Μόλις δύο μήνες αργότερα από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή, αρχές Αυγούστου του 1944, συνετελέσθηκε στην Κρήτη άλλη μία ομαδική εκτέλεση φυλακισμένων, αυτή τη φορά ποινικών κρατούμενων, με μια όμοια αιτιολογία. Ο λόγος, αυτή τη φορά, ήταν η απαγωγή ενός Γερμανού στρατιωτικού έξω από τη κωμόπολη των Μαργαριτών του Ρεθύμνου και η αιχμαλωσία του σε κρησφύγετο στον Ψηλορείτη.

Εκτελώντας αμάχους

Η τακτική τού να εκτελούνται ομαδικά άμαχοι από τους Γερμανούς κατακτητές κατά τη γερμανική Κατοχή, σαν αντίποινα για τους θανάτους Γερμανών στρατιωτών, εφαρμόστηκε σε εκατοντάδες συμβάντα σε όλη την ελληνική επικράτεια, από τη Βιάννο της Κρήτης ως τα Καλάβρυτα και από το Δίστομο της Βοιωτίας ως τα Κερδύλια των Σερρών.

Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι τουλάχιστον 95.000 άμαχοι Έλληνες έπεσαν θύματα των θηριωδιών τους. Ενώ οι μαζικές εκτελέσεις αμάχων στην Ελλάδα στη διάρκεια της Κατοχής είναι εκατοντάδες και καλά τεκμηριωμένες με στοιχεία (με στρατιωτικά ημερολόγια, αφηγήσεις ανθρώπων της εποχής, καταγραφές των ελληνικών Αρχών με τον ορισμό σχετικών επιτροπών και τις μεταπολεμικές ανακριτικές διαδικασίες του ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου), το δημοσιοποιημένο φωτογραφικό υλικό για αυτές είναι ελάχιστο, με πιο γνωστή τη φρικτή εκτέλεση αμάχων στο Κοντομαρί Χανίων (Ιούνιος του 1941).

Η «έκθεσις Καζαντζάκη»

Το ιστορικό κείμενο «η έκθεσις Καζαντζάκη», όπως ονοματίστηκε, αποτελεί το προϊόν της έρευνας που διενήργησε μια τετραμελής επιτροπή, η οποία συστάθηκε τον Μάιο του 1945, από τον υπηρεσιακό πρωθυπουργό, Πέτρο Βούλγαρη, με αποστολή να περιοδεύσει την Κρήτη, και σε σύντομο χρονικό διάστημα, να διαπιστώσει και να περιγράψει τα γεγονότα με τις ωμότητες, που είχαν διαπράξει οι Γερμανοί κατακτητές στην Κρήτη.

Για να διασφαλιστεί η εγκυρότητα των στοιχείων που θα συλλέγονταν, στην επιτροπή ορίστηκαν άτομα με αυξημένες ικανότητες και κύρος. Συντονιστής τής επιτροπής ορίστηκε ο Νίκος Καζαντζάκης, και μέλη ο Ιωάννης Καλιτσουνάκης εκ Χανίων και ο Ιωάννης Κακριδής -και οι δύο καθηγητές φιλολογίας και ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών- καθώς και ως συνεπικουρούν μέλος ο διακεκριμένος φωτογράφος Κωνσταντίνος Κουτουλάκης, επίσης εκ Χανίων.

Πράγματι, η επιτροπή ταξίδεψε στην Κρήτη, και από τις 29 Ιουνίου έως και τι 6 Αυγούστου του 1945, ολοκλήρωσε τον σκοπό της επίσκεψής της. Επισκέφθηκε 76 χωριά της Κρήτης, στο σύνολό τους από αυτά, που ονομάσθηκαν μαρτυρικά χωριά, και συνέλεξε, με πολλή προσοχή και αντικειμενικότητα, στοιχεία που μαρτυρούσαν τις ωμότητες που είχαν διαπράξει οι Γερμανοί κατακτητές. Στον επίλογό της, η επιτροπή επισημαίνει:

«Το βέβαιον είναι ότι το μίσος των Γερμανών το εδοκίμασεν ιδιαιτέρως η ελληνική Μεγανόνησος. Δεν υπάρχει πόλις ή χωρίον που να μην εληστεύθη, να μην ηγγαρεύθη, να μην πενθεί ολίγους ή πολλούς τυφεκισμένους και ομήρους αποσταλέντας εις την Γερμανίαν».

Εκτελώντας ανυποψίαστους φυλακισμένους

Η ομαδική εκτέλεση, όμως, των 200 φυλακισμένων από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στην Καισαριανή από τους απάνθρωπους ναζιστές, αποτελεί μια ιδιαιτερότητα, καθότι οι εκτελεσθέντες ουδεμία σχέση είχαν με το συμβάν, για το οποίο υπήρξαν τα αντίποινα.

Ο λόγος της εκτέλεσης ήταν η συμπλοκή ανάμεσα σε μια αντάρτικη ομάδα και μια περίπολο από Γερμανούς στρατιωτικούς στην περιοχή των Μολάων της Λακωνίας, όπου σκοτώθηκαν ένας Γερμανός υποστράτηγος και τρεις συνοδοί του. Η εκτέλεση έγινε την Πρωτομαγιά του 1944.

Η εκτέλεση με αφορμή τις Μαργαρίτες Ρεθύμνου

Μόλις δύο μήνες αργότερα, αρχές του Αυγούστου του 1944, συνετελέσθηκε στην Κρήτη, μια ακόμη ομαδική εκτέλεση φυλακισμένων, αυτή τη φορά ποινικών κρατούμενων, με όμοια αιτιολογία, που ήταν η απαγωγή ενός Γερμανού αξιωματικού από μια αντάρτικη ομάδα, έξω από ένα κεφαλοχώρι, σχεδόν κωμόπολη, εκείνη των Μαργαριτών του Ρεθύμνου και η αιχμαλωσία του σε κρησφύγετο στον Ψηλορείτη. Δυστυχώς, δεν διασώθηκαν γραπτά ή φωτογραφικά ντοκουμέντα που να καταγράφουν ακριβώς τα γεγονότα της εκτέλεσης.

Οι πληροφορίες προέρχονται από προφορικές διηγήσεις κατοίκων των Μαργαριτών και των πλησιέστερων χωριών. Και μάλιστα, αυτή η εκτέλεση των κρατούμενων δεν θα γινόταν γνωστό, αν κατά τύχη δεν υπήρχε και ένας νεαρός κρατούμενος στις φυλακές, κάτοικος της κωμόπολης, ο οποίος εκτελέστηκε μαζί με τους άλλους.

Οι πληροφορίες ανέφεραν ότι οι κρατούμενοι προέρχονταν από τις φυλακές της πόλης του Ρεθύμνου και τις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού. Ο χώρος της εκτέλεσης ήταν η περιοχή στα «Τρία Αοράκια» του Ηρακλείου, που ήταν ο χώρος όπου οι Γερμανοί είχαν επιλέξει για όλες τις εκτελέσεις που διέπρατταν στην ευρύτερη περιοχή. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων, δυστυχώς, ποτέ δεν έγινε γνωστός.

Το συμβάν της απαγωγής

Ο συγκεκριμένος αξιωματικός, τον οποίο απήγαγαν οι αντιστασιακοί, υπηρετούσε στην πόλη του Ρεθύμνου και κάθε εβδομάδα, κάποια ημέρα, επισκεπτόταν απογευματινή ώρα ένα στρατιωτικό φυλάκιο που βρισκόταν μετά την κωμόπολη, για έλεγχο. Κάποιες φορές, ερχόταν με ένα υπηρεσιακό τζιπ και με συνοδό έναν Γερμανό στρατιώτη.

Όμως, κάποιες άλλες φορές, ερχόταν μόνος του με μία στρατιωτική μοτοσικλέτα. Από τις αντάρτικες ομάδες που είχαν τα κρησφύγετά τους στον Ψηλορείτη, στους πρόποδες του οποίου βρίσκεται η κωμόπολη, αποφασίστηκε να του στήσουν ενέδρα και να τον απαγάγουν.

Πράγματι, η παράτολμη αποστολή ανατέθηκε σε μια συγκεκριμένη ομάδα από σαμποτέρ. Από πληροφορίες που είχαν από τοπικούς τους συνδέσμους τους, υπολόγισαν την ημέρα της επόμενης επίσκεψής του. Πράγματι, οι σαμποτέρ τού έστησαν ενέδρα σε ένα σημείο λίγο έξω από την κωμόπολη. Την ημέρα εκείνη ήταν μόνος του με την υπηρεσιακή του μοτοσικλέτα. Τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν σε ένα από τα κρησφύγετά τους.

Ακολουθεί η Β΄ Ενότητα με τίτλο: Στον ρόλο της «Ιφιγένειας» και «η τελική λύση»