στη ζύμη, έπλαθε κουλούρια και καλιτσούνια σαν να τελούσε ιεροτελεστία. Τα σκέπαζε με μάλλινες κουβέρτες για να «ανέβουν», λες και τα φρόντιζε σαν ζωντανά πλάσματα.
Κι εγώ, παιδί ακόμη, να την πειράζω γελώντας:
«Καλά, κρυώνουν και τα σκεπάζεις; Σε λίγο θα τους δώσεις και καμιά ασπιρίνη!»
Μα όταν ερχόταν η ώρα που ήταν έτοιμα για φούρνισμα, η φωνή της άλλαζε, γινόταν προσταγή:
«Άφησε ό,τι κάνεις και πήγαινε στον φούρνο να φέρεις τις λαμαρίνες».
Και ήταν νόμος. Εγκατέλειπα το παιχνίδι και κατέβαινα το κακόσκαλο σαν σφαίρα. Στον φούρνο του Χουρδάκη, εκεί να δεις ζωή! Μυρωδιές από φρεσκοψημένα, φωνές, γέλια, μια μικρή μάχη για το ποιος θα προλάβει τις λαμαρίνες.
Ύστερα, δρόμος πίσω κι από κει πάλι στον φούρνο για το ψήσιμο. Σε κάθε γειτονιά, σε κάθε σοκάκι, άντρες και παιδιά, με λαμαρίνες στο κεφάλι ή παραμάσχαλα, να πηγαινοέρχονται σαν σε σιωπηλή πομπή. Και οι μυρωδιές να πλημμυρίζουν το χωριό.
Κι εμείς να μην μπορούμε ούτε να δοκιμάσουμε.
«Έστω μισό καλιτσούνι…» παρακαλούσα.
Μα η μάνα, αυστηρή:
«Δύο μέρες μείνανε… μετά όλα δικά σου. Μην τα αγγίξεις».
Και αυτό ήταν νόμος.
Το απόγευμα, με τους φίλους, μαζεύαμε λουλούδια για τον Επιτάφιο και ξύλα για το κάψιμο του Ιούδα. Το χωριό μοσχοβολούσε άνοιξη και προσμονή.
Και το βράδυ, στην κατάμεστη εκκλησία του Αγίου Μύρωνα, για την Ακολουθία των Παθών. Ακούγαμε τα δώδεκα Ευαγγέλια με καρδιά σφιγμένη.
Κι όταν έφτανε η ώρα, μετά το πέμπτο Ευαγγέλιο, ο παπά-Στυλιανός ύψωνε τον Σταυρό. Η φωνή του, από γλυκιά και κατανυκτική, γινόταν βροντερή και συγκλονιστική & σείοταν η εκκλησία.
«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…».
Και τότε, μέσα σε μια σιωπή, που βάραινε σαν προσευχή, πλησιάζαμε με κατάνυξη τον Εσταυρωμένο. Ένας-ένας, με δέος, τοποθετούσαμε τα στεφάνια που είχαν πλεχτεί στα σπίτια, από λουλούδια της αυλής, λεμονανθούς και αγριολούλουδα, ποτισμένα με μυρωδιές άνοιξης και μνήμης. Ήταν ταπεινά, μα γεμάτα αγάπη και πίστη.
Κι ύστερα ακολουθούσε η προσκύνηση του Εσταυρωμένου. Με σκυμμένο κεφάλι, με το σημείο του Σταυρού και ένα φιλί ευλάβειας, ακουμπούσαμε το ιερό ξύλο, σαν να ακουμπούσαμε τον ίδιο τον πόνο και τη θυσία. Και μέσα σε εκείνη τη στιγμή, κάτι βαθύ και άρρητο ρίζωνε στην ψυχή μας, κάτι που δεν έσβησε ποτέ.
Τη Μεγάλη Παρασκευή, από νωρίς το πρωί, οι γυναίκες του χωριού μαζεύονταν στην εκκλησία για τον στολισμό του Επιταφίου. Με χέρια ευλαβικά και μάτια σιωπηλά στόλιζαν με λουλούδια το ξύλινο κουβούκλιο, πλέκοντας μέσα τους όχι μόνο χρώματα αλλά προσευχές και μνήμες.
Κι έπειτα, όλοι μαζί παρακολουθούσαμε την Ακολουθία των Ωρών και την Αποκαθήλωση. Η ατμόσφαιρα βαριά, σχεδόν απτή. Και σαν τελείωνε, οι νεαροί του χωριού, ένας-ένας, πλησίαζαν την καμπάνα και τη χτυπούσαν πένθιμα, όπως πρόσταζε το έθιμο, ένας ήχος που απλωνόταν πάνω από τα σπίτια σαν θρήνος κοινός.
Οι υπόλοιπες ώρες της ημέρας, για εμάς τότε ως παιδιά, είχαν έναν διαφορετικό πυρετό. Ήταν αφιερωμένες στο πασχαλινό «οπλοστάσιο».
Τα παιδικά πιστόλια καθαρίζονταν και δοκιμάζονταν, ενώ με σταφιδόχαρτο και ελάχιστο μπαρούτι, όσο η μύτη ενός κουταλιού, φτιάχναμε τα αυτοσχέδια πλακατζίκια.
Τα τρυπούσαμε προσεκτικά με ένα σουβλί, αφήνοντας φυτίλι αρκετό για να δώσει λίγα δευτερόλεπτα αγωνίας πριν από την έκρηξη. Έτσι, κατασκευάζαμε τα τρίγωνα, όχι Πανοράματος, αλλά εκκωφαντικού θορύβου για το «Χριστός Ανέστη».
Το ίδιο και με τα παλιά κλειδιά, γεμισμένα με την ψιλοκομμένη κεφαλή των σπίρτων, έτοιμα κι αυτά για τον δικό τους εκκωφαντικό ρόλο τη νύχτα της Ανάστασης, μια και τότε δεν υπήρχαν οι βιομηχανοποιημένες κροτίδες, οι «γουρούνες» (Mefisto, Manna, Zeus).
Κι όμως, όσο κι αν τότε όλα αυτά έμοιαζαν παιχνίδι και ανυπομονησία, σήμερα τα θυμάμαι και με μια σκιά. Γιατί πίσω από τον θόρυβο και την αθωότητα κρυβόταν ο κίνδυνος, μικροί τραυματισμοί, καψίματα, φόβος που δεν λέγαμε.
Ήταν μια εποχή που η χαρά συχνά άγγιζε τα όρια της απερισκεψίας. Και ίσως γι’ αυτό, όσο κι αν τα νοσταλγούμε, ξέρουμε πως κάποια πράγματα καλώς άλλαξαν.
Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, όλοι παρόντες στην εκκλησία για την Ακολουθία του Επιταφίου. Τα εγκώμια αντηχούσαν από στόμα σε στόμα, άλλοτε μικτές χορωδίες, άλλοτε αγόρια και κορίτσια σε έναν άτυπο, όμορφο «διαγωνισμό» πίστης και φωνής.
Κι όταν τέλειωναν, άρχιζε η περιφορά. Γυρίζαμε όλο το χωριό ψάλλοντας:
«Κύματι θαλάσσης…»
«Ἄφραστον θαῦμα…»
«Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον…»
«Τὸν τάφον σου, Σωτήρ…»
«Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων…»
Μα και το ιδιαίτερα αγαπημένο όλων, την γ΄ στάση των Εγκωμίων:
«Αἱ γενεαὶ πάσαι, ύμνον τη ταφή σου…», να και άλλα τροπάρια, ώσπου να επιστρέψουμε εξαντλημένοι, μα γεμάτοι φως, κατάνυξη και μια γλυκιά, αθόρυβη ελπίδα. Τότε, παίρναμε «καλορίζικα» από τον Επιτάφιο για τα σπίτια μας.
Έξω από τον ναό, την ίδια ώρα, άναβε η φουνάρα για τον Ιούδα, ένα έθιμο που τότε κρατούσε ακόμη την αθωότητά του, πριν πάρει άλλες διαστάσεις τα χρόνια που ακολούθησαν. Κι ύστερα, χωρίς τον σημερινό συνωστισμό σε ταβέρνες και ουζερί, άντε να σταθούμε για λίγο σ’ ένα καφενείο, για μια τσικουδιά με στραγάλια, η μία γκαζόζα, μια μικρή ανάσα μέσα στη σιωπή της ημέρας.
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί, πάλι στην εκκλησία για το «Ἀνάστα ὁ Θεός κρίνων τη γη…» και τη Θεία Κοινωνία. Η νηστεία συνεχιζόταν λιτά: ελιές, ψωμί, ντομάτα, χαλβάς. Μετρούσαμε τις ώρες, όχι με ρολόγια αλλά με την καρδιά, μέχρι τη νύχτα της Ανάστασης.
Και το βράδυ, όλο το χωριό εκεί. Τα παιδιά να καμαρώνουν τα καινούργια τους ρούχα, τα άσπρα παπούτσια τους. Τίποτα περιττό. Οι λαμπάδες απλές, ίδιες όλες, από το παγκάρι, τότε που δεν υπήρχαν φιγούρες και στολίδια, μόνο φως. Ίσως, γιατί οι εποχές εκείνες είχαν μια αθωότητα που δεν αγοράζεται με “Barbie” και “Spiderman” λαμπάδες.
Το Άγιο Φως δεν ερχόταν από τα Ιεροσόλυμα. Άναβε από την άσβεστη καντήλα του ναού. Και ο ιερέας, βγαίνοντας από την Ωραία Πύλη, έψαλλε:
«Δεῦτε λάβετε φῶς…» και το φως περνούσε από χέρι σε χέρι, από πρόσωπο σε πρόσωπο, από ψυχή σε ψυχή.
Ακολουθούσε η λιτανεία της Ανάστασης, με το επαναλαμβανόμενο τροπάριο «Την Ανάστασή σου, Χριστέ Σωτήρ…», το Ευαγγέλιο και το χαρμόσυνο «Χριστός Ανέστη!» απ’ τα χείλη του π. Στέλιου με την καμπάνα να σπάει τη σιωπή της νύχτας.
Κι εμείς, ανάμεσα σε λάβαρα και εξαπτέρυγα, ντυμένοι «παπαδάκια», με μια κρυφή ανυπομονησία. Γιατί στις τσέπες μας είχαμε ακόμη τα «εφόδια», τα πλακατζίκια και τα αυτοσχέδια πυροτεχνήματα. Μια μικρή, δική μας «έκρηξη» χαράς για να επιστρέψουμε με έκδηλη ικανοποίηση στο εκκλησιαστικό μας καθήκον.
Μα κι εδώ, η μνήμη σήμερα έρχεται πιο ώριμη. Γιατί εκείνα τα παιχνίδια, όσο αθώα κι αν τα ζούσαμε, ήταν επικίνδυνα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο ενθουσιασμός γινόταν απερισκεψία. Και ίσως το αληθινό φως της Ανάστασης να μην είχε ποτέ ανάγκη από θορύβους και εκρήξεις για να λάμψει.
Μετά τους αναστάσιμους ύμνους στον προαύλιο χώρο, η μεγάλη δυτική πύλη του ναού έκλεινε ερμητικά, συμβολίζοντας τις σφαλισμένες πύλες του Άδη. Ο ιερέας, στεκόμενος μπροστά στο κατώφλι, άρχιζε να κρούει τη θύρα αναφωνώντας στεντορεία τη φωνή:
«Άρατε Πύλας, οι άρχοντες υμών…».
Μέσα από τον σκοτεινό ναό, μια φωνή, συνήθως του ψάλτη, υποδυόμενη τις δυνάμεις του σκότους, ρωτούσε:
«Τις εστίν ούτος ο Βασιλεύς της δόξης;»
για να λάβει την ηχηρή απάντηση:
«Κύριος κραταιός και δυνατός!. Κύριος δυνατός εν πολέμω.. Ούτως εστί ο Βασιλεύς της δόξης».
Με το τρίτο χτύπημα, οι πόρτες άνοιγαν διάπλατα. Ο ιερέας έμπαινε στον ναό, κρατώντας ψηλά την εικόνα της Ανάστασης και το αναστάσιμο φως, ηγούμενος μιας θριαμβευτικής πομπής.
Οι πιστοί ακολουθούσαν κατά πόδας, μεταφέροντας το Άγιο Φως από λαμπάδα σε λαμπάδα, μετατρέποντας το σκοτεινό εσωτερικό του ναού σε μια «θάλασσα» από τρεμάμενες φλόγες. Ταυτόχρονα, οι ψάλτες και οι πιστοί έψαλλαν το «Χριστός Ανέστη», με τους ήχους της καμπάνας και του κρότου απ’ τα πλακατζίκια να συνοδεύουν ρυθμικά τη χαρμόσυνη ιαχή.
Ήταν και παραμένει μια στιγμή όπου ο χρόνος μοιάζει να σταματά. Η νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο δεν αποτελούσε πια μια διήγηση, αλλά μια βιωμένη πραγματικότητα που φώτιζε και φωτίζει τα πρόσωπα όλων κάθε χρόνο.
Μετά το προσκύνημα της εικόνας της Ανάστασης, κάποιοι έφευγαν νωρίς, άλλοι έμεναν ως το τέλος της λειτουργίας .Όλοι όμως έπαιρναν το Άγιο Φως στο σπίτι, να σταυρώσουν την πόρτα, να τσουγκρίσουν αυγά, να καθίσουν στο τραπέζι της Ανάστασης.
Την Κυριακή του Πάσχα, ξανά όλοι μαζί, στον Εσπερινό της Αγάπης, με την εικόνα της Ανάστασης να μεταφέρεται στην Εκκλησία του Χριστού. Η πομπή περνούσε από τους δρόμους και τα σοκάκια, με τα θυμιατά αναμμένα στα κατώφλια και τις ευχές να ανταλλάσσονται εγκάρδια.
Και μετά τον εσπερινό, δινόταν το ραντεβού στην Ξερολιά για την επόμενη μέρα, που συνήθως πέφτει του Αη-Γιώργη, «Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος», όπως έλεγε ο παπά-Στέλιος.
Η συνέχεια κυλούσε με ανταλλαγές επισκέψεων σε σπίτια συγγενών και φίλων, ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, ένας πρόχειρος μεζές από το σουβλιστό στο τραπέζι. Όχι, τότε δεν είχαμε ακόμη το έθιμο του ολόκληρου αρνιού στη σούβλα.
Ερχόταν σε κομμάτια, όπως βόλευε τον καθένα, αν και σε κάποια σπίτια η αφθονία περίσσευε και δεν έλειπαν ούτε τα δεύτερα. Και φυσικά, δεν έλειπε η ευκαιρία να δοκιμάσουμε και το αρνάκι με τις αγκινάρες, εκείνο το πιάτο που μύριζε άνοιξη και σπιτική θαλπωρή.
Ήταν άλλες εποχές.
Όχι γιατί έλειπαν πράγματα, αλλά γιατί περίσσευαν.
Περίσσευε η συμμετοχή, η πίστη, η προσμονή, η χαρά του «μαζί».
Το τελετουργικό της Εκκλησίας μένει ίδιο. Μα αλλάξαμε εμείς.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την αλλαγή, υπάρχουν ακόμη φωτεινές σταθερές.
Στον σημερινό ναό του Αγίου Μύρωνα, ο δραστήριος πρωτοπρεσβύτερος, Νίκος Κριτσωτάκης, κρατά ζωντανή την ουσία: την απλότητα, τη γνησιότητα, τη ζεστασιά της κοινότητας.
Με λόγο ήρεμο και παρουσία διακριτική, θυμίζει πως η Εκκλησία μπορεί ακόμη να είναι τόπος συνάντησης, όχι μόνο τελετής. Τόπος που ενώνει και αποτελεί καταφύγιο
Ίσως, τελικά αυτό να είναι το πιο ελπιδοφόρο στοιχείο του σήμερα:
ότι, παρά τις αλλαγές, υπάρχουν άνθρωποι που κρατούν αναμμένη τη φλόγα του «μαζί».
Και πιθανόν γι’ αυτό οι αναμνήσεις επιστρέφουν τόσο επίμονα. Για να μας θυμίζουν όχι μόνο τι ήταν το Πάσχα τότε, αλλά και τι θα μπορούσε ακόμη να είναι.
Καλή Ανάσταση!