Λες πως πελματοβάμων,

με τη λεοντή της σαρκοβόρου βρώσης

των ενστιχτιακών σου, παράφορων ορμών

μεταμφιέζεσαι.

«Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα,

μυρίζονται τη σάρκα»

κι ύστερα εξανθρωπίζεσαι,

ως ίμερος των Αγίων Παθών.

Αδηφάγος της αειφόρου επιθυμίας

όταν βραδιάζει,

να φας το σώμα μου,

το αίμα μου που κοχλάζει να γεύεσαι

με ηδονή,

ισόβιας αειφόρου αμνηστίας

εντός μου να φτάσεις

να μπεις στην ψυχή.

Με μια σχεδία άοπλος

όπως τα κύματα της θάλασσας

που δαμάζεις

καταπίνοντας την αλμύρα τους,

μόνο έτσι λες,

φτάνει κανείς στην ακτή.

Δεκατέσσερα δεσμοσώματα

στης σάρκας μου το κέλυφος

που έχουν σχήμα ακάνθου

και της άμμου των κόκκων της ζυγώνεις

με τα ακροδάχτυλα λάγνου ψαύεις

κάθε τους σπιθαμή,

και την αποφλοιώνεις,

από θωπείες προγενέστερων

υπό κατοχή.

Τώρα σαρξ εκ της σαρκός σου, ολοπόρφυρο

γέννημα δικό σου.

Με την φωτιά της καιόμενης βάτου

τα θεμέλια ναού του έρωτα εγκαινιάζεις,

το αθάνατο πυρ αείζωον

στο αύριό μου, χαράζεις.

Στην άκρη των χειλιών σου

ραψωδίες συνθέτεις του Ομήρου, ερωτογράφος

με την καταγωγική

σημασία λέξεων του Ολύμπου,

ηλιοβολή στο θέρος του απείρου.

Από μελάνι κόκκινο φτερούγας σαιξπηρικού ονείρου.

Αρχαϊκά βάθη του πάθους

στους πλανήτες αστέρων

των μελών μας καταυγάζουν,

θεώνται και θεώνονται,

ανάπεμψη δέησης φωνάζουν.

Χρωμοκαταιγίδες αφροδίσιων συμφώνων και φωνηέντων

περιπαθώς συνενώνονται.

Σύγκορμα ρίγη, χίλιοι σπασμοί αποθεώνονται.

Μια ατελεύτητη προσευχή

που στην αιωνιότητα ψελλίζει,

λες είναι ο έρωτας που σ’ εξανθρωπίζει.

Υπάρχουν ποιήματα που παραδίδονται εύκολα στην πρώτη ανάγνωση. Σου δίδουν μια γεύση που για λίγο σε αναπαύει, αλλά δεν ζητάς ποτέ να ανατρέξεις σε αυτά. Άλλα σε συναρπάζουν με τις λαμπρές και πρωτότυπες μεταφορικές εκφράσεις και τη μελωδία των λέξεων, όπως τα τραγούδια που συχνά ακούμε από επιτυχημένους συνθέτες.

Άλλα έχουν ένα βαθμό δυσκολίας και η ισορροπία λογικών και άλογων στοιχείων απαιτεί κάποια προσπάθεια για να συγκινηθείς, αλλά συχνά σε εντυπωσιάζουν με την ποιότητα της ποιητικής έμπνευσης.

Υπάρχουν όμως και εκείνα που κάθε φορά που τα διαβάζεις, αισθάνεσαι μια διαφορετική αισθητική συγκίνηση να ερεθίζει την ψυχή σου και κάποιες στιγμές αποκαλύπτεται πλήρως ο ρυθμός, που ίσως με σπαραγμό ψυχής αποτύπωσε ο δημιουργός τους. Σε ταξιδεύουν, σε αναστατώνουν και σε βοηθούν να αναστήσεις παλιά προσωπικά σου βιώματα.

Ο Όμηρος, ο Δάντης, ο Σαίξπηρ, ο Οκτάβιο Πας, ο δικός μας Σεφέρης και άλλοι πολλοί έχουν με τις λέξεις τους κατορθώσει να διεισδύσουν στο σκοτεινό πηγάδι της ανθρώπινης ύπαρξης και με τον λόγο, αλλά και με τις σιωπές τους και τις αποσιωπήσεις τους, αφήνουν ελεύθερη τη φαντασία να πλάσει ένα καινούριο κόσμο.

Η ερωτική ποίηση αποτελεί μια ιδιαίτερη κατηγορία. Το κορυφαίο αυτό συναίσθημα έχουν προσπαθήσει σε όλες τις γλώσσες να αποτυπώσουν χιλιάδες ποιητές. Θεωρώ ότι στη γλώσσα μας είναι ο Καβάφης. Εκείνος με την μνημονική αναπόληση, ανακαλεί στιγμές που είχε και χάρηκε την ομορφιά σ’ όλο το μεγαλείο της. Είναι ένας ποιητής της μνήμης και της όρασης.

Το ποίημα της Μελπομένης Καραμπούζη «Αειφόρες Επιθυμίες», που είναι πρώτο στη συλλογή «Ύπερθεν λέξεων» αφορμάται από την αφή και εκείνη καθαγιάζει. Εγκιβωτίζει μια «χαρά τραυματισμένη μιας στιγμής χωρητικότητα που κλονίζει αιώνες», για να θυμηθώ τον Ελύτη. Η ποιήτρια δεν θυμάται, δεν αναπολεί, δεν αναζητά την ερωτική στιγμή. Τη ζει. Και συγχρόνως καταγράφει μια πορεία, όπου ο «πελματοβάμων» οδηγείται στην αποθέωση του συναισθήματος και γίνεται αιθεροβάμων.

Η κορύφωση της συνεύρεσης είναι και η κατάληξη του ποιήματος με στίχους που σε απογειώνουν με ένα κρεσέντο. Ο τόνος αρχικά είναι χαμηλός και στο τέλος του ποιήματος πάλλεται και αποθεώνεται σε μια οργασμική μετάθεση στην αειφόρο επιθυμία. Αναβαθμοί της συναισθηματικής κατάστασης είναι τα ρήματα «μεταμφιέζεσαι», «εξανθρωπίζεσαι», «αποφλοιώνεις από θωπείες προγενέστερων», «εγκαινιάζεις τα θεμέλια του ναού του έρωτα», «χαράζεις το αείζωον πυρ στο αύριό μου», τότε «Χρωμοκαταιγίδες αφροδίσιων συμφώνων και φωνηέντων περιπαθώς συνενώνονται.

Σύγκορμα ρίγη, χίλιοι σπασμοί αποθεώνονται». Έχουμε την αίσθηση ότι βιώνουμε ένα οργανωμένο σάλο, που η ποιήτρια μετατρέπει σε μουσική και καθώς αναπτύσσει ένα επιφώνημα, καταυγάζεται με κεραυνούς το σκοτεινό βάθος της ψυχής που λαχταρά να μας πυρπολήσει και να μας ανοίξει ένα νέο υπερουράνιο κόσμο. Συγχρονίζεται η ερωτική συνεύρεση με τη γραφή του ποιήματος και φτάνουν αρμονικά στην ολοκλήρωση. Σωπαίνει το ποίημα, αλλά και η επιθυμία. Το σώμα γίνεται ανθρώπινο, υπερβαίνει την κατάσταση της ανυπαρξίας και κατακτά μια θέση στον κόσμο της ομορφιάς και της απόλυτης ηδονής.

Μια λαγνουργία γίνεται ιερή τελετουργία. Στην ομορφιά συγχωνεύονται και συναιρούνται τα πάντα. Το ποίημα αυτό δεν γράφεται από το χέρι, αλλά από όλο το σώμα που σκιρτά και πάλλεται για να κατακτήσει την αθανασία, να υπερβεί τον χρόνο και να τον αναγκάσει να σταματήσει σε μια στιγμή. Η ελάχιστη αυτή στιγμή είναι μια νίκη του θανάτου. Μας ανοίγει την πόρτα ενός επίγειου παραδείσου.

Ο έρωτας και ο θάνατος της επιθυμίας μάς φέρνουν την ανάσταση της ψυχής. Ο Ελύτης γράφει «με τις ξόβεργες πιάνεις πουλιά, ποτέ το κελάηδημά τους». Η ποιήτριά μας δεν στήνει ξόβεργες. Πιάνει το κελάηδημα ενός συναισθήματος και μας το μεταδίδει με τις λέξεις, τις εικόνες και τη λανθάνουσα μελωδία τους. Είναι ένα σπουδαίο ποίημα που ανασταίνει μέσα μας ευφρόσυνες στιγμές.

Οι λέξεις συλλειτουργούν συνθέτοντας μια μελωδία και έναν ύμνο στο σώμα που με τον παλμό του και την επιθυμία του κατακτά την ηδονή της ύπαρξης, μετατρέπει τον αισθησιασμό σε αισθητική απόλαυση. Εκείνη που είναι μέγα καλό και πρώτο.

Η διαχείριση του χρόνου στο ποίημά μας είναι όμοια με το μυθιστόρημα-ποταμό «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ. Επιθυμεί να γράψει ένα αριστούργημα, αναπολεί τη ζωή του και καθώς αναζητά τον χρόνο, το έργο του είναι έτοιμο.

Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος