ΠΙΤΣΑ ΓΛΥΚΟΡΙΖΑ - LICORICE PIZZA

Ένας από τους καλύτερους Αμερικανούς σκηνοθέτες προσφέρει ένα γλυκό νοσταλγικό ταξίδι στη νιότη της δεκαετίας του 1970.

ΠΙΤΣΑ ΓΛΥΚΟΡΙΖΑ

LICORICE PIZZA

Σκην.: Πωλ Τόμας Άντερσον

Πρωτ.: Αλάνα Χάιμ, Κούπερ Χόφμαν, Μπράντλι Κούπερ, Σων Πεν, Τομ Γουέιτς

Στο Λος Άντζελες του 1973 ένας 15χρονος ηθοποιός με επιχειρηματικό πνεύμα ερωτεύεται με μια τετραπέρατη 25χρονη βοηθό φωτογράφου. Μαζί θα περάσουν μια σειρά από  περιπέτειες που θα δοκιμάσουν το αίσθημά τους και θα το βοηθήσουν να ωριμάσει, πριν φτάσουν καν να ενδώσουν σ’ αυτό.

Νεανική κομεντί ενηλικίωσης που, έστω μέσα σε μια περιστασιακά άρρυθμη πλοκή, αποπνέει τον ενθουσιασμό, την περιέργεια, την άγνοια κινδύνου, τις ορμόνες, την αισθηματική ρευστότητα και τις περιπέτειες της εφηβείας και της πρώιμης νεότητας.

Ειδικά όταν αυτά εκτυλίσσονται στην έδρα της κινηματογραφικής βιομηχανίας, όπου ο σκηνοθέτης έχει την ευκαιρία να τα διανθίσει με διάφορους φαινομενικά εξωπραγματικούς τύπους, οι οποίοι είναι βασισμένοι σε εντελώς πραγματικά πρόσωπα και συμπεριφορές, με απολαυστικότερο παράδειγμα τον διαβόητο παραγωγό Τζον Πίτερς, που υποδύεται ο Μπράντλι Κούπερ.

Όμως η ταινία βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο ταλέντο των δύο πρωταγωνιστών της, της μουσικού- ερμηνεύτριας Αλάνα Χάιμ και του Κούπερ Χόφμαν, γιου του τακτικού πρωταγωνιστή του σκηνοθέτη, Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν, που πέθανε πρόωρα το 2014.

Κι οι δυο πραγματοποιούν εδώ το κινηματογραφικό τους ντεμπούτο, και χάρη στη φρεσκάδα, τη ζωηράδα, την αφέλεια και τον δυναμισμό τους κατάφεραν να βραβευτούν από το έγκριτο National Board of Review των Η.Π.Α., βρέθηκαν υποψήφιοι για Χρυσές Σφαίρες, ενώ είναι πολύ πιθανό ότι θα τους ξανασυναντήσουμε στις επερχόμενες υποψηφιότητες των Όσκαρ όταν ανακοινωθούν στις 8 Φεβρουαρίου.

Ο Άντερσον τούς τυλίγει σε μια ευδιάθετη νοσταλγική ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία χρησιμοποιεί ακόμη και τη δυσάρεστη επικαιρότητα της εποχής προς διασκεδαστικό της όφελος, όπως, για παράδειγμα, την πετρελαϊκή κρίση, στο πλαίσιο της οποίας εκτυλίσσονται μερικές από τις πιο απολαυστικές σκηνές της ταινίας.

