Υπάρχουν στιγμές στην ανθρώπινη ζωή που δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Μια αγκαλιά, ένα βλέμμα, μια επιστροφή μπορούν να πουν περισσότερα από ολόκληρες σελίδες. Δύο τέτοιες στιγμές συναντούμε σε δύο πολύ διαφορετικά έργα: στην «Οδύσσεια» του Ομήρου (ραψωδία ω, στίχοι 213-348 του αρχαίου κειμένου), όταν ο Οδυσσέας συναντά μετά από χρόνια τον πατέρα του, τον Λαέρτη, και στο Ευαγγέλιο του Λουκά (κεφάλαιο ιε’, 11-32), όταν ο άσωτος υιός επιστρέφει στον πατέρα του.
Ο Οδυσσέας, σύμφωνα με τον Όμηρο και την ελληνική μυθολογία, έχει γυρίσει στην αγαπημένη του πατρίδα, την Ιθάκη, ύστερα από πολλά χρόνια ψυχοσωματικών ταλαιπωριών και περιπλανήσεων. Έχει περάσει θάλασσες, κινδύνους, στερήσεις και δοκιμασίες. Όταν πηγαίνει να βρει τον πατέρα του, βλέπει μπροστά του έναν άνθρωπο γερασμένο και λυπημένο. Ο Λαέρτης έχει ζήσει χρόνια με την απουσία του γιου του. Δεν ξέρει ακόμη ότι βρίσκεται μπροστά του. Και όταν στο τέλος τον καταλαβαίνει και τον αναγνωρίζει, η χαρά είναι μεγάλη. Είναι η ευφροσύνη και η αγαλλίαση ενός πατέρα που ξαναβρίσκει το παιδί του ύστερα από μια ζωή αναμονής.
Κάτι παρόμοιο, θαρρώ, συναντούμε και στην Καινή Διαθήκη, συγκεκριμένα στην παραβολή του ασώτου υιού. Ο γιος, όπως λέει ο Ιησούς σε όσους τον ακολουθούν, έχει εγκαταλείψει το γονικό σπίτι για εφήμερες απολαύσεις, έχει κατασπαταλήσει την περιουσία του και επιστρέφει ρακένδυτος, εξαθλιωμένος και ντροπιασμένος. Περιμένει μάλλον την επίπληξη και την τιμωρία. Ο πατέρας του, όμως, τον εκπλήσσει, κάνοντας κάτι απρόσμενο και διαφορετικό. Μόλις τον βλέπει από μακριά, τρέχει να τον συναντήσει. Δεν στέκεται να του θυμίσει τα λάθη του ή να τον μαλώσει για αυτά. Τον αγκαλιάζει με όλη του την αγάπη και τον δέχεται ξανά στη γονική στέγη.
Εδώ, πιστεύω, εντοπίζεται, ίσως, όλη η μεγάλη δύναμη της πατρικής αγάπης. Ο Λαέρτης αγαπά τον γιο που νόμιζε χαμένο. Ο πατέρας της παραβολής αγαπά ακόμη και τον γιο που έφυγε μόνος του και έκανε λάθη. Και οι δύο, όμως, ανοίγουν την αγκαλιά τους και δείχνουν τη στοργή τους πριν ακόμη μιλήσει ο γιος.
Και είναι σίγουρο πως η αγάπη αυτή δεν χάνεται, δεν παύει ούτε όταν σταματά η ζωή. Γιατί ακόμη κι αν ο πατέρας έχει φύγει από αυτόν τον κόσμο, θέλουμε να πιστεύουμε ότι κάπου εκεί ψηλά, στον ουρανό, μακριά από όπου μπορεί να φτάσει το μάτι του ανθρώπου, μας περιμένει ακόμη. Ίσως να είναι εκεί, ένας ξάγρυπνος πατέρας, που δεν έπαψε ποτέ να περιμένει το παιδί του. Το ξέρω εξ ιδίων. Όχι για να μας ρωτήσει για τα λάθη μας, αλλά με μια μεγάλη αγκαλιά, όπως εκείνη που περιμέναμε από παιδί.
Ο πατέρας δεν ζητά πρώτα εξηγήσεις. Ούτε επιβάλλει τιμωρία. Χαίρεται ολόψυχα πρώτα για την επιστροφή.
Και ίσως αυτό είναι το πιο μεγάλο μάθημα. Ο δρόμος του ανθρώπου μπορεί να είναι μακρύς, δύσκολος και γεμάτος λάθη. Όμως, όσο υπάρχει ένας πατέρας που περιμένει, η επιστροφή δεν είναι ποτέ αργά και είναι πάντα γλυκιά, παρά τις πικρές στιγμές της ζωής.
Γιατί η αληθινή αγάπη δεν κλείνει ποτέ την εξώπορτα στον άνθρωπο που έφυγε. Την κρατά ορθάνοιχτη, μέχρι εκείνος να ξαναγυρίσει…