Η πρωταγωνίστρια της «Οδύσσειας» του Christopher Nolan μίλησε για τη μακροχρόνια αγάπη της για τους ελληνικούς μύθους και αποκάλυψε πώς προσέγγισε τον ρόλο της Πηνελόπης.
Η Άν Χάθαγουεϊ έχει κερδίσει τα εύσημα για την ερμηνεία της ως Πηνελόπη στην «Οδύσσεια», την ταινία που σκηνοθέτησε ο Christopher Nolan. Η ταινία ακολουθεί το ταξίδι του Οδυσσέα προς την Ιθάκη μετά το τέλος του πολέμου στην Τροία και επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στην ψυχοσύνθεση της συζύγου του, Πηνελόπης, η οποία έχει μείνει μόνη για 20 χρόνια.
Μια αγάπη που κράτησε μια ζωή
Όπως αποκάλυψε η ηθοποιός σε συνέντευξή της στην εκπομπή «Late Night with Seth Meyers», διάβαζε ελληνική μυθολογία από πολύ μικρή ηλικία και είχε μαγευτεί από αυτήν.
«Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πώς η ελληνική μυθολογία “μαγνητίζει” ορισμένα παιδιά και τα κάνει να βυθίζονται ολοένα και περισσότερο στον κόσμο της. Αυτό ακριβώς συνέβη και με μένα», είπε, απαντώντας σε σχόλιο του παρουσιαστή, ο οποίος δήλωσε πως θα δει την ταινία μαζί με τον 10χρονο γιο του.
«Στην τάξη Αγγλικών του κυρίου Hill διαβάσαμε για πρώτη φορά τους ελληνικούς μύθους και κάτι μέσα μου άλλαξε. Ήταν σαν να “κούμπωσε” κάτι. Φαντάζομαι ότι έτσι νιώθουν όσοι αγαπούν τα μαθηματικά – μόνο που εγώ δεν ήμουν ποτέ καλή σε αυτά. Ερωτεύτηκα την ελληνική μυθολογία και αυτή η αγάπη δεν με εγκατέλειψε ποτέ. Μέχρι και σήμερα διαβάζω ελληνικούς μύθους για ευχαρίστηση. Ξέρω ότι ακούγεται σαν ατάκα για την προώθηση της ταινίας, αλλά είναι πραγματικά το χόμπι μου. Γι’ αυτό, όταν μου πρότειναν αυτόν τον ρόλο, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ήταν σαν να συναντήθηκαν τόσα διαφορετικά κομμάτια της ζωής μου».
Μια διαφορετική Πηνελόπη
Στη συγκεκριμένη εκδοχή της ταινίας, σε αντίθεση με την παραδοσιακή απεικόνιση της ηρωίδας που περιμένει παθητικά την επιστροφή του Οδυσσέα, η Πηνελόπη που υποδύεται η Άννα Χάθαγουεϊ παρουσιάζεται ως μια προστατευτική μητέρα, αποφασισμένη να υπερασπιστεί τον γιο της, Τηλέμαχο, απέναντι στους επιθετικούς μνηστήρες.
Η ηθοποιός αποκάλυψε ότι αναρωτήθηκε αν η Πηνελόπη ήταν αρκετά ευφυής ώστε να συνειδητοποιεί πως η απουσία του συζύγου της τής προσέφερε, υπό τις τότε συνθήκες, τη μεγαλύτερη προσωπική ελευθερία που θα μπορούσε ποτέ να έχει. Παράλληλα, δήλωσε ότι της άρεσε ιδιαίτερα το γεγονός πως το σενάριο δίνει στην ηρωίδα μια δυνατή και απόλυτα δικαιολογημένη στιγμή «γυναικείας οργής», αντί να την παρουσιάζει απλώς ως μια υστερική γυναίκα.
