Εδώ και κάποιες μέρες που συνεχίζονται ασταμάτητα οι πολεμικές συγκρούσεις, βομβαρδισμοί κυρίως, για την ώρα, στον πολύπαθο χώρο της Μέσης Ανατολής, η κατάσταση παραμένει έκρυθμη και μάλλον έτσι θα συνεχίσει για πολύ και άγνωστο ακόμα καιρό.

Το επίκεντρο των επιχειρήσεων μπορεί να τοποθετείται γεωγραφικά στο Ιράν και πέριξ αυτού, αλλά ταυτόχρονα και ο ευρύτερος ελληνισμός βρίσκεται στο στόχαστρο κάποιων από αέρος επιθετικών ενεργειών με τα διάφορα μέσα που προσφέρει αφειδώς η σύγχρονη τεχνολογία.

Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία κείνται στην πολύ ευαίσθητη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, με όποιους κινδύνους εγκυμονεί η συγκεκριμένη χρονική περίοδος που αναφερόμαστε. Κι’ αυτό γιατί οι δύο χώρες του ελληνισμού, πέρα των όσων αφορούν την πολυθρυλούμενη υπόθεση της μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου ως σημαντικών ενδιάμεσων σταθμών, μάλλον θα αποτελέσουν και ουσιώδους σημασίας κόμβους των εν εξελίξει και τώρα διαμορφούμενων οικονομικών και εμπορικών δρόμων μεταξύ Ανατολής και Δύσης, με μεγαλύτερη έμφαση σε εκείνον μεταξύ Ινδίας και χωρών της Μεσογείου.

Είναι έτσι φανερό ότι η παρουσία της χώρας μας στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου είναι όχι μόνο επιθυμητή αλλά και απολύτως επιβεβλημένη, με όσα βέβαια μέσα έχει διαθέσιμα. Αυτή επιβάλλεται, ωστόσο, και για έναν άλλο σπουδαίο λόγο στον προαναφερόμενο θαλάσσιο χώρο.

Εκείνο της προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Να αποσταλεί, τουτέστιν, το μήνυμα ότι βρίσκεται κοντά σε αυτή και στους κατοίκους της όχι μόνο λεκτικά, αλλά και στρατιωτικά. Την ίδια στιγμή όμως, η Ελλάδα με την παρουσία της εκεί, επιτυγχάνει και κάτι άλλο, έναν εξ’ ίσου σημαντικό σκοπό.

Εδραιώνει την παρουσία της στην ευρύτερη περιοχή, κάνοντας επίδειξη ισχύος, ειδικά με τα καινούργια της όπλα που απέκτησε τα τελευταία χρόνια στην αεροπορία και στο ναυτικό, κάτι το οποίο δεν κατάφερε να υλοποιήσει μέχρι στιγμής για διάφορους λόγους οι οποίοι ξεφεύγουν του σκοπού του παρόντος σημειώματος.

Έτσι, πολύ σωστά, η σημερινή κυβέρνηση, έστω και καθυστερημένα, κάνει αισθητή την παρουσία της στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, ειδικά μετά από εκείνο το δραματικής έκτασης φιάσκο στη θαλάσσια περιοχή της Κάσου, για το οποίο σημειωτέον ο πρωθυπουργός δεν απάντησε, δυστυχώς, ούτε έδωσε κάποια εκλαϊκευμένη ή πολιτικάντικη έστω εξήγηση, ούτε έκανε την παραμικρή νύξη στη Βουλή μετά από την ευθεία και προκλητική ερώτηση που του ετέθη από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Νίκο Ανδρουλάκη.

Κατόπιν όλων αυτών, πολύ σωστά η κυβέρνηση αποφάσισε να αποστείλει τα γνωστά και προηγμένα όπλα στην περιοχή της Κύπρου για προστασία της μεγαλονήσου, από τις όποιες απειλές από τις περιοχές είτε του Ιράν είτε του Λιβάνου που βρίσκεται ακριβώς απέναντί της. Είναι περιττό να αναφερθούμε στον χρόνο που έγινε κάποιο παρόμοιο γεγονός, ούτε τί ακριβώς διαδραματίστηκε όταν εκείνη η στρατιωτική δύναμη αποσύρθηκε από τα κυπριακά χώματα, κάπου μισό αιώνα πριν.

Η Ελλάδα, πέρα από την όποια πολυποίκιλη φιλολογία, η οποία αναπτύσσεται τελευταία για τη βοήθεια εκ μέρους των διαφόρων χωρών της Ε.Ε. στην ευένδοτη γεωγραφικά Κύπρο, ή την υποτιθέμενη προστασία των βρετανικών Βάσεων, ήταν υποχρεωμένη και από την ιστορία να διαφυλάξει τα εδάφη του ελληνισμού που βρίσκονται σε πολύ κρίσιμες περιοχές, ειδικά σε ετούτους τους καθοριστικής σημασίας ταραγμένους καιρούς, οι οποίοι δεν γνωρίζουμε που ακριβώς θα καταλήξουν.

Την ίδια στιγμή, με την κίνησή της αυτή, εκτός από τη σημαντική βοήθεια που προσφέρει στο ακόμα διαιρεμένο νησί μέσα σε ένα ρευστό και άκρως επικίνδυνο περιβάλλον, ανατρέπει εκ βάθρων και ένα παλιό και χιλιοειπωμένο δόγμα, ότι δήθεν η «Κύπρος κείται μακράν», και το οποίο πρόσφερε το επιθυμητό άλλοθι στην ανικανότητα, την αδράνεια, ή τη μη ανάληψη των απαραίτητων εθνικών ευθυνών πολλών παλιότερων κυβερνήσεων.

Δεν είναι ώρα να παρατεθούν στην προκειμένη περίπτωση περισσότερα στοιχεία τα οποία είναι γνωστά άλλωστε, και, στην ουσία, απλώς θα δώσουν αφορμή για περισσότερο εθνικό διχασμό, στον οποίο ο ελληνισμός έχει μακραίωνη παράδοση.

Όμως, η συγκεκριμένη κίνηση της Ελλάδας, πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί εθνικής σημασίας πολιτική πράξη, αναδύει και θίγει ένα επίσης βασικό ερώτημα. Πού βρίσκεται σήμερα το περίφημο ενιαίο αμυντικό δόγμα της Ελλάδας και της Κύπρου; Κι’ ακόμα, η τωρινή ελληνική παρουσία στην Κύπρο, μήπως ήταν μόνο μια μικροπολιτική κίνηση τελικά και φευ προσωρινή, αντί να τη χρησιμοποιήσει η χώρα μας για ποικιλία άλλων εθνικών διεκδικήσεων στις οποίες δείχνει έκδηλη και προκλητική αδυναμία και φοβία για στοιχειώδη προάσπιση των γνωστών δικαιωμάτων της;

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας