Κινηματογραφή

ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ - UNLOCKED

Εβδομάδα χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ – UNLOCKED

Σκην.: Μάικλ Άπτεντ

Πρωτ.: Νούμι Ραπάς, Τόνι Κολέτ, Ορλάντο Μπλουμ, Τζον Μάλκοβιτς, Μάικλ Ντάγκλας

Η Άλις είναι μια ανακρίτρια της CIA τοποθετημένη στον υπηρεσιακό σταθμό του Λονδίνου, που θα βρεθεί παγιδευμένη σε μια συνωμοσία, για την αποκάλυψη της οποίας θα πρέπει να ρισκάρει την ίδια της τη ζωή.

Έπειτα από τίτλους όπως το «Atomic Blonde» (Ντέιβιντ Λιτς, 2017) με τη Σαρλίζ Θέρον και «Το Κόκκινο Σπουργίτι» («Red Sparrow», Φράνσις Λώρενς, 2018) με τη Τζένιφερ Λώρενς, δε μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς ότι οι κατασκοπικές περιπέτειες με γυναίκες ηρωίδες συνεχώς πληθαίνουν στην τρέχουσα κινηματογραφική παραγωγή. Αύξηση καθόλου συμπτωματική στην εποχή του κινήματος #metoo, μ’ ένα από τα κεντρικά του αιτήματα την ενδυνάμωση της γυναικείας απεικόνισης στον κινηματογράφο.

Η Ραπάς αποδίδει εύκολα τον δυναμισμό και την ευφυΐα του ρόλου, το υποστηρικτικό καστ είναι εύστοχα επιλεγμένο, αλλά η κοινοτοπία κι η προβλεψιμότητα του σεναρίου δεν αφήνουν στους σπουδαίους ηθοποιούς πολλά περιθώρια, ενώ παράλληλα υπονομεύεται ο σφιχτός ρυθμός κι οι συνεχείς εναλλαγές της πλοκής.

RAMPAGE: ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΧΑΟΣ RAMPAGE

Σκην.: Μπραντ Πέιτον

Πρωτ.: Ντουέιν Τζόνσον, Ναόμι Χάρις, Μαλίν Άκερμαν, Τζο Μανγκανιέλο

Ένας γορίλας, ένας λύκος κι ένας κροκόδειλος εκτίθενται συμπτωματικά σε μια χημική φόρμουλα που αλλάζει τον γενετικό τους κώδικα και τους μεταμορφώνει σε τεράστια τέρατα. Ο επιστήμονας που φροντίζει τον γορίλα θα προσπαθήσει να τα σταματήσει πριν ισοπεδώσουν ολόκληρο το Σικάγο.

Ταινία τεράτων και καταστροφής βασισμένη στο ομώνυμο ηλεκτρονικό παιχνίδι που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1986. Πρόκειται για την τρίτη συνεργασία του σκηνοθέτη Πέιτον με τον πρωταγωνιστή Τζόνσον, έπειτα από τις παρόμοιας σύλληψης εισπρακτικές επιτυχίες «Ταξίδι 2: το μυστηριώδες νησί» («Journey 2: the Mysterious Island», 2012) και «San Andreas: επικίνδυνο ρήγμα» («San Andreas», 2015).

Είναι απολύτως λογικό κι αναμενόμενο για τον εγγυημένα απολαυστικό Τζόνσον να μην εγκαταλείπει το είδος της καταστροφής που τόσο ιδανικά ταιριάζει στη σαρωτική φυσιογνωμία και τον σκληροτράχηλο ερμηνευτικό του τύπο. Δυστυχώς όμως, παρότι οι ταινίες του τηρούν πάντα ένα ψηλό επίπεδο αξίας παραγωγής, με πλούσια και χορταστική δράση, η ευκολία, η επιφανειακότητα κι η απλοϊκότητα που τις χαρακτηρίζουν δεν τις αφήνουν να γίνουν κάτι περισσότερο από διεκπεραιωτικές προσθήκες του είδους.

Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ MIDNIGHT SUN

Σκην.: Σκοτ Σπιρ

Πρωτ.: Μπέλα Θορν, Πάτρικ Σβαρτσενέγκερ, Ρομπ Ριγκλ, Κουίν Σέπαρντ

Η Κέιτι είναι μια απόφοιτη λυκείου που πάσχει από μελαγχρωστική ξηροδερμία, εξαιτίας της οποίας απαγορεύεται να εκτίθεται έστω κι ελάχιστα στον ήλιο, καθώς κινδυνεύει η ίδια της η ζωή. Όταν γνωρίζει από κοντά τον μεγάλο της έρωτα, αποφασίζει να του κρύψει προσωρινά την ασθένειά της, επιλογή πιο ριψοκίνδυνη απ’ ό,τι φαντάζεται.

Νεανικό ρομαντικό μελόδραμα που αποτελεί ριμέικ του ιαπωνικού «Taiyô no uta» (Νοριχίρο Κοϊζούμι, 2006). Φτιαγμένη με μαθηματική ακρίβεια για να προκαλέσει δάκρυα συγκίνησης στον νεανικό και βασικά εφηβικό γυναικείο πληθυσμό, η ταινία θα το καταφέρει, κυρίως χάρη στη γλυκύτητα της πολυτάλαντης Θορν και παρά τη ‘διακοσμητική’ παρουσία του Σβαρτσενέγκερ, ο οποίος βεβαίως είναι όμορφος, αλλά ερμηνευτικά εξίσου ‘ξύλινος’ όσο ήταν κι ο πατέρας του, Άρνολντ, στην αρχή της δικής του καριέρας.

ΓΚΑΣΤΟΝ, Ο ΣΚΑΦΑΤΖΗΣ GASTON LAGAFFE

Σκην.: Πιέρ Φρανσουά Μαρτίν- Λαβάλ

Πρωτ.: Τεό Φερναντέζ, Πιέρ Φρανσουά Μαρτίν- Λαβάλ, Αρνό Ντικρέ, Ζερόμ Κομαντέρ

Ο Γκαστόν είναι ένας νεαρός γκαφατζής εφευρέτης, γιος του ιδιοκτήτη μιας επιχείρησης, τον οποίο ο πατέρας του στέλνει να εργαστεί εκεί με την αληθινή του ταυτότητα μυστική, για λόγους αξιοκρατίας. Όταν η εταιρεία κινδυνεύει να πέσει στα χέρια ενός αδίστακτου μεγιστάνα, αυτός θα κληθεί να τη σώσει με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο.

Κωμωδία που μεταφέρει με ζωντανή δράση στον κινηματογράφο τον ομώνυμο ήρωα των κόμικ που δημιούργησε ο βέλγος Αντρέ Φρανκέν το 1957. Η ταινία απευθύνεται πρωτίστως στο παιδικό κοινό, γι’ αυτό προβάλλεται υποτιτλισμένη και μεταγλωττισμένη. Παρότι βεβαίως ο ήρωας του τίτλου αποτελεί υπόδειγμα τεμπελιάς, ο Φερναντέζ που τον ερμηνεύει είναι άνευρος με τρόπο που μου δημιούργησε την εντύπωση ότι λείπει η ουσιαστική επαφή του με τον ρόλο κι όχι ότι απλώς εξυπηρετεί τη ραθυμία του χαρακτήρα. Επίσης παρότι τα γκαγκ είναι άφθονα, καταιγιστικά και κάποια απ’ αυτά ευρηματικά, βρήκα τη γενικότερη αίσθηση του χιούμορ μηχανική, απλοϊκή και παλιομοδίτικη.