Μετά από έναν χρόνο έντονων πολλαπλών παλινωδιών, σχεδιασμών, ανακοινώσεων και αναβολών, ανακοινώθηκε ότι στο δεύτερο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου (και συγκεκριμένα σήμερα), θα πραγματοποιηθεί επιτέλους η συνάντηση κορυφής Ελλάδας και Τουρκίας.

Οι σχέσεις μας με την διπλανή χώρα, οι αντεγκλήσεις, απαιτήσεις, απειλές, οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί ένθεν κακείθεν, είναι γνωστά τοις πάσι, αλλά δεν περνά απαρατήρητο ότι τα τελευταία χρόνια, μεταξύ των δύο χωρών έγιναν κάποιες δεκάδες συναντήσεις με κλιμάκια αποτελούμενα από υψηλόβαθμα στελέχη.

Οι πολίτες, επιπλέον, αναρωτιούνται τι ακριβώς προσέφερε η Διακήρυξη των Αθηνών περί των Σχέσεων Φιλίας και Καλής Γειτονίας, που υπογράφηκε δύο χρόνια πριν στη χώρα μας, εκτός από κάποια μείωση της έντασης στον εναέριο μόνο χώρο και την αισθητή βελτίωση της εικόνας της διπλανής μας χώρας, την οποία χρειαζόταν απεγνωσμένα για τις σχέσεις της με συγκεκριμένους θεσμούς της Ε.Ε. για ίδιον φυσικά όφελος;

Ερωτήματα, οι απαντήσεις των οποίων ενέχουν μεγάλο ποσοστό αμφιβολιών. Όμως, κάποια μεγέθη του γείτονά μας, είναι κρίσιμα και οφείλουν να λαμβάνονται πάντα υπόψη. Πρόκειται για χώρα με ακραιφνείς φιλοδοξίες για να εξελιχθεί σε περιφερειακή δύναμη.

Έχει τουλάχιστον οκταπλάσιο πληθυσμό με άφθονο νεανικό στοιχείο, και πολύ μεγαλύτερο ΑΕΠ από εμάς, γεγονότα που προσδίδουν ζηλευτή επιτάχυνση στον τομέα της οικονομίας της. Σε αντίθεση, εδώ αν εστιαστούμε στον καινούργιο αιώνα, από το 2000 και μετά, βιώνουμε αμέτρητη καθίζηση.

Τι να αναφέρουμε, έστω επιγραμματικά; Μήπως τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, όπου κατασπαταλήθηκαν σε κομματικούς ημέτερους, με τον γνωστό τρόπο, δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ αυξάνοντας το δημόσιο χρέος σε επίπεδα που είναι εύκολο να διαπιστωθούν και χωρίς να προσφέρουν κάτι χειροπιαστό στη χώρα;

Εν συντομία, λίγο μετά από αυτούς, λογική φάνταζε η χρεοκοπία του 2008, η υποθήκευση της χώρας το 2015 για έναν αιώνα, η οποία οδήγησε μισό εκατομμύριο νέων να ξενιτευτούν, συμπολίτες μας, οι οποίοι σε μεγάλο ποσοστό ήταν υψηλής μόρφωσης, με πολλά πτυχία και επιστημονικούς τίτλους στο βιογραφικό τους σημείωμα.

Η σημερινή κατάσταση της οικονομίας μας είναι γνωστή. Η Κυβέρνηση επιμένει να πανηγυρίζει για τις επιτυχίες της, όπως θέλει να πιστεύει, αλλά οι πολίτες της χώρας βρίσκονται στο τέλος της ευρωπαϊκής λίστας σε ό,τι αφορά την αγοραστική τους δύναμη.

Απέναντι, η τουρκική οικονομία μεγεθύνεται εντυπωσιακά, παρά τα λεγόμενα για το κοινωνικό της καθεστώς. Έγιναν μεγάλες ξένες επενδύσεις, οι οποίες -με το φτηνό και άφθονο εργατικό δυναμικό- οδήγησαν σε δημιουργία σημαντικής βιομηχανικής υποδομής που φιλοδοξεί να φτάσει μέχρι την κατασκευή πολεμικών αεροσκαφών, με τεράστιες εξαγωγικές δυνατότητες, όπου εμπλέκεται μεγάλος αριθμός εργατών και επιχειρηματιών.

Όλα αυτά όμως απαιτούν ενέργεια, την απαραίτητη κινητήρια δύναμη της βιομηχανίας! Αυτός είναι ο λόγος που ήδη έχει επενδύσει στην πυρηνική ενέργεια στις ακτές του Αιγαίου, με τη γνωστή βοήθεια της Ρωσίας του Πούτιν, και βεβαίως με την παράλληλη αναζήτηση και απόκτηση -με κάθε τρόπο- ενεργειακών πόρων από γειτονικές της χώρες, όπως η γειτονική της Συρία και η γνωστή της εμπλοκή στη Λιβύη. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η επιθετική, λεκτικά για την ώρα, διεκδίκηση του όποιου υφιστάμενου δικού μας ενεργειακού πλούτου.

Όσα διαδραματίζονται ανάμεσά μας, εκεί κυρίως έχουν την αιτία! Η Τουρκία θα συνεχίσει να προσπαθεί να επιβάλλει διακαώς την κυριαρχία της και να καθυποτάξει την χώρα μας, είτε με την πειθώ αρχικά, την απειλή ή με τη βία, αργότερα, ώστε να την καταστήσει υποχείριό της και να την σύρει σε συγκεκριμένη γεωπολιτική συνθηκολόγηση, η οποία θα ωφελεί πρωτίστως αυτή.

Βεβαίως, ο δρόμος της δεν είναι στρωμένος με ρόδινα πέταλα, αλλά είναι εμφανές ότι προσπαθεί ποικιλότροπα και θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται έτσι, όσο φυσικά θα της επιτρέψουν οι μεγάλες δυνάμεις και όσο επιθυμούν να την δουν δίπλα τους, σε συνδυασμό πάντα με την ευοίωνη δημογραφική της κατάσταση.

Προφανώς, όλα αυτά είναι γνωστά στους δικούς μας πολιτικούς και υψηλόβαθμους αξιωματούχους του Υπουργείου Εξωτερικών. Η χώρα μας διαχρονικά δεν κατάφερε, δυστυχώς, να αποκτήσει την απαιτούμενη άμυνα είτε μέσα στο ΝΑΤΟ, είτε μέσα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά από μερικές διπλωματικές κινήσεις της, οι οποίες θυμίζουν περισσότερο επιστημονική μαρμαρυγή.

Στα θετικά θα μπορούσαμε να της προσάψουμε τους εξοπλισμούς, στους οποίους έχει επιδοθεί αλλά με καταβολή των ανάλογων χρηματικών ποσών, αφού δεν κατάφερε να δημιουργήσει κάποια βάση για στοιχειώδη ανάπτυξη τέτοιου είδους βιομηχανίας.

Ερχόμενοι στη σημερινή πραγματικότητα, η Κυβέρνηση του Κολωνακίου θεωρεί ότι με τις συνεχόμενες συναντήσεις και διακηρύξεις θα κερδίσει μια χρονική περίοδο σχετικής ηρεμίας και σταθερότητας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως άλλωστε έπραξαν και οι προηγούμενες.

Ετούτη, όμως, την περίοδο υπάρχει στη αντίπερα όχθη του Ατλαντικού ένας πρόεδρος, ο οποίος είναι εντελώς απρόβλεπτος και ο οποίος βρίσκεται στο ίδιο μήκος κύματος με τον συνάδελφό του της διπλανής μας χώρας.

Έτσι, τυχόν υποχώρησή μας σε τμήματα της ελληνικής ΑΟΖ, δηλαδή παραχώρηση ενεργειακών κοιτασμάτων, με κάποιου είδους μυστική συμφωνία και κατόπιν των γνωστών έξωθεν πιέσεων, θα παρομοίαζε ωσάν καταβολή λύτρων για προσωρινή και συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος σχετικής ηρεμίας ανάμεσά μας.

Ωστόσο, η ιστορία έχει δείξει ότι η συγκεκριμένη τακτική είναι η χειρότερη επιλογή, γιατί γρήγορα οδηγεί σε απείρως περισσότερες απαιτήσεις, αφού θα έδινε στον όποιο αντίπαλο μια άλλη απόδειξη για τα γνωστά φοβικά μας σύνδρομα.

Ακόμα, όσα ακουστούν ή έχουν ακουστεί από επίσημα χείλη μέχρι τώρα, περί συνεκμετάλλευσης ή όπως διαφορετικά ονομαστούν, απλώς θα επιβεβαιώνουν την πλήρη άγνοιά μας για την ωμή πραγματικότητα και την ανυπαρξία σωστής εθνικής πολιτικής και συμπεριφοράς, η οποία άγεται και φέρεται από επιθυμίες και απαιτήσεις ξένων δυνάμεων, ακολουθώντας την πορεία που χάραξαν άλλοι!

Η ανάσχεση του τουρκικού επεκτατισμού και η σωστή και ενεργός εξωτερική πολιτική, όμως, απαιτούν την -όσο γίνεται- καλύτερη ενημέρωση και κινητοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, με αταλάντευτες θέσεις οι οποίες πόρρω θα απέχουν από την κατάσταση του «δεδομένου» παράγοντος σταθερότητας, η οποία μάλλον δεν οδηγεί πουθενά ή τουλάχιστον σε εθνικά οφέλη, και φυσικά κάποιο διαφορετικό πολιτικό σύστημα με άλλες αντιλήψεις, αυτοπεποίθηση, σοβαρές δομές και συμπεριφορές. Κάτι, μάλλον, δύσκολο για την ώρα!

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας