Κινηματογραφή

Τελικά όλα τα σίκουελ δεν είναι ίδια.

 

ΒLADE RUNNER 2049

Σκην.: Ντενί Βιλνέβ

Πρωτ.: Ράιαν Γκόσλινγκ, Άνα ντε Άρμας, Χάρισον Φορντ, Ντέιβ Μπατίστα, Τζάρεντ Λέτο, Ρόμπιν Ράιτ

Στο Λος Άντζελες του 2049, ο Κ είναι ένα ανθρωποειδές που εργάζεται ως αστυνομικός με σκοπό να βρίσκει και να εξοντώνει άλλα άτομα του είδους του, ώσπου η τελευταία του υπόθεση αποδεικνύεται απροσδόκητα κι ανατρεπτικά αποκαλυπτική.

Νεο-νουάρ επιστημονικής φαντασίας, που αποτελεί συνέχεια του «Μπλέιντ Ράνερς: ομάδες εξόντωσης» («Blade Runner», Ρίντλεϊ Σκοτ, 1982), το οποίο με τη σειρά του διασκεύαζε το μυθιστόρημα του Φίλιπ Κ. Ντικ «Do Androids Dream of Electric Sheep;», που εκδόθηκε το 1968.

ΒLADE RUNNER 2049

Στην εποχή της, η ταινία του Σκοτ αντιμετώπισε την αμηχανία των κριτικών και την αδιαφορία του κοινού, αλλά με την πάροδο των χρόνων αναγνωρίστηκε δικαίως ως μία από τις πιο σημαντικές προσθήκες στο είδος της επιστημονικής φαντασίας. Γι’ αυτό η δημιουργία ενός σίκουελ και μάλιστα με 35 χρόνια καθυστέρηση, ήταν τουλάχιστον επίφοβη, όπως είναι συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ευτυχώς η καινούρια ταινία έχει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα να πει και πολύ όμορφα να δείξει, προεκτείνοντας γεωγραφικά κι εννοιολογικά το σύμπαν του πρώτου φιλμ.

Αποφασίζοντας να εστιάσει στην καταδίωξη των ανθρωποειδών από τον Ντέκαρντ, η πρώτη ταινία δημιουργούσε περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντούσε. Για παράδειγμα, η πλοκή αναλωνόταν στην καταδίωξη των ανθρωποειδών που θεωρούνταν οι κακοί της υπόθεσης, τη στιγμή που οι επιδιώξεις τους ήταν απολύτως θεμιτές και δικαιολογημένες από το σεναριακό πλαίσιο.

Η φετινή ταινία του Βιλνέβ χτίζεται ξανά πάνω στην ίδια δομή μ’ εκείνη της πρώτης: ένας Blade Runner ερευνά την υπόθεσή του, καθώς αναπτύσσει σχέση με μια τεχνητά κατασκευασμένη σύντροφο. Όμως εδώ πια το σενάριο αφιερώνεται ολόκληρο σ’ όσα η πρώτη ταινία δικαίωνε μόλις στο τέλος της: δεν αναγνωρίζει δηλαδή απλώς την υπαρξιακή αγωνία των ανθρωποειδών, αλλά την τοποθετεί στο κέντρο της πλοκής, αυτή τη φορά εξαρχής φορτισμένη θετικά.

Αυτό που ξεκινάει ως η ιστορία ενός ντετέκτιβ, καταλήγει η λαχτάρα κι η πίκρα ενός πλάσματος να είναι κάτι περισσότερο απ’ ό,τι ήδη είναι- θέμα που αντηχεί πολλαπλά μέσα στην πλοκή: η Τζόι θα ήθελε να έχει φυσική υπόσταση για να μπορεί να ικανοποιεί τον αγαπημένο της (απεικόνιση βεβαίως της δικής του επιθυμίας), ο Κ θα ήθελε να είναι ‘γνήσιος’ άνθρωπος κι ο Γουάλας θα ήθελε να είναι θεός. Αυτή η αλυσίδα φιλοδοξίας συμβολίζει την αντιφατική σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία: μέσα απ’ αυτή εκπληρώνεται η φιλοδοξία του να ξεπεράσει τον εαυτό του, αλλά μέσα της κρύβεται επίσης ο κίνδυνος του απανθρωπισμού του.

Κι αν σε σημεία η πλοκή θα μπορούσε να είναι πυκνότερη, η μεγάλη διάρκεια της ταινίας παραβλέπεται εύκολα, επειδή ο μινιμαλιστικός, μνημειακός κι ονειρικός σχεδιασμός παραγωγής του Ντένις Γκάσνερ, η πολυεπίπεδη, υποβλητική φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς, η απόκοσμη μουσική των Χανς Τσίμερ και Μπέντζαμιν Γουόλφις, μαζί με τη μαεστρικά ισορροπημένη, ταυτόχρονα μελαγχολική και δυναμική ερμηνεία του Γκόσλινγκ, συνθέτουν ένα ζοφερό, υπερθεαματικό κινηματογραφικό περίβλημα με μια βαθιά ανθρώπινη καρδιά.

 

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΣΤΗ ΣΙΚΑΛΗ – REBEL IN THE RYE

Σκην.: Ντάνι Στρονγκ

Πρωτ.: Νίκολας Χουλτ, Σάρα Πόλσον, Κέβιν Σπέισι, Ζόι Ντόιτς

Στις Η.Π.Α. του 1939, ο Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ είναι ένας ευκατάστατος νέος, που αρνείται ν’ ακολουθήσει τη άνετη αλλά συμβατική ζωή ενός μεγαλέμπορου τροφίμων στην οικογενειακή επιχείρηση, και προτιμά ν’ ακολουθήσει τη φιλοδοξία του να γίνει ένας επιτυχημένος συγγραφέας. Ενάντια στην επανειλημμένη απόρριψη από τους εκδότες και με το βάρος της τραυματικής εμπειρίας από τη συμμετοχή του στα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Σάλιντζερ γνώρισε σταδιακά την επιτυχία, η οποία κορυφώθηκε το 1951 με την έκδοση του μυθιστορήματος «Ο φύλακας στη σίκαλη», ενός από τα σπουδαιότερα στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα.

Βιογραφικό δράμα βασισμένο στο βιβλίο του Κένεθ Σλαβένσκι, «J. D. Salinger: a life», που εκδόθηκε το 2011, έναν χρόνο μετά από τον θάνατο του Σάλιντζερ. Η ταινία αποδίδει το θέμα της αφοσιωμένα, αλλά συμβατικά, ‘πληροφοριακά’, χωρίς ρίσκα ή εκπλήξεις και παρακολουθείται ευχάριστα κυρίως χάρη στις επαρκείς ερμηνείες του σπουδαίου καστ.

 

OMAΔΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΩΝ  ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΩΝ – RENEGADES

Σκην.: Στίβεν Κουέιλ

Πρωτ.: Σάλιβαν Στέιπλτον, Σίλβια Χοκς, Γιούεν Μπρέμνερ, Τζέι Κέι Σίμονς

Στη Βοσνία του 1995, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας, πέντε αμερικανοί κομάντο αναλαμβάνουν ν’ ανασύρουν από τον βυθό μιας λίμνης τον πολύτιμο χρυσό που είχαν κλέψει οι Ναζί από τη Γαλλία, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ταινία δράσης η οποία μπορεί να μην εκμεταλλεύεται πλήρως τη δυναμική της, αλλά τουλάχιστον προκύπτει αξιοπρεπέστερη από τις χαμηλές προσδοκίες που δημιουργεί η αναξιοπιστία του σκηνοθέτη κι η έλλειψη κάποιου γνωστού σταρ. Το καστ στερείται γοητεία κι οι πρόσφοροι χαρακτήρες αφήνονται υποτυπωδώς δουλεμένοι, αλλά οι ηθοποιοί αντεπεξέρχονται μ’ επίγνωση και δυναμισμό. Η αληθοφάνεια του σεναρίου είναι φροντισμένη, αλλά σε σημεία ίσως χρειαζόταν λίγο περισσότερη προσοχή, αφού για παράδειγμα, προσωπικά τουλάχιστον δεν πείστηκα ότι 27 τόνοι θα μπορούσαν ν’ αναδυθούν τόσο εύκολα.

Επιπλέον, το εύστοχο κάστινγκ του Κλέμενς Σικ ως κακού της υπόθεσης χαραμίζεται, αφού ο χαρακτήρας είναι γραμμένος λιγότερο έξυπνος απ’ ό,τι φαίνεται, με αποτέλεσμα η κορύφωση της πλοκής να είναι μάλλον εύκολη, αν όχι απλοϊκή. Τέλος, οι σκηνές δράσης είναι διεκπεραιωτικές αλλά χορταστικές, με θεαματικότερη όλων την καταδίωξη με το τανκ, η οποία μοιάζει μια μικρότερης κλίμακας παραλλαγή εκείνης στο «Επιχείρηση Χρυσά Μάτια» («GoldenEye», Μάρτιν Κάμπελ, 1995).