«Εκτός φυλακής» («Outside In», 2017)

Εκτός από τηλεοπτικές μόδες, το Netflix προσφέρει επίσης πολύ καλό ανεξάρτητο κινηματογράφο κι εδώ παρουσιάζουμε τρεις ενδιαφέροντες τίτλους που μπορείτε να βρείτε στην πλατφόρμα.

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ
NADIE SABE QUE ESTOY AQUI

Σκην.: Γκασπάρ Αντίγιο

Πρωτ.: Χόρχε Γκαρσία, Μιγιαρέι Λόμπος, Λουίς Νιέκο

Ένα φωνητικά ταλαντούχο αγόρι, χάνει την ευκαιρία για τραγουδιστική καριέρα εξαιτίας μιας συμφεροντολογικής απόφασης του πατέρα του. Ως ενήλικος πια ζει στο αγροτικό σπίτι του θείου του αποτραβηγμένος από τον κόσμο κι αδυνατώντας ν’ αποδεχτεί τον παραγκωνισμό του, ώσπου η γνωριμία του με μια κοπέλα θα του χαρίσει μια ευκαιρία για την αποκατάσταση της αλήθειας.

Κοινωνικό/ ψυχολογικό δράμα του 2020 που αποτελεί μια προσεκτική σπουδή στην αδικία, στηριγμένη ως επί το πλείστον στην εξαιρετική ‘εσωτερική’ ερμηνεία του πρωταγωνιστή Γκαρσία. Ο ηθοποιός έχει να χειριστεί έναν μάλλον αμετάκλητα τραυματισμένο χαρακτήρα, ο οποίος έχει συσσωρεύσει μέσα του την ταπείνωση, την αδικία, την αρπαγή της αναγνώρισης και της ζωής που πιθανότατα αυτή θα του κέρδιζε, την προδοσία από τον πατέρα του και βέβαια σ’ έναν βαθμό την υποκατάσταση του εαυτού του από έναν άλλον άνθρωπο.

Ο σκηνοθέτης Αντίγιο διατηρεί ψύχραιμες αποστάσεις από τον ήρωά του, χωρίς να τον κρίνει για την αντικοινωνικότητά του- αντιθέτως, σκιαγραφώντας τον με κατανόηση και συμπάθεια. Παράλληλα διατηρεί ανοιχτό το ενδιαφέρον του θεατή για την πιθανή έκβαση, κατά πόσο δηλαδή ο Μέμο ενδιαφέρεται απλώς για εκδίκηση, αν θα οδηγηθεί σ’ ένα πιο συμβατικό happy end ή αν θα δοθεί μια πιο πραγματιστική λύση.

Ο Γκαρσία από τη μεριά του κουβαλάει όλο το υπέρβαρο σώμα του σε παράπονο, τόσο ώστε να αδυνατεί να επικοινωνήσει και να λειτουργήσει έξω από τον στενό μικρόκοσμο που έχει φτιάξει ζώντας μαζί με τον θείο του- τον μόνο άνθρωπο που μπορεί να εμπιστευτεί, αλλά ακόμα κι αυτόν με την ελάχιστη δυνατή προφορική επικοινωνία.

Η ταινία λοιπόν ξεχωρίζει για τον ισορροπημένο χειρισμό των συναισθημάτων της, τις ισορροπημένες ερμηνείες, την αποφυγή ευκολιών και τη νηφάλια, ανθρώπινη έκβασή της.

ΔΥΟ ΤΑΙΝΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΔΕΡΦΟΥΣ ΝΤΟΥΠΛΑΣ

Στην πλατφόρμα διατίθενται επίσης δύο ταινίες με σενάρια γραμμένα από τους πολυτάλαντους αμερικανούς αδερφούς Μαρκ και Τζέι Ντουπλάς, οι οποίοι επίσης πρωταγωνιστούν πλάι σε δύο σπουδαίες γυναίκες συναδέλφους τους.

Η πρώτη είναι το αισθηματικό δράμα «Blue Jay» (2016) σε σκηνοθεσία του Άλεξ Λέμαν, όπου ο Μαρκ Ντουπλάς και η Σάρα Πόλσον ξανασυναντιούνται στην πόλη που μεγάλωσαν εικοσιπέντε χρόνια αφότου έζησαν τον μεγάλο τους έρωτα ως έφηβοι, και περνάνε ένα βράδυ αναμοχλεύοντας το ειδυλλιακό αλλά και τραυματικό παρελθόν τους. Η δεύτερη είναι το κοινωνικό/ αισθηματικό δράμα «Εκτός φυλακής» («Outside In», 2017) της Λιν Σέλτον, η οποία είχε συγγράψει το σενάριο μαζί με τον πρωταγωνιστή.

Εδώ ο Τζέι Ντουπλάς υποδύεται έναν 38χρονο άντρα, που αποφυλακίζεται μετά από είκοσι χρόνια ποινής και προσπαθεί να ξεκινήσει τη ζωή του εκδηλώνοντας τα συναισθήματά του για την παλιά του καθηγήτρια (ερμηνευμένη από την Έντι Φάλκο), οι νομικές ενέργειες της οποίας οδήγησαν στην απελευθέρωσή του.

Οι δύο ταινίες εμφανίζουν διάφορες θεματικές κι υφολογικές ομοιότητες. Καταρχάς, ο ανδρικός χαρακτήρας προσπαθεί να κλείσει μια αισθηματική εκκρεμότητα δεκαετιών.

Δεύτερον, εκτυλίσσονται σε πολύ μικρές αμερικανικές επαρχιακές πόλεις. Τρίτον, το ύφος τους είναι εξίσου γλυκόπικρο, φέρνοντας τους χαρακτήρες προ των ευθυνών τους και τους θεατές μπροστά σε ιστορίες που, παρά τον προσιτό χαρακτήρα τους, δεν προσπαθούν να τους κολακέψουν.

Κι η τέταρτη αφορά τις καταλήξεις τους, που όμως δε θα συζητήσω εδώ, όχι επειδή είναι ιδιαιτέρως ανατρεπτικές, αλλά επειδή ανακαλύπτοντάς τις καθώς εκτυλίσσονται μέσα από ένα εύρος επιλογών, ο θεατής θα τις εκτιμήσει ως έντιμες κι ανανεωτικές αφηγηματικές επιλογές, στον τρόπο με τον οποίο αποφεύγουν την ευκολία των συμβατικών του προσδοκιών.

Δεδομένου πάντως ότι κι οι δύο ταινίες είναι γραμμένες από άντρες, αυτό για το οποίο δεν πρέπει ν’ ανησυχεί κανείς είναι οι γυναικείοι ρόλοι, οι οποίοι έχουν όχι απλώς το πάνω χέρι, αλλά και τον τελευταίο λόγο. Καμία από τις δύο ταινίες δηλαδή δεν αρκείται στο ξετύλιγμα του αισθηματικού νήματος της πλοκής της, αλλά στην πορεία αναδεικνύει ζητήματα προσωπικής εκπλήρωσης και κοινωνικής ένταξης, που εμπλουτίζουν και περιπλέκουν τις ιστορίες θεματικά και συναισθηματικά, προσπερνώντας το ρομαντικό πρόσχημα για να καταλήξουν στη συχνά άβολη, ‘γκρίζα’ αλήθεια των ανθρώπινων σχέσεων.

Επίσης, ακόμα μια παράμετρος που βρήκα ως και συγκινητική, είναι ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται η γεωγραφία των δύο ιστοριών. Οι δύο μικροσκοπικές πόλεις στις οποίες εκτυλίσσονται, αποδίδονται με σύντομα, γλυκά μελαγχολικά πλάνα σκορπισμένα μέσα στην ιστορία, στα οποία όμως προλαβαίνει να διαφανεί η δίκοπη φύση της επαρχίας: από τη μία γαλήνια, ανακουφιστική και καθησυχαστική για όποιον έχει κατασταλάξει κι από την άλλη στάσιμη, μοναχική, περιοριστική για όσους ακόμα δεν έχουν βρει την πληρότητα.