Το κείμενο αυτό, αποτελεί τη συνέχεια της Α΄ Ενότητας με τίτλο: Οι ωμότητες
Η επόμενη ημέρα
Εφόσον την επόμενη ημέρα ο αξιωματικός δεν εμφανίστηκε στο γραφείο του, από τις έρευνες που διενήργησαν οι Γερμανοί και ίσως και με τη συνδρομή πληροφοριών, τις οποίες πιθανόν να είχαν, έβγαλαν το συμπέρασμα για την απαγωγή του αξιωματικού. Κατά το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, μια μεγάλη ομάδα από Γερμανούς στρατιώτες, με καμιόνια εμφανίστηκαν στις Μαργαρίτες και περικύκλωσαν την κωμόπολη.
Μέσα σε λίγες ώρες, είχαν μαζέψει στην πλατεία όλους τους άνδρες που είχαν βρει στα σπίτια και στους δρόμους. Από μαρτυρίες, ήταν κάποιες δεκάδες άνδρες, νέοι και μεσήλικες. Τους γέροντες δεν τους είχαν συλλάβει. Χωρίς να χάνουν χρόνο και με μια συμπεριφορά πολύ βάναυση, τους έσπρωχναν ώστε να σχηματίσουν μια γραμμή στην άκρη της πλατείας, προετοιμάζοντάς τους για εκτέλεση. Συγχρόνως, το εκτελεστικό απόσπασμα είχε πάρει θέση απέναντι από τους μελλοθανάτους.
Χάιλ Χίτλερ! Χάιλ Χίτλερ!
Ενώ όλα ήταν έτοιμα για την εκτέλεση και ο αξιωματικός που θα έδινε το παράγγελμα είχε πάρει τη θέση του, μια απελπισμένη γυναικεία φωνή ακούστηκε μέσα από τα σοκάκια του χωριού, που σαν μια πνιχτή κραυγή έσκισε την απόλυτη σιγή των τραγικών στιγμών. Η γυναικεία φωνή ήταν με γνήσια γερμανική προφορά και επαναλάμβανε μια προσφιλή των Γερμανών ναζί φράση: Χάιλ Χίτλερ! Χάιλ Χίτλερ! Χάιλ Χίτλερ!
Η φωνή συνεχώς και ακούγονταν και πιο δυνατά, πράγμα που δήλωνε πως η γυναίκα που φώναζε, έτρεχε με «την ψυχή στο στόμα». Η κατεύθυνση απ’ όπου ερχόταν η γυναίκα ήταν κατηφορική, όπως εκείνη ερχόταν, αφού η πλατεία ήταν στην κάτω γειτονιά του χωριού και έτσι μπορούσε και επιτάχυνε συνεχώς το τρέξιμό της.
Παρόλη την παγερή ατμόσφαιρα του θανάτου που επικρατούσε και το ψυχρό -σαν τον πάγο- ύφος του αξιωματικού και των στρατιωτών, οι Γερμανοί τρόμαξαν. Η χροιά της απελπισίας στη φωνή της γυναίκας, ήταν τρομακτική και το ίδιο απερίγραπτη ήταν και η αμηχανία του αξιωματικού.
Οι κραυγές δημιουργούσαν ένα άκουσμα ωσάν να ήταν η βουή που προηγείται και προαναγγέλλει ένα μεγάλο σεισμό. Από ένστικτο και μόνο, ο αξιωματικός σήκωσε το αριστερό του χέρι, κρατώντας το μετέωρο και χωρίς να έχει τον έλεγχο της επόμενης κίνησής του. Το ένστικτό του και μόνον θα τον καθοδηγούσε! Ήδη, όμως, η γυναικεία φιγούρα, που ήταν η αιτία αυτής της απερίγραπτης αναστάτωσης, ωσάν μια άλλη Ιφιγένεια, αφού διακινδύνευε και την ίδια της τη ζωή, αναμαλλιασμένη, με το φαρδύ της φόρεμα να ανεμίζει από το τρέξιμο και να της φτάνει ως τους ώμους από την ταραχή της και την αγωνία της, φάνηκε στο πιο μακρύ κατηφορικό σοκάκι του χωριού.
Το δεξί της χέρι ήταν παρατεταμένο μπροστά, τεντωμένο με τέτοια ένταση, ωσάν πραγματικά να χαιρετούσε τον Φύρερ! Η οπτασία που περνούσε σαν κινηματογραφική σκηνή μπροστά από τα μάτια του αξιωματικού ήταν σε μια άλλη νοητική διάσταση.
Η αποκάλυψη «του ονείρου»
Ωστόσο, η εικόνα της αναμαλλιασμένης και της λουσμένης στην απελπισία γυναίκας, τον συγκλόνισε. Τα δευτερόλεπτα που έτρεχαν, του δημιουργούσαν μια συγκεχυμένη εικόνα, που μόνο σαν «ένα όνειρο» το αντιλαμβάνονταν. Σκεφτόταν: Ήρθε ή δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου! Τόσες ζωές εξαρτιόνταν από μια και μόνον, φράση του! Θα την εξεφώνιζε, ή όχι;
Το χέρι του, από τη μετέωρη θέση που ήταν, με την εμφάνιση της εικόνας της γυναίκας, πήρε το μήνυμα της αναμονής για την επόμενη κίνηση. Με ένα πολύ νευρικό νεύμα, έδωσε το σήμα του «αναμείνατε» στα δάκτυλα των πυροβολητών του εκτελεστικού αποσπάσματος.
Ήδη, τα δευτερόλεπτα αυτά είχαν τόση αξία που μετρούνταν όσο οι μερικές δεκάδες ζωές των μελλοθανάτων. Σε δυο δευτερόλεπτα, η γυναικεία οπτασία ήδη ήταν μπροστά στον αξιωματικό. Εκείνος, αφού είχε δώσει το σήμα του «αναμείνατε», είχε στραφεί προς το μέρος του απρόσκλητου επισκέπτη, που μόλις είχε φτάσει με την ταχύτητα του κεραυνού. Η γυναίκα, με όση φωνή τής είχε μείνει από τις απέλπιδες κραυγές της και το λαχάνιασμά της, μίλησε πρώτη.
Με την πρώτη της λέξη, ο αξιωματικός κατάλαβε ότι έχει να κάνει με Γερμανίδα γυναίκα και η έντασή του άρχισε να καταλαγιάζει. Με τα υπόλοιπα πρώτα της λόγια, άρχισε να εξυφαίνεται το μεγάλο μυστικό της παρουσίας της. Το γνωστικό σύστημα του αξιωματικού ήδη είχε φύγει από τα υψηλά επίπεδα της αδρεναλίνης και μπορούσε πια να ακούσει με προσοχή τη συμπατριώτισσά του, να του αφηγείται με πολλή συντομία την ιστορία της.
Η αφήγηση
Η μοιραία αυτή γυναίκα που ή εμφάνισή της, προσωρινά τουλάχιστον, είχε τόση δύναμη και αξία, όση είχαν οι ζωές μερικών δεκάδων αθώων, με πολλή προσοχή καταρχήν, έδωσε εξηγήσεις για την παρουσία της στον τόπο του μαρτυρίου. Πράγματι, ήταν Γερμανίδα, σύζυγος ενός Έλληνα, ο οποίος είχε γεννηθεί στο χωριό αυτό των Μαργαριτών και ο οποίος είχε σπουδάσει γιατρός στη Γερμανία και για κάποιο διάστημα κατοικούσε και εργαζόταν στη Γερμανία.
Την περίοδο αυτή, η σύζυγός του βρισκόταν στο χωριό του. Ο αξιωματικός άκουγε με πολλή προσοχή την συνομιλήτριά του, η οποία ήδη από την πρώτη στιγμή είχε κερδίσει την προσοχή του με τα λεγόμενά της. Από τα πρώτα λεπτά της σκηνής της συνομιλίας τους, ο κλοιός του θανάτου είχε ήδη αρχίσει τουλάχιστον για λίγο να χαλαρώνει. Στους μελλοθανάτους μια μεγάλη απορία ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, τόση έντονη, που άγγιζε το ανεξήγητο.
Όλοι άκουγαν τον διάλογό τους, κι ας μην καταλάβαιναν τι έλεγαν και κυριολεκτικά κρέμονταν από τα χείλη εκείνης της γυναίκας, που σε αυτούς βέβαια ήταν γνωστή ως η σύζυγος συγχωριανού τους. Προσπαθούσαν να μαντέψουν το πού θα κατέληγε αυτή η συζήτηση, που είχε ανοίξει με τους δύο συνομιλητές. Άκουγαν, αλλά κανείς τους δεν καταλάβαινε, αφού τα γερμανικά τούς ήταν άγνωστη γλώσσα.
Όμως, εντελώς διαισθητικά αντιλαμβάνονταν ότι η γυναίκα έδινε μια «μάχη» για το καλό τους! Αυτή η αίσθηση, ζέσταινε τις καρδιές τους. Τα λεπτά περνούσαν και όλων τα βλέμματα ήταν στραμμένα προς τα δύο πρόσωπα, που συνδιαλέγονταν σε ένα περίεργο και αινιγματικό μοτίβο.
Οι μόνοι που δεν πτοούνταν, ήταν οι στρατιώτες του αποσπάσματος που συνέχιζαν να έχουν παρατεταμένα τα όπλα τους, σημαδεύοντάς τους. Η μοιραία γυναίκα, ωστόσο, κατέβαλε όλο και μεγαλύτερη προσπάθεια στο να πείσει τον αξιωματικό ότι οι μελλοθάνατοι αυτοί ήταν αθώοι, καθότι δεν σχετίζονταν με το σαμποτάζ και την απαγωγή του Γερμανού αξιωματικού και έτσι δεν θα έπρεπε να εκτελεστούν.
Η διαπραγμάτευση
Όπως βέβαια αργότερα μαθεύτηκε, καταρχήν ο αξιωματικός αιφνιδιάστηκε με την πρόταση της συνομιλήτριάς του. Όμως, με τη συνέχεια της συζήτησης, τα επιχειρήματα της μοιραίας αυτής γυναίκας άρχισαν να κερδίζουν έδαφος. Το πρόσωπο του αξιωματικού ήδη είχε αρχίσει να χαλαρώνει και το πέπλο του θανάτου που τύλιγε την ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να ταλαντεύεται.
Πράγματι σε λίγο, και έχοντας μια συνεχή συζήτηση σε ήρεμους πια τόνους, ο αξιωματικός είχε καταρχήν θεωρήσει ως δυνητική την ακύρωση της εκτέλεσης. Όμως, όπως επιβεβαιώθηκε κατόπιν, είχε προκύψει το ερώτημα για τον αξιωματικό ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε να προβεί σε κάποια ενέργεια αντιποίνων. Αυτή ήταν η διαταγή από τους ανωτέρω του. Ήταν ανένδοτος στο ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν αντίποινα, παρά μόνον με την ποινή της ομαδικής εκτέλεσης.
Η τελική απόφαση
Μετά από κάποια λεπτά, με όλη αυτή την ένταση στη συζήτηση, ήταν πια φανερό ότι ο αξιωματικός είχε βρει μια άλλη λύση στο πρόβλημα της εφαρμογής των αντιποίνων. Το πιο πιθανόν είναι το ότι τη λύση που σκέφτηκε δεν την ανακοίνωσε ούτε στη συνομιλήτριά του.
Το θάρρος και η επιμονή της μοιραίας αυτής γυναίκας για πρόσωπα που δεν σχετίζονταν άμεσα με εκείνη, τον είχε συναρπάσει. Εκτίμησή μας είναι ότι εκείνος ήξερε το συμβάν στους Μολάους της Λακωνίας και την εκτέλεση των 200 κρατουμένων στην Καισαριανή. Μετά από τα λεπτά αυτής της συζήτησης, το κλίμα πια είχε αλλάξει εντελώς.
Ο αξιωματικός άφησε τη συνομιλήτριά του και γυρνώντας προς τους στρατιώτες του αποσπάσματος, έδωσε τη διαταγή της ακύρωσης της εκτέλεσης. Σε δευτερόλεπτα, το πέπλο του θανάτου που κάλυπτε την πλατεία, εξαφανίστηκε. Στους μελλοθάνατους δόθηκε η εντολή να φύγουν. Σε λίγη ώρα, οι στρατιώτες άρχισαν να ανεβαίνουν στα καμιόνια. Η επιχείρηση για τα αντίποινα στις Μαργαρίτες είχε λήξει, και μάλιστα ευνοϊκά, μετά την παρέμβαση αυτής της γυναίκας, σωστής ηρωίδας.
Η εκτέλεση
Τις επόμενες ημέρες, έγινε γνωστή ότι η τελική λύση είχε δοθεί σε χώρο που χρησιμοποιούταν και για άλλες εκτελέσεις, στα «δύο αοράκια», κοντά στις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού στο Ηράκλειο. Εκεί, λοιπόν, εκτελέστηκαν κάποιοι κρατούμενοι από τις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού μαζί με κάποιους άλλους, που είχαν μεταφερθεί από τις φυλακές του Ρεθύμνου σε μια ομαδική εκτέλεση.
Έτσι, γράφτηκε η τελευταία πράξη του δράματος της απαγωγής του Γερμανού αξιωματικού στις Μαργαρίτες. Αυτή ξεπληρώθηκε ως ένα ακόμη έγκλημα πολέμου, με το αίμα ανυποψίαστων κρατούμενων, οι οποίοι και βέβαια κατ’ ουδένα τρόπο σχετίζονταν με το συμβάν της απαγωγής.