Ήταν 9.30 το βράδυ της 10ης Νοεμβρίου του 1989 όταν μια χαρακτηριστική μελωδία ποπ τσιφτετελιού άρχισε να ακούγεται στον τηλεοπτικό αέρα του Mega Channel εισάγοντας τον τηλεθεατή στο κλίμα των «Αυθαίρετων», μιας νέας μαύρης κωμωδίας του Νίκου Κουτελιδάκη που επρόκειτο να αφήσει εποχή αλλά και εκτοξεύοντας τη φήμη ενός πολυτάλαντου ηθοποιού που έβαλε την ανεξίτηλη σφραγίδα του σε έναν ρόλο που λατρεύτηκε.
Γιατί ο Κώστας Χατζηγιώργης -ο «κάπελας», όπως ήταν το παρατσούκλι του- που με τόση μαεστρία ενσάρκωσε ο Χρήστος Βαλαβανίδης, ο οποίος έφυγε χθες από τη ζωή στα 81 του χρόνια, ήταν ένας χαρακτήρας οικείος αλλά κοινωνικά κατακριτέος, κωμικός αλλά και τραγικός ταυτόχρονα.
Ήταν ο ταπεινής καταγωγής φιλόδοξος επιχειρηματίας που εκμεταλλεύτηκε τις ευκαιρίες της εποχής για να πιάσει την καλή, το χαρακτηριστικό παράδειγμα μικροαστού νεοέλληνα στα τέλη της δεκαετίας του ’90, μιας εποχής στην οποία κυριαρχούσαν τα οικονομικά σκάνδαλα και η ακραία πολιτική πόλωση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι δύο πρωταγωνιστές της σειράς, ο Βαλαβανίδης και ο Δημήτρης Πουλικάκος, έφεραν τα ονόματα των αρχηγών των δύο μεγάλων κομμάτων, Κώστας και Ανδρέας, αλλά το ίδιο επώνυμο, χωρίς να είναι συγγενείς, συμβολίζοντας αυτό που είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούν πλέον οι μέχρι τότε σκληρά αντιμαχόμενοι Έλληνες ψηφοφόροι, ότι πίσω από τις κομματικές σημαίες κρύβεται, εντέλει, η ίδια νοοτροπία.
Ο Χρήστος Βαλαβανίδης έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας σε αυτόν τον απαιτητικό ρόλο. Τον έκανε δικό του, τον έφερε στα μέτρα του, τον ταύτισε με ατάκες εκτός σεναρίου που εμπνεύστηκε ο ίδιος, όπως τα χαρακτηριστικά «το κέρατό μου» και «Εγώ, ο Κώστας Χατζηγιώργης», και τον υποστήριξε με όλες τις σωματικές και συναισθηματικές του δυνάμεις, παίζοντας ακόμα και με το βλέμμα, πλαισιωμένος από ένα δυνατό καστ στο οποίο συμμετείχαν ο απολαυστικά αυθεντικός Δημήτρης Πουλικάκος αλλά και οι Νατάσα Τσακαρισιάνου, Βάσια Τριφύλλη, Βάνα Παρθενιάδου και Θέμης Μάνεσης.
Μπορεί οι περισσότεροι να ανακάλυψαν και να αγάπησαν τον Βαλαβανίδη μέσα από τους «Αυθαίρετους», εκείνος όμως είχε δώσει εξαιρετικά δείγματα υποκριτικής γραφής από τα πρώτα κιόλας υποκριτικά του βήματα.
Το 1979, πέντε μόλις χρόνια μετά την αποφοίτησή του από τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, απέσπασε το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την εξαιρετική ερμηνεία του στην ταινία της δραματικής πειραματικής ταινίας Νίκου Νικολαΐδη «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμη» που έθιγε το πρόβλημα της κοινωνικής αλλοτρίωσης. Ανέκαθεν υπήρξε επιλεκτικός, αλλά και τολμηρός στις επιλογές των ρόλων του.
Τρανταχτή απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το γεγονός ότι ανέλαβε να ενσαρκώσει έναν γκέι χαρακτήρα στο τηλεοπτικό «Μινόρε της Αυγής», στις αρχές της δεκαετίας του ’80, τότε που η ομοφυλοφιλία ήταν έννοια απαγορευμένη.
Και στο θέατρο όμως έπαιξε ρόλους σε παραστάσεις που κάλυπταν μια ευρεία γκάμα, από Αρχαίο δράμα, αττική κωμωδία, κωμειδύλλιο και οπερέτα μέχρι σύγχρονο θέατρο, μουσικό θέατρο, παντομίμα, επιθεώρηση και μιούζικαλ. Το «Από μηχανής θέατρο» υπήρξε, από το 1996, ένα κοινό όνειρο -δημιούργημα που έχτισε με την αγαπημένη του σύζυγο, επίσης ηθοποιό, Ασπασία Κράλλη και στέγασε τις θεατρικές αναζητήσεις τους.
Τον είδαμε επίσης στη μεγάλη οθόνη στη «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, αλλά και στο «Κλάμα βγήκε απ’ τον Παράδεισο» των Ρέππα – Παπαθασίου και σε τηλεοπτικές σειρές όπως οι «Σιγά, η πατρίδα κοιμάται», «Οι άνδρες δεν υπάρχουν πια» κ.ά