Νικ Νόλτε: Το «κακό» παιδί και πρώην γόης του Χόλιγουντ έκλεισε τα 85

Τα 85 του χρόνια έκλεισε ο Νικ Νόλτε, ο γοητευτικός ηθοποιός και γνωστός ως το «κακό παιδί» του Χόλιγουντ.

Τα τελευταία χρόνια, ο Νόλτε έχει μεταβληθεί σε έναν ηθοποιό που εντυπωσιάζει με την εκκεντρική και ατημέλητη εμφάνισή του, θυμίζοντας πολλές φορές σε ερημίτη που ασφυκτιά στις συμβάσεις του αμερικάνικου lifestyle. Με τα αχτένιστα λευκά μαλλιά του, τη γενειάδα του και το χαραγμένο από τις καταχρήσεις πρόσωπό του συνηθίζει να πηγαίνει βόλτα φορώντας τις πιτζάμες του.

Ο «Πρίγκιπας της Παλίρροιας», έχει απαρνηθεί τον χαρακτηρισμό του γόη και του καρδιοκατακτητή. Γυρίζοντας την πλάτη του στη λάμψη της κινηματογραφικής βιομηχανίας και στην ίδια του την εικόνα στην περίοδο της ακμής του, όταν έλαβε τον τίτλο του πιο σέξι άντρα του κόσμου για το 1992.

Απογοητευμένος από το Χόλιγουντ και τις απαιτήσεις ενός επιφανειακού τρόπου ζωής, ο Νικ Νόλτε, που έχει κερδίσει μία Χρυσή Σφαίρα, ένα ΕΜΥ και τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ, πριν από λίγα χρόνια δήλωνε: «Το Μαλιμπού είναι βαρετό. Αν ζήσεις εδώ καμιά δεκαριά χρόνια, αρχίζουν να σου λείπουν οι εποχές. Πενήντα χρόνια εδώ έχω ζήσει μόνο έναν παγετό».

Συμπληρώνοντας τα 85 του χρόνια, ο Νικ Νόλτε είχε μια ταραχώδη ζωή, που γέμισε με αξιοσημείωτες ερμηνείες σε ταινίες, συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα της σκηνοθεσίας και της υποκριτικής, ενώ κατάφερε να μην χάσει ποτέ τον τίτλο του «κακού παιδιού», τις περισσότερες φορές για καλούς λόγους και κάποιες για τις εντελώς λάθος συμπεριφορές του.

Από το ποδόσφαιρο στο θέατρο

Ο Νικ Νόλτε, γεννήθηκε στην Ομάχα της Νεμπράσκα στις 8 Φεβρουαρίου του 1941, γιος ενός αγρότη και μιας εμπόρου καταστήματος με αντίκες, ενώ είχε και μια μεγαλύτερη αδερφή, στέλεχος του Ερυθρού Σταυρού. Διακρίθηκε στο αμερικάνικο ποδόσφαιρο, όντας μαθητής του Λυκείου Μπένσον, αλλά αποβλήθηκε  γιατί έπινε κρυφά μπύρα στις προπονήσεις. Παρά ταύτα, πήρε υποτροφία για το Pasadena City College το 1959, για τις αθλητικές του επιδόσεις, ακόμη και στο μπάσκετ, αλλά οι κακοί βαθμοί του έβαλαν τέλος στις σπουδές του, για να ξεκινήσει την καριέρα του στο θέατρο.

Λαμβάνοντας μαθήματα ηθοποιίας στο Pasadena Playhouse και στη φημισμένη Ακαδημία Stella Adler στο Λος Άντζελες, ο Νόλτε πέρασε αρκετά χρόνια ταξιδεύοντας σε όλη τη χώρα και εργαζόμενος σε περιφερειακά θέατρα. Μάλιστα, για να βγάλει τα προς το ζην, έκανε και το μοντέλο στα τέλη της δεκαετίας του 1960, σε διαφημίσεις αναδεικνύοντας την αγέρωχη κορμοστασιά του, αλλά κυρίως τα κατάξανθα μαλλιά του.

Με γοητευτική εμφάνιση, ο Νόλτε πρωταγωνίστησε για πρώτη φορά στη μίνι τηλεοπτική σειρά «Rich Man, Poor Man», βασισμένη στο μπεστ σέλερ του Ίρβιν Σόου, το 1970, όταν άνοιξε και ο δρόμος για την κινηματογραφική του καταξίωση. Παίζοντας σε πάνω από 40 ταινίες, πρωταγωνίστησε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη το 1977 στην περιπέτεια «Ο Βυθός», ενώ τον επόμενο χρόνο ήρθε η πρώτη σημαντική στιγμή στην καριέρα του, αν και ακόμη άγουρος, στο θρίλερ του σπουδαίου Κάρελ Ράιζ «Who’ll Stop the Rain».

Το 1982 ήρθε και η πρώτη τεράστια εμπορική επιτυχία, που έκανε σταρ και παγκοσμίως γνωστό, πρωταγωνιστώντας δίπλα στον Έντι Μέρφι, στην αστυνομική περιπέτεια «48 Ώρες», σε σκηνοθεσία του έμπειρου μάστορα Γουόλτερ Χιλ. Ακολούθησε το «Αποστολή στη Νικαράγουα», παίζοντας έναν φωτορεπόρτερ που μπαίνει στη φωτιά, έχοντας στο πλευρό του την Τζοάνα Κάσιντι και τον πάντα μαγνητικό Τζιν Χάκμαν.

Ξεπέρασε εύκολα την αποτυχία του φιλόδοξου δράματος «Farewell to the King» του Τζον Μίλιους, γυρίζοντας το σίκουελ των «48 Ωρών», ενώ το 1990 πρωταγωνίστησε στο αστυνομικό νεο-νουάρ του Σίντνεϊ Λιούμετ «Επικίνδυνες Ερωτήσεις, Θανάσιμες Απαντήσεις». Τον επόμενο χρόνο, όμως, έπαιξε σε τρεις καλλιτεχνικές και εμπορικές επιτυχίες, που σημάδεψαν την καριέρα του. Ο Μάρτιν Σκορσέζε, τον κάλεσε να παίξει δίπλα στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, στο διάσημο πλέον θρίλερ «Ακρωτήρι του Φόβου», ενώ πρόλαβε να παίξει και στο αισθηματικό δράμα «Ο Πρίγκιπας της Παλίρροιας», δίπλα στην Μπάρμπαρα Στρέιζαντ, που υπέγραψε και τη σκηνοθεσία. Μάλιστα για την ερμηνεία του, προτάθηκε για πρώτη φορά για το Όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου. Επίσης, την ίδια χρονιά έπαιξε και στο δράμα «Λορέντζο», έχοντας στο πλευρό του τη Σούζαν Σάραντον, που έκανε εκατομμύρια θεατές να κλάψουν.

Πρωτοσέλιδος τσακωμός

Το 1994, έπαιξε με συμπρωταγωνίστρια την Τζούλια Ρόμπερτς στην αισθηματική κομεντί «Πρωτοσέλιδος Έρωτας», με θέμα τα μπλεξίματα δυο δημοσιογράφων, που έφεραν όμως στην επιφάνεια και τον άγριο τσακωμό τους, λόγω της συμπεριφοράς του Νόλτε, ο οποίος παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος, αλλά «κάρφωσε» την «Pretty Woman» ως «παλιοχαρακτήρα» και προσθέτοντας μάλιστα, με νόημα, ότι αυτό ήταν γνωστό σε όλο το Χόλιγουντ.

Χωρίς να χάσει χρόνο, πρωταγωνίστησε στο ιστορικό βιογραφικό φιλμ του Τζέιμς Άιβορι «Ο Τζέφερσον στο Παρίσι» και το 1996 στο σκοτεινό αστυνομικό θρίλερ «Εντολή Εν Λευκό» του Λι Ταμαχόρι, έχοντας στο πλευρό του τη Μέλανι Γκρίφιθ. Το 1997 είχε κεντρικό ρόλο στο αστυνομικό νουάρ «Η Θλίψη» και έναν χαρακτηριστικό ρόλο στο φιλμ του περίφημου Τέρενς Μάλικ «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή».

Το 1999, ήταν ένα σημείο, καθοριστικό για την εξέλιξή του, καθώς χάλασε τις σχέσεις του με τον Σκορσέζε, παίρνοντας τη γενναία απόφαση να μη χειροκροτήσει στην αμφιλεγόμενη βράβευση του Ελίας Καζάν από την Αμερικάνικη Ακαδημία, για την ενέργεια τού τελευταίου να καταδώσει συναδέλφους την εποχή του μακαρθισμού. Μάλιστα, ο Κώστας Γαβράς, που είχε «καρφώσει» ο Καζάν είχε δηλώσει αρκετά πιο καυστικά ότι «αν του είχε απομείνει λίγη αξιοπρέπεια θα έπρεπε να απορρίψει το βραβείο». Ωστόσο, ο Σκορσέζε, που θαύμαζε το έργο του Καζάν, δεν συγχώρεσε ποτέ τον Νόλτε, τον οποίο ήθελε να αξιοποιήσει και σε επόμενες ταινίες του. Χρόνια μετά, ο Νόλτε δήλωσε ότι δεν μετάνοιωσε ποτέ για αυτή του την απόφαση, λέγοντας: «Yπάρχουν εκείνοι που το παίζουν καλοί και χειροκροτούν. Τους ξέρεις αυτούς τους τύπους – ο Σπίλμπεργκ, ο Τομ Χανκς – κάτι “καλά παιδιά” που δεν θέλουν φασαρίες. Αλλά για τον Εντ Χάρις, για εμένα και για μερικούς άλλους δεν είναι έτσι τα πράγματα. Δεν υπήρχε περίπτωση να χειροκροτήσουμε».

Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα, ο Νικ Νόλτε, μετατοπίστηκε κατά βάση σε δεύτερους ρόλους και εμφανίσεις γκεστ σταρ, αν και πρόλαβε να πρωταγωνιστήσει στο αστυνομικό φιλμ του Νιλ Τζόρνταν «Ο Καλός Κλέφτης». Επίσης, δάνεισε τη βραχνή φωνή του σε αρκετά animation, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που κέρδισε τις εντυπώσεις, αν και παίζοντας μικρούς ρόλους, όπως στα φιλμ «Ξενοδοχείο Ρουάντα», «Ταξίδι στην Αλαμπάμα» και «Ο Κανόνας της Σιωπής», στα τελευταία δύο δίπλα στον Ρόμπερτ Ρέντφορντ.

Ο Νόλτε παντρεύτηκε τρεις φορές και απέκτησε δυο παιδιά, δεν έχασε ωστόσο ποτέ τη φήμη του «κακού παιδιού», καθώς από τα νιάτα του είχε μπλεξίματα με τον νόμο, τις καταχρήσεις και την αντισυμβατική του ζωή. Το 1961, καταδικάστηκε γιατί πουλούσε πλαστές ταυτότητες, με ποινή φυλάκισης 45 ετών, αλλά με αναστολή. Συνελήφθη πολλές φορές για οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών ή κατανάλωσης αλκοόλ, το οποίο σταματούσε κατά διαστήματα, αλλά πάντα ξανακυλούσε. Πάντως, όπως υποστηρίζει, τα τελευταία χρόνια είναι «σχετικά καθαρός».

Ο Νικ Νόλτε, που τον επόμενο χρόνο πιθανότατα θα αναλάβει έναν δεύτερο ρόλο, στο θρίλερ «Crime 101», πλέον δεν παρακολουθεί ταινίες και δεν πηγαίνει στο θέατρο, καθώς διοχετεύει το καλλιτεχνικό του πάθος στη μαρμαρογλυπτική. Συνεχίζει να υπομένει τη ζωή στο Μαλιμπού και όπως υποστηρίζει η λέξη «απόσυρση» δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό του, καθώς, όπως λέει, «αν δεν γνωρίζεις τι θες να κάνεις, απλώς ξεκινάς».

protothema.gr