Ο Λουίς εισέρχεται στο φιλμ όχι ως ήρωας αναζήτησης, αλλά ως φιγούρα ενοχής. Πατέρας αποκομμένος, σημαδεμένος από μια σιωπή πέντε μηνών, κουβαλά την απουσία της έφηβης κόρης του σαν ανοιχτή πληγή. Η αναζήτηση –μαζί με τον μικρό Εστεμπάν– τον οδηγεί στα περιθώρια του χάρτη και της λογικής: στις ερήμους του νότιου Μαρόκου, σε αυτοσχέδιες κοινότητες ρέιβερ, σε χώρους όπου η νεότητα χορεύει λυσσαλέα απέναντι στην κατάρρευση. Κάθε πληροφορία αποδεικνύεται αδιέξοδη, μέχρι τη στιγμή που ο κρατικός μηχανισμός εισβάλλει βίαια, διαλύοντας το πάρτι και διακηρύσσοντας την επικείμενη Αποκάλυψη ενός Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κι όμως, κάποιοι αρνούνται να υπακούσουν: επιλέγουν τη φυγή προς το πουθενά. Ο Λουίς ακολουθεί, παρασύροντας και τον γιο του βαθιά μέσα στην έρημο, εκεί όπου η αφήγηση παύει να υπακούει σε γνώριμους κανόνες.
Η απόφαση αυτή λειτουργεί ως ρήγμα. Ο Λουίς εγκαταλείπει τον κόσμο της δυτικής κανονικότητας –έναν κόσμο που υπάρχει πια μόνο ως απειλητικός απόηχος– και περνά σε ένα πεδίο άρνησης, όπου ορθολογισμός και χάος συνυπάρχουν σε παράδοξη ισορροπία. Πρόκειται για μια κοινότητα εξόριστων του παρόντος, φορέων αρχαϊκών μνημών και άρρητων μύθων, που μοιάζουν να έχουν αποσπαστεί από τον ιστορικό χρόνο. Η techno του Κάντινγκ Ρέι δεν συνοδεύει απλώς την εικόνα· γίνεται παλμός του τοπίου, οργανικό στοιχείο ενός άχρονου μη-τόπου. Για να φτάσει εκεί, ο ήρωας καλείται να διαβεί μια συμβολική διάβαση, ένα σιράτ: το λεπτό μονοπάτι πάνω από την άβυσσο, όπου η πτώση δεν είναι μόνο υπαρξιακή αλλά και συλλογική. Δεν αφορά μονάχα τον ίδιο, αλλά μια ολόκληρη γενιά χαμένη, αυτάρεσκα αδιάφορη και ταυτόχρονα σπαρακτικά ευάλωτη, σε κατάσταση σύγχυσης και άτακτης εξέγερσης απέναντι σε μια πραγματικότητα που διαλύεται.
Με μια αφήγηση λιτή, σχεδόν υπνωτική, που φλερτάρει διαρκώς με την παραίσθηση, και με εικόνες σπάνιας, απογυμνωμένης ομορφιάς, ο Όλιβερ Λάσε αποδομεί με θράσος κάθε ασφαλή ειδολογική κατηγοριοποίηση. Το φιλμ ξεκινά ως ιδιότυπο road movie και, μέσα από ένα βίαιο δραματουργικό άλμα, μεταμορφώνεται σε μεταφυσική δοκιμασία: ένα κινηματογραφικό όραμα όπου «Το Μεροκάματο του Τρόμου» μοιάζει να περνά μέσα από παραισθησιογόνο φίλτρο και να συνομιλεί με τον Πολ Μπόουλς, τον σουφισμό, τον Χέρτζογκ και την αποκαλυπτική ενέργεια του «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής». Παρά την υπερφόρτωση θεματικών και έναν σαρκασμό που συχνά αγγίζει το άκομψα γκροτέσκο, η ταινία πάλλεται από μια αυθεντική, εμπύρετη υπαρξιακή αγωνία. Είναι αυτή ακριβώς η αγωνία που της προσδίδει δύναμη και εξηγεί τη θερμή φεστιβαλική και ακαδημαϊκή της υποδοχή.