Σε μια αξιοσημείωτη για έναν Bond fan σκηνοθετική λεπτομέρεια, η ταινία είναι η δεύτερη του 2021 που χρησιμοποιεί το μοτίβο της μαρκίζας ενός κινηματογράφου ο οποίος προβάλλει μια ταινία Μποντ, για να υπογραμμίσει τον ιστορικό χρόνο της πλοκής του. Όπως ο Έντγκαρ Ράιτ στο «Συνέβη στο Σόχο» («Last Night in Soho») χρησιμοποίησε την «Επιχείρηση Κεραυνός» («Thunderball», Τέρενς Γιανγκ, 1965), έτσι κι ο Άντερσον εδώ χρησιμοποιεί το «Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν» («Live and Let Die», Γκάι Χάμιλτον, 1973) για να προσδιορίσει χρονικά και να ενισχύσει την παρελθοντική ατμόσφαιρα της πλοκής.

SCREAM

Σκην.: Ματ Μπετινέλι- Όλπιν, Τάιλερ Τζιλέτ

Πρωτ.: Μελίσα Μπαρέρα, Νιβ Κάμπελ, Κόρτνι Κοξ, Ντέιβιντ Αρκέτ

Στη μικρή πόλη του Γούντσμπορο επανεμφανίζεται ακόμα ένας δολοφόνος με τη μάσκα Ghostface, κι όσοι γνωρίζουν ότι θα είναι τα επόμενα θύματά του προσπαθούν ν’ ανακαλύψουν την ταυτότητά του πριν φτάσει η σειρά τους να πεθάνουν.

Πέμπτη προσθήκη στη δημοφιλή σειρά ταινιών τρόμου, που ακολουθεί τις τέσσερις προηγούμενες του 1996, 1997, 2000 και 2011 σκηνοθετημένες από τον Γουές Κρέιβεν, ο οποίος πέθανε το 2015, και με καθοριστική επίσης τη συμβολή του σεναριογράφου Κέβιν Γουίλιαμσον, που έγραψε τις περισσότερες απ’ αυτές.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σειράς ήταν ότι επρόκειτο για ένα κατεξοχήν δείγμα της εποχής της, της μεταμοντέρνας δεκαετίας του 1990: μετα-αφηγηματική κι αυτοαναφορική, διασκέδαζε παίζοντας με τις συμβάσεις του είδους στο οποίο ανήκει, τις οποίες σατίριζε, αποδομούσε και ξανασυναρμολογούσε πολύ επιτυχημένα.

Στο είδος του τρόμου είναι πιο συνηθισμένες περισσότερο απ’ ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο, οι πολυάριθμες συνέχειες μέσα σε μια σειρά ταινιών χωρίς ουσιαστική μεταξύ τους διαφοροποίηση- αντιθέτως επαναλαμβάνοντας υποτυπώδεις και απελπιστικά πανομοιότυπες μεταξύ τους σεναριακές ιδέες και πλοκές.

Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ, με την ταινία να μην επιδεικνύει κάποιον ουσιαστικό λόγο ύπαρξης πέρα από την ανάγκη της Paramount να επανεκκινήσει τη σειρά για να καλύψει την ανάγκη της για μια σειρά τρόμου, απευθυνόμενη σχεδόν αποκλειστικά στη νεολαία και στους οπαδούς του είδους- δύο δημογραφικές ομάδες που ούτως ή άλλως σχεδόν ταυτίζονται.

Ως έχει λοιπόν και δεδομένου ότι πρόκειται για την πρώτη που δε σκηνοθετείται, ούτε γράφεται από τους δύο αρχικούς δημιουργούς της, Κρέιβεν και Γουίλιαμσον, η ταινία αναπαράγει με γνώση, σεβασμό κι επιδεξιότητα το ύφος και τους στόχους της σειράς.

Διαθέτει ένα ικανό νέο καστ, επαναφέρει εύστοχα τους βετεράνους των πρώτων τεσσάρων ταινιών και χρησιμοποιεί έξυπνα τη μετα- αφηγηματικότητα για ν’ αυτοσαρκαστεί, παρότι συνολικά η πλοκή μοιάζει να χάνει τη βαρύτητά της μέσα στην αυτοαναφορική περιδίνηση, που στο μεταξύ έχει καταντήσει αυτοσκοπός.