Αμφισβήτηση κυριαρχίας

Το βασίλειο του πλανήτη των πιθήκων
Kindom of the planet of the apes

Σκηνοθεσία: Γουές Μπολ
Πρωταγωνιστές: Όουεν Τιγκ (φωνή), Φρέγια Άλαν, Κέβιν Ντουράντ (φωνή)

Πολλά χρόνια μετά την κυριαρχία των πιθήκων επί του ανθρώπου στη Γη, ένας πίθηκος μ’ ένα κορίτσι προσπαθούν να σταματήσουν έναν γορίλα να επιβάλει τα τυραννικά του σχέδια. Η κοπέλα έχει όμως και τη δική της κρυφή ατζέντα, με απώτερο στόχο την ανάκαμψη του ανθρώπινου πληθυσμού.

Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Πιέρ Μπουλ που εκδόθηκε το 1963, η σειρά του «Πλανήτη των Πιθήκων» είναι μία από τις μακροβιότερες στο είδος της επιστημονικής φαντασίας και στην κινηματογραφική ιστορία γενικότερα. Μετά από την πρώτη πενταλογία κατά την περίοδο 1968- 1973, που περιλάμβανε την πρώτη κι ίσως καλύτερη ταινία της σειράς με τον Τσάρλτον Ίστον, ακολούθησε το αμφιλεγόμενο ριμέικ του Τιμ Μπάρτον το 2001 κι η από κάθε άποψη επιτυχημένη τριμερής επανεκκίνηση των ετών 2011- 2017. Αυτή την τελευταία τριλογία συνεχίζει η φετινή προσθήκη, καθώς εκτυλίσσεται πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του κεντρικού της χαρακτήρα, Σίζαρ, του πιθήκου που ηγήθηκε της κυριαρχίας των ζώων στη Γη.

Στην πρώτη του συμβολή στη σειρά, ο σκηνοθέτης Γουές Μπολ προέρχεται από την επίσης δυστοπική τριλογία του «Λαβυρίνθου» («The Maze Runner», 2014, 2015, 2018), που μπορεί να μην άλλαξε ακριβώς την ιστορία της επιστημονικής φαντασίας, αλλά έδειξε μια σκηνοθετική δυναμική που εδώ εκπληρώνεται πιο παραγωγικά.

Η σειρά συνεχίζει να προτάσσει το δράμα αντί της δράσης, ξετυλίγοντας υπομονετικά τους χαρακτήρες και τον μετα- Αποκαλυπτικό κόσμο της, θέτοντας ηθικά κι οικολογικά ζητήματα σχετικά με την ‘ιδιοκτησία’ του πλανήτη και τη συμβίωση του ανθρώπου με το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Η δράση κινείται σε συμβατικά μέτρα, οι ανθρώπινοι χαρακτήρες στερούνται πυγμή, το κεντρικό διακύβευμα θα μπορούσε να είναι κρισιμότερο και κάποια επιμέρους σεναριακά στοιχεία περισσότερο σαφή, όπως ο τρόπος με τον οποίο ένα μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού κατάφερε να διατηρήσει μια σχετική πολιτισμική συνέχεια και την επαφή του με την τεχνολογία, σε αντίθεση με άλλο που κατέληξε πρωτόγονο.

Ευτυχώς όμως, οι φωνητικές ερμηνείες του καστ που υποδύεται τους πιθήκους είναι γεμάτες πάθος κι επιβολή, τα οπτικοακουστικά εφέ παραμένουν στα πρωτοποριακά μέτρα αληθοφάνειας που μας έχει συνηθίσει η σειρά και το τέλος δημιουργεί περιέργεια για τις επόμενες συνέχειες που οι συντελεστές έχουν σχεδιάσει, κάποιες από τις οποίες, αν όχι όλες, η εμπορική επιτυχία της φετινής ταινίας πιθανότατα θα επιτρέψει να πραγματοποιηθούν.

Στον ίστο του τρόμου
Infested

Σκηνοθεσία: Σεμπαστιάν Βανιτσέκ
Πρωταγωνιστές: Τεό Κριστίν, Σοφία Λεσάφρ, Ζερόμ Νιλ

Σ’ ένα υποβαθμισμένο παρισινό προάστιο ένας νεαρός συλλέκτης σπάνιων εντόμων φέρνει στο σπίτι του μια αράχνη, χωρίς να γνωρίζει όχι μόνο ότι είναι θανάσιμη, αλλά ότι αναπτύσσεται κι αναπαράγεται με ραγδαίο ρυθμό.

Μια πολύ ευπρόσδεκτη προσθήκη στο είδος του θρίλερ τρόμου, που μεταφέρει τη σεναριακή ιδέα της θανάσιμης αράχνης από το είδος των cult b-movie όπου μέχρι τώρα ως επί το πλείστον αξιοποιείται, σε πλαίσιο κοινωνικού προβληματισμού, στο εμβληματικό συγκρότημα κατοικιών Arenes de Picasso στο Νουαζί-λε-Γκραν. Εκεί συνθέτει μια αλληγορία για τον κοινωνικό αποκλεισμό, που ευτυχώς παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά, χτίζοντας τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις της με φαντασία, ευαισθησία κι αιχμηρότητα.

Ο κασταντέρ
The fall guy

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιτς
Πρωταγωνιστές: Ράιαν Γκόσλινγκ, Έμιλι Μπλαντ, Άαρον Τέιλορ- Τζόνσον

Ένας κασκαντέρ αναλαμβάνει να εντοπίσει τον εξαφανισμένο διάσημο ηθοποιό που ντουμπλάρει και να σώσει την ταινία που σκηνοθετεί η αγαπημένη του. Στην πορεία όμως ανακαλύπτει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται.

Κωμική περιπέτεια βασισμένη στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά που προβαλλόταν στο αμερικανικό δίκτυο ABC από το 1981 ως το 1986.

Ο Ντέιβιντ Λιτς, πρώην κασκαντέρ κι ο ίδιος, φτιάχνει μια ταινία που στο θέμα της αναδεικνύει δικαίως τη συμβολή της συγκεκριμένης ειδικότητας στην κινηματογραφική παραγωγή, η οποία παραμένει παραγνωρισμένη και θα άξιζε τουλάχιστον τη θέσπιση δικής της κατηγορίας στα βραβεία Όσκαρ- ζήτημα που ο Ντρου Πιρς φροντίζει να θίξει φευγαλέα στο σενάριό του.

Όπως θα περίμενε κανείς λοιπόν, η ταινία είναι μια φαντασμαγορία γεμάτη από κάθε πιθανό είδος επικίνδυνου σταντ: πυρπολήσεις, εκρήξεις, άλματα, σωματικές μάχες, καταδιώξεις κ.α., φτάνοντας μέχρι την κατάρριψη του ρεκόρ για τις περισσότερες τούμπες με αυτοκίνητο, καθώς ο κασκαντέρ του Ράιαν Γκόσλινγκ, Λόγκαν Χόλαντεϊ, κατόρθωσε να κάνει 8,5 και να ξεπεράσει το προηγούμενο ρεκόρ των 7 που μέχρι τώρα κρατούσε ο συνάδελφός του, Άνταμ Κέρλι, στο «Casino Royale» (Μάρτιν Κάμπελ, 2006).

Τώρα, όλα αυτά είναι καλά, εντυπωσιακά κι οι πρωταγωνιστές αξιόπιστα απολαυστικοί, οπότε ο γενικότερος τόνος παραμένει ζωηρός. Το μόνιμο πρόβλημα που έχω με τις ταινίες του Λιτς, είναι ότι παρά την επιμέλεια με την οποία στήνει τις σκηνές δράσης, ταυτόχρονα μοιάζει να μην τις παίρνει στα σοβαρά ή όταν το κάνει, μοιάζουν μηχανικές και χωρίς κρισιμότητα. Εδώ συγκεκριμένα, ο ρυθμός τους διακόπτεται συνεχώς από πλατειασμένες διαλογικές σκηνές και τραβηγμένο χιούμορ, ενώ ως συνήθως το γενικότερο αίσθημα που επιδιώκεται από τον σκηνοθέτη, είναι αυτό του εύκολου χαβαλέ, παρά του συγκροτημένου αγωνιώδους θεάματος.