Στη μεταπολεμική Ευρώπη συγκρούστηκαν δύο διαφορετικές οικονομικές και πολιτικές αντιλήψεις για το μέλλον των κοινωνιών. Από τη μία, ο φιλελευθερισμός, με επίκεντρο την ελευθερία του ατόμου, την ιδιωτική πρωτοβουλία και την οικονομία της αγοράς. Από την άλλη, ο σοσιαλισμός και, στην πιο ακραία εκδοχή του, ο κομμουνισμός, με επίκεντρο το κράτος, τη συλλογικότητα και την προσπάθεια περιορισμού των οικονομικών ανισοτήτων.
Η ιστορία, όμως, δεν άργησε να δείξει τις αδυναμίες και των δύο δρόμων όταν αυτοί οδηγούνται στα άκρα.
Το σοβιετικό μοντέλο και τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης κατέρρευσαν. Όταν άνοιξαν τα σύνορα, οι κοινωνίες της Δύσης είδαν από κοντά μια πραγματικότητα που για δεκαετίες παρουσιαζόταν διαφορετικά: οικονομίες με περιορισμένη παραγωγικότητα, ελλείψεις, χαμηλό βιοτικό επίπεδο και έναν κρατικό μηχανισμό που είχε αναλάβει σχεδόν τα πάντα.
Υπήρχε πράγματι μια μορφή ισότητας. Μόνο που δεν ήταν η ισότητα στον πλούτο. Ήταν, σε μεγάλο βαθμό, η ισότητα στη φτώχεια.
Και όταν το σύστημα κατέρρευσε, συνέβη κάτι ακόμη πιο παράδοξο. Μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις και τη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς, δημιουργήθηκαν νέες μεγάλες περιουσίες. Ένα μέρος της οικονομικής ισχύος πέρασε στα χέρια ανθρώπων που προέρχονταν από το ίδιο το προηγούμενο σύστημα.
Η Δύση, από την άλλη πλευρά, δεν κατέρρευσε. Αναπτύχθηκε. Η Ευρώπη δημιούργησε τεράστιο πλούτο, ενίσχυσε την παραγωγή, την τεχνολογία, το εμπόριο και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Όμως εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα της εποχής μας:
Ο πλούτος που δημιουργήθηκε διαχύθηκε πραγματικά στην κοινωνία ή συγκεντρώθηκε υπερβολικά σε λίγα χέρια;
Γιατί άλλο είναι η ελεύθερη οικονομία και άλλο η οικονομία όπου η οικονομική ισχύς αποκτά τέτοια συγκέντρωση, ώστε να επηρεάζει την πολιτική, την ενημέρωση και τελικά τις ίδιες τις κοινωνικές ισορροπίες.
Ο φιλελευθερισμός γεννήθηκε με την ιδέα ότι η ελευθερία του ατόμου και ο ανταγωνισμός μπορούν να δημιουργήσουν ανάπτυξη και ευημερία. Όταν όμως ο ανταγωνισμός περιορίζεται και η οικονομική ισχύς συγκεντρώνεται, τότε δημιουργείται ένα διαφορετικό πρόβλημα: δεν κινδυνεύει μόνο η οικονομική ισορροπία. Κινδυνεύει και η δημοκρατική ισορροπία.
Σήμερα βλέπουμε επιχειρηματικούς ομίλους με τεράστια οικονομική δύναμη να αποκτούν επιρροή σε τομείς που ξεπερνούν κατά πολύ την παραγωγή και το εμπόριο.
Η ενημέρωση είναι ένας από αυτούς.
Και η ενέργεια είναι ένας ακόμη.
Όταν η οικονομική ισχύς συναντά την επικοινωνιακή ισχύ και στη συνέχεια επιχειρεί να αποκτήσει πρόσβαση σε ακόμη περισσότερους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, τότε η Δημοκρατία βρίσκεται μπροστά σε ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αγνοήσει:
Ποιος τελικά ελέγχει ποιον; Η πολιτική την οικονομία ή η οικονομική ισχύς την πολιτική;
Δεν υποστηρίζω ότι κάθε επιχειρηματίας που αποκτά μεγάλη περιουσία επιδιώκει πολιτική επιρροή. Ούτε ότι κάθε μέσο ενημέρωσης λειτουργεί ως προέκταση οικονομικών συμφερόντων. Θα ήταν άδικο και αυθαίρετο να τα ισοπεδώσουμε όλα.
Υπάρχει όμως ένα γενικότερο ζήτημα συγκέντρωσης ισχύος που αξίζει να συζητηθεί σοβαρά.
Γιατί η Δημοκρατία δεν είναι μόνο η δυνατότητα να ψηφίζουμε κάθε τέσσερα χρόνια.
Είναι και η δυνατότητα του πολίτη να ακούει διαφορετικές απόψεις, να ενημερώνεται χωρίς αποκλεισμούς, να βλέπει την οικονομική εξουσία να ελέγχεται και να γνωρίζει ότι οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται με βάση το δημόσιο συμφέρον.
Και εδώ φτάνουμε στο πολιτικό προσωπικό.
Η Ευρώπη δεν έχει ανάγκη από πολιτικούς που απλώς γνωρίζουν να επικοινωνούν. Χρειάζεται ανθρώπους που γνωρίζουν να σκέφτονται, να συγκρούονται όταν χρειάζεται, να διαπραγματεύονται και κυρίως να αντιλαμβάνονται τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται στην κοινωνία και στην οικονομία.
Γιατί η επικοινωνία μπορεί να σε φέρει στην πρώτη γραμμή.
Δεν μπορεί όμως από μόνη της να σε κρατήσει εκεί.
Στην πολιτική, όπως και στο ποδόσφαιρο, υπάρχει ο πάγκος.
Ο παίκτης που δεν πέρασε ποτέ από τον πάγκο, που δεν έμαθε να περιμένει, να παρατηρεί, να δουλεύει και να κερδίζει τη θέση του, μπορεί να έχει ταλέντο, αλλά δεν έχει μάθει ακόμη τι σημαίνει ομάδα.
Το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική.
Ο πολιτικός που θεωρεί ότι η επικοινωνία είναι υποκατάστατο της πολιτικής σκέψης αργά ή γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με την πραγματικότητα.
Και η πραγματικότητα δεν διορθώνεται με επικοινωνιακές καμπάνιες.
Η Ευρώπη σήμερα χρειάζεται ξανά πολιτική σκέψη. Χρειάζεται οικονομική ανάπτυξη που να δημιουργεί ευκαιρίες και όχι μόνο περιουσίες. Χρειάζεται ανταγωνισμό χωρίς αποκλεισμούς, κοινωνική προστασία χωρίς κρατικοποίηση των πάντων και ισχυρούς θεσμούς που να μπορούν να ελέγχουν κάθε μορφή υπερσυγκέντρωσης οικονομικής και επικοινωνιακής δύναμης.
Γιατί το δίλημμα δεν είναι πλέον «σοσιαλισμός ή καπιταλισμός».
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο σύγχρονο:
Πώς θα δημιουργούμε πλούτο χωρίς να δημιουργούμε νέες ανισορροπίες εξουσίας;
Και κυρίως:
Πώς θα εξασφαλίσουμε ότι η οικονομία θα υπηρετεί την κοινωνία και η πολιτική θα παραμένει στα χέρια των πολιτών;
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της Ευρώπης.
Και σε αυτό το στοίχημα, ο πάγκος πρέπει να ξαναγίνει σχολείο πολιτικής. Γιατί όποιος δεν έχει μάθει ποτέ να περιμένει τη σειρά του, να δουλεύει για την ομάδα και να αποδεικνύει καθημερινά την αξία του, κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο τη θέση του στην ενδεκάδα, αλλά και τον ίδιο τον αγώνα.