Η παράδοση στη Βουλγαρία των λειψάνων που αποδίδονται στον τσάρο Σαμουήλ, στις 3 Οκτωβρίου 2026, υπερβαίνει τα όρια μιας τελετής πολιτιστικής συνεργασίας. Συνδέει έναν μεσαιωνικό ηγεμόνα, ο οποίος πολέμησε επί δεκαετίες τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, με τις νεότερες περιπέτειες των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων και με την επιστροφή ελληνικών εκκλησιαστικών θησαυρών που αφαιρέθηκαν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μεταφορά των λειψάνων από τη Θεσσαλονίκη στη Σόφια προσέλαβε ιδιαίτερη συμβολική σημασία για τη βουλγαρική πλευρά, η οποία υποδέχθηκε τον μεσαιωνικό ηγεμόνα ως μορφή της εθνικής της μνήμης.
Η Ελλάδα παραλαμβάνει 48 κειμήλια προερχόμενα από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Η επιστροφή τους αποτελεί σημαντική αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να κλείσει το ζήτημα. Η συμφωνία αφήνει εκτός άλλα ιστορικά αντικείμενα, για τα οποία προβλέπει συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Συνεπώς, πίσω από τον εορταστικό χαρακτήρα της τελετής παραμένει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αξιοποίησε η Ελλάδα επαρκώς τη συμβολική αξία των λειψάνων, ώστε να εξασφαλίσει πληρέστερη επιστροφή των αφαιρεθέντων θησαυρών από τη Βουλγαρία;
Για να εκτιμηθεί η βαρύτητα της πράξης, χρειάζεται να θυμηθούμε ποιος ήταν ο Σαμουήλ. Η ανάδειξή του συνδέεται με την ανασυγκρότηση της βουλγαρικής εξουσίας μετά τις επιτυχίες του Ιωάννη Α’ Τσιμισκή το 971. Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα το 976, οι τέσσερις αδελφοί Κομητόπουλοι -Δαβίδ, Μωυσής, Ααρών και Σαμουήλ- πρωταγωνίστησαν στην αντίσταση κατά του Βυζαντίου. Ο Σαμουήλ επικράτησε σταδιακά, ασκούσε ουσιαστική εξουσία πριν αναλάβει επισήμως τον τίτλο του τσάρου και βασίλεψε από το 997 έως το 1014. Τα σημαντικότερα κέντρα της εξουσίας του βρίσκονταν στην περιοχή της Πρέσπας και της Αχρίδας.
Ο κύριος αντίπαλός του υπήρξε ο Βασίλειος Β’ (Βουλγαροκτόνος). Η σύγκρουσή τους ήταν αγώνας για την κυριαρχία στα Βαλκάνια, με καταλήψεις πόλεων, πολιορκίες, λεηλασίες και μετακινήσεις πληθυσμών. Δεν πρέπει να μεταφέρουμε μηχανικά στους μεσαιωνικούς πολέμους τις εθνικές κατηγορίες του σημερινού κόσμου. Αυτό, ωστόσο, δεν επιβάλλει να αποσιωπούμε τις καταστροφές που υπέστησαν οι πόλεις και οι κάτοικοι των βυζαντινών επαρχιών. Η προβολή του Σαμουήλ ως εθνικού συμβόλου στη σύγχρονη Βουλγαρία δεν εξαντλεί την ιστορική αποτίμηση της δράσης του.
Χαρακτηριστική υπήρξε η κατάληψη της Λάρισας, συνήθως χρονολογούμενη στο 985. Η πόλη εξαντλήθηκε από την πολιορκία και την έλλειψη τροφίμων, ενώ μετά την πτώση της μεταφέρθηκαν κάτοικοι στην επικράτεια του Σαμουήλ. Από τη Λάρισα αφαιρέθηκαν και τα λείψανα του πολιούχου της, Αγίου Αχιλλίου, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Πρέσπα. Εκεί ανεγέρθηκε μεγάλη βασιλική αφιερωμένη στον άγιο. Η μεταφορά του ιερού λειψάνου προσέδιδε θρησκευτικό κύρος στο κέντρο της ηγεμονικής εξουσίας και αποτελούσε μέρος της πολιτικής αξιοποίησης της κατάκτησης.
Το 986 ο Βασίλειος Β’ επιχείρησε να ανακόψει τη βουλγαρική ισχύ με εκστρατεία εναντίον της Σόφιας. Η πολιορκία απέτυχε και ο βυζαντινός στρατός, κατά την υποχώρησή του, υπέστη βαριά ήττα στις Πύλες του Τραϊανού, στις 17 Αυγούστου. Ο αυτοκράτορας διέφυγε, αλλά η αποτυχία ενίσχυσε τη θέση του Σαμουήλ. Οι εσωτερικές εξεγέρσεις και οι υποχρεώσεις στα ανατολικά σύνορα δυσχέραιναν τότε τη βυζαντινή απάντηση, προσφέροντας στον αντίπαλό του περιθώριο νέων επιχειρήσεων.
Η πορεία αυτή ανακόπηκε στον Σπερχειό, σε μάχη που συνήθως τοποθετείται στο 997. Ο στρατηγός Νικηφόρος Ουρανός κατόρθωσε να περάσει τον ποταμό και να αιφνιδιάσει το βουλγαρικό στρατόπεδο. Ο Σαμουήλ και ο γιος του, Γαβριήλ Ραδομήρος, τραυματίστηκαν αλλά διέφυγαν. Η βυζαντινή νίκη περιόρισε τις μεγάλες επιδρομές προς τη νότια Ελλάδα, χωρίς να τερματίσει τη μακρόχρονη σύγκρουση.
Στις αρχές του 11ου αιώνα, ο Βασίλειος Β’ επέβαλε σταδιακά την υπεροχή του. Στις 29 Ιουλίου 1014, στο Κλειδί, ο Σαμουήλ προσπάθησε να σταματήσει τη βυζαντινή προέλαση με οχυρώσεις στο πέρασμα. Η κίνηση του Νικηφόρου Ξιφία, ο οποίος παρέκαμψε τις θέσεις των αντιπάλων και επιτέθηκε από τα νώτα, οδήγησε στην κατάρρευση της άμυνάς τους. Ο Σαμουήλ σώθηκε με τη βοήθεια του γιου του.
Στη βυζαντινή χρονικογραφική παράδοση, κυρίως στην αφήγηση του Ιωάννη Σκυλίτζη, ακολουθεί το φοβερό επεισόδιο της τύφλωσης περίπου 15.000 αιχμαλώτων, με έναν μονόφθαλμο ανά εκατό να οδηγεί τους υπόλοιπους. Κατά την ίδια αφήγηση, ο Σαμουήλ κατέρρευσε όταν αντίκρισε τους στρατιώτες του και πέθανε στις 6 Οκτωβρίου 1014. Ο αριθμός των αιχμαλώτων και η σύνδεση του θεάματος με τον θάνατό του πρέπει να παρουσιάζονται ως μαρτυρία των πηγών, όχι ως απολύτως εξακριβωμένη καταμέτρηση ή ιατρική διάγνωση. Η αντίσταση συνεχίστηκε μετά τον θάνατό του, μέχρι την υποταγή του βουλγαρικού κράτους το 1018.
Η ταφή που αποδίδεται στον Σαμουήλ εντοπίστηκε στη βασιλική του Αγίου Αχιλλίου, στο ομώνυμο νησί της Μικρής Πρέσπας. Οι ανασκαφές του καθηγητή Νικολάου Μουτσόπουλου, που άρχισαν το 1965, αποκάλυψαν σαρκοφάγους και ανθρωπολογικό υλικό. Η απόδοση των λειψάνων στον ηγεμόνα στηρίχθηκε στην ερμηνεία των αρχαιολογικών και ανθρωπολογικών ευρημάτων. Η επίσημη ελληνική ανακοίνωση τα χαρακτηρίζει ταυτοποιημένα με τον Σαμουήλ. Πρόκειται, πάντως, για ευρήματα συγκεκριμένου μνημείου εντός της ελληνικής επικράτειας, του οποίου η ιστορία παραμένει συνδεδεμένη με τον χώρο της ανακάλυψής τους.
Η ιστορική αντίστιξη είναι αξιοπρόσεκτη: Ο Σαμουήλ είχε μεταφέρει στην Πρέσπα τα λείψανα του Αγίου Αχιλλίου μετά την κατάληψη της Λάρισας, αργότερα περισσότερο από μία χιλιετία, τα λείψανα που αποδίδονται στον ίδιο μεταφέρονται από τη Θεσσαλονίκη στη Βουλγαρία. Οι δύο πράξεις ανήκουν σε εντελώς διαφορετικά ιστορικά και θεσμικά περιβάλλοντα. Η αντιπαραβολή τους, όμως, υπενθυμίζει πόσο στενά συνδέονται τα ιερά λείψανα και τα ιστορικά ευρήματα με το κύρος της εξουσίας και τη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης.
Η νεότερη διάσταση του ζητήματος οδηγεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα κειμήλια που επιστρέφουν σήμερα είχαν αφαιρεθεί το 1917 από εκκλησιαστικούς φορείς της βόρειας Ελλάδας και μεταφερθεί στη Σόφια. Η απώλεια τέτοιων αντικειμένων δεν αφορά μόνο την οικονομική ή καλλιτεχνική τους αξία. Αφορά τη συνέχεια της λατρευτικής ζωής, την ιστορία των Μονών και τη δυνατότητα των τοπικών κοινωνιών να διατηρούν στον φυσικό τους χώρο τα τεκμήρια του παρελθόντος τους.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η Συνθήκη του Νεϊγύ, που υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919 μετά την ήττα της Βουλγαρίας, ανάμεσα στις νικήτριες δυνάμεις και τη Βουλγαρία. Η Συνθήκη του Νεϊγύ, ένα νομικό κείμενο που έχει χαρακτηριστεί από τη βουλγαρική πλευρά εθνική καταστροφή. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, η Βουλγαρία υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στους συμμάχους της Αντάντ τη Δυτική Θράκη και στη Σερβία τη Στρώμνιτσα, το Τσάριμπροτ και το Μποσίλεφγκραντ, να εκχωρήσει τη Νότια Δοβρουτσά στη Ρουμανία, να καταβάλει τεράστια πολεμική αποζημίωση στους συμμάχους και να μειώσει την αριθμητική δύναμη του στρατού της σε μερικές χιλιάδες άνδρες.
Η συνθήκη περιλάμβανε εδαφικές ρυθμίσεις, επανορθώσεις και συγκεκριμένες υποχρεώσεις επιστροφής αφαιρεθέντων αντικειμένων. Ως προς τη Δυτική Θράκη, η Βουλγαρία παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της υπέρ των Συμμαχικών Δυνάμεων. Η παραχώρηση της περιοχής στην Ελλάδα ακολούθησε στις 14 Μαΐου 1920 όταν ο ελληνικός στρατός εισήλθε και ανέλαβε τη διοίκηση της περιοχής.
Το άρθρο 125 του Νεϊγύ προέβλεπε επιστροφή αντικειμένων και αξιών που είχαν αφαιρεθεί, κατασχεθεί ή δεσμευθεί στα κατεχόμενα εδάφη. Ακόμη σαφέστερο για τους πολιτιστικούς θησαυρούς ήταν το άρθρο 126: Η Βουλγαρία αναλάμβανε να αναζητήσει και να επιστρέψει χωρίς καθυστέρηση στην Ελλάδα, στη Ρουμανία και στο τότε σερβοκροατοσλοβενικό κράτος αρχεία και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που είχαν αφαιρεθεί κατά τον πόλεμο. Προβλεπόταν επίσης διαιτητική διαδικασία για διαφωνίες κυριότητας. Η Βουλγαρία έπρεπε να ψηφίσει νόμο εντός τριών μηνών, ο οποίος θα υποχρέωνε όλους τους Βούλγαρους πολίτες να δηλώσουν τυχόν τέτοια αντικείμενα που είχαν στην κατοχή τους, με την απειλή ποινών για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (κλεπταποδοχή).
Το άρθρο 125 (σε συνδυασμό με το άρθρο 126 που εξειδίκευε την επιστροφή αρχείων, εγγράφων και πολιτιστικών/ιστορικών θησαυρών) αποτέλεσε το βασικό νομικό εργαλείο της Ελλάδας για να διεκδικήσει την επιστροφή των πολύτιμων κειμηλίων και χειρογράφων που είχαν λεηλατηθεί από τις ιστορικές Μονές της Μακεδονίας (όπως η Μονή Εικοσιφοινίσσης στο Παγγαίο και η Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών).
Επομένως, η ελληνική διεκδίκηση δεν άρχισε με τη σημερινή πολιτιστική προσέγγιση. Είχε ήδη αναγνωριστεί συμβατικά πριν από περισσότερο από έναν αιώνα. Η επιστροφή αφαιρεθέντων θησαυρών πρέπει να παρουσιάζεται ως αποκατάσταση δικαιώματος, όχι απλώς ως χειρονομία γενναιοδωρίας. Η ακριβής σημερινή νομική αξιοποίηση των διατάξεων απαιτεί εξέταση των μεταγενέστερων συμφωνιών και κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Η ιστορική τους σημασία, ωστόσο, είναι αδιαμφισβήτητη: Το Νεϊγύ αναγνώριζε ρητά την υποχρέωση επιστροφής.
Την ίδια ημέρα υπογράφηκε και η ελληνοβουλγαρική σύμβαση για την αμοιβαία και εθελούσια μετανάστευση μειονοτήτων. Η ρύθμιση αυτή, διαφορετική από την υποχρεωτική ελληνοτουρκική ανταλλαγή του 1923, δείχνει ότι η μεταπολεμική διευθέτηση αφορούσε παράλληλα σύνορα, πληθυσμούς και περιουσίες. Οι σημερινές πολιτιστικές εκκρεμότητες εντάσσονται, επομένως, σε ένα ευρύτερο ιστορικό πεδίο, το οποίο δεν περιορίζεται στην επιστροφή μεμονωμένων αντικειμένων.
Η συμφωνία του 2026 χρειάζεται να κριθεί με βάση αυτό το υπόβαθρο. Η επιστροφή των 48 κειμηλίων είναι το ελάχιστο που προσέφερε η βουλγαρική πλευρά σε σχέση με αυτό που ζήτησε. Η Ελλάδα παραδίδει ένα εύρημα μοναδικής συμβολικής σημασίας για τη Βουλγαρία, ενώ για άλλα αντικείμενα παραπέμπεται σε επόμενες διαπραγματεύσεις. Η αλληλουχία δημιουργεί εύλογη ανησυχία: αφού ικανοποιείται ένα κεντρικό βουλγαρικό αίτημα, παραμένει εξίσου ισχυρό το κίνητρο για ολοκλήρωση των επιστροφών; Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Δράμας, μόνο από τη Μονή Εικοσιφοίνισσας είχαν κλαπεί 800 ιερά κειμήλια και 430 χειρόγραφα.
Δεν τεκμηριώνεται ότι η Ελλάδα έχασε κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα. Μπορεί, όμως, να υποστηριχθεί ότι παραιτήθηκε από ένα ιδιαίτερο μέσο πίεσης πριν επιτευχθεί συνολική διευθέτηση. Για να αξιολογηθεί υπεύθυνα αυτή η επιλογή, χρειάζονται δημοσιοποίηση του πλήρους συμφωνημένου πλαισίου, σαφής καταγραφή των εκκρεμών διεκδικήσεων και συγκεκριμένα επόμενα βήματα. Η γενική πρόβλεψη συνέχισης των συζητήσεων δεν προσφέρει από μόνη της την ίδια ασφάλεια με ένα δεσμευτικό και ελέγξιμο πρόγραμμα επιστροφών. Η πολιτιστική μας κληρονομιά και τα ιερά μας κειμήλια χρήζουν προσοχής και πρέπει να επιστρέψουν στη χώρα μας. Εξ άλλου νομοθεσία υπάρχει!
Η υπογραφή της Συνθήκης των Πρεσπών: μια πρόσφατη αστοχία για τη χώρα μας. Υπογράφηκε παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του ελληνικού λαού. Σημειωτέον ότι και τα Σκόπια διεκδικούν τον Σαμουήλ, λέγοντας ότι δημιούργησε το πρώτο «μακεδονικό» κράτος. Ο Μέγας Αλέξανδρος τι έκανε; Προκλητικές ήταν και οι δηλώσεις της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στα Σκόπια (Οκτώβριος 2026): «Καλωσορίζουμε τη Βόρεια Μακεδονία με την ταυτότητα και τη γλώσσα της. Πιστεύουμε ότι ο μακεδονικός πολιτισμός και η μακεδονική γλώσσα μπορούν μόνο να κάνουν την Ένωσή μας πλουσιότερη». Μάλλον δεν είναι επαρκώς ενημερωμένη για την ιστορία των κρατών-μελών της Ε.Ε. Απαράδεκτες δηλώσεις, όταν μάλιστα προέρχονται από αξιωματούχους της Ε.Ε. στην οποία ανήκουμε. Οι παραβιάσεις των όρων της Συνθήκης που αφορούν κυρίως στη συστηματική άρνηση της νέας πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας να χρησιμοποιεί τη συνταγματική και διεθνή ονομασία της χώρας erga omnes (έναντι όλων), δεν πρέπει να αφήνουν περιθώρια για ανοχές εκ μέρους της χώρας μας.
Η ελληνοβουλγαρική συνεργασία μπορεί να ενισχυθεί μέσα από την αποκατάσταση των ιστορικών αδικιών. Δεν χρειάζεται να στηρίζεται στην αποσιώπησή τους ούτε στην εξίσωση διαφορετικών περιπτώσεων. Άλλο είναι η διαχείριση αρχαιολογικά ανακαλυφθέντων ανθρώπινων λειψάνων και άλλο η επιστροφή θησαυρών που αφαιρέθηκαν από τον τόπο και τους κατόχους τους κατά τη διάρκεια πολέμου. Η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ στη Βουλγαρία θα αποκτήσει πληρέστερο περιεχόμενο εάν αποτελέσει αφετηρία για την επιστροφή και των υπόλοιπων τεκμηριωμένα διεκδικούμενων αντικειμένων από την Ελλάδα. Τότε η επίκληση της ιστορικής συμφιλίωσης θα συνοδεύεται από ουσιαστική δικαίωση της μνήμης.
Σύντομη βιβλιογραφία και πηγές
- https://www.anixneuseis.gr «Εν κρυπτώ συμφωνία»
- Ελληνική Κυβέρνηση-Υπουργείο Πολιτισμού. «Συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας για την επιστροφή στη χώρα μας 48 κειμηλίων που προέρχονται από Ιερές Μονές και τη μεταφορά των λειψάνων του Τσάρου Σαμουήλ στη γείτονα», 29 Σεπτεμβρίου 2026.
- Kantouris, Costas, και Veselin Toshkov. «Remains of medieval king Czar Samuel arrive in Bulgaria after decades of talks with Greece». Associated Press, 3 Οκτωβρίου 2026.
- Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ, 27 Νοεμβρίου 1919, ιδίως άρθρα 125–126. Κείμενο διαθέσιμο στηDigithèque de matériaux juridiques et politiques, Université de Perpignan.
- Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας περί αμοιβαίας μεταναστεύσεως, 27 Νοεμβρίου 1919. Συλλογή Συνθηκών της Κοινωνίας των Εθνών, τόμος 1.
- Σκυλίτζης, Ιωάννης. A Synopsis of Byzantine History, 811–1057. Μετάφραση John Wortley. Cambridge University Press, 2010.
*Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας – ιστορικός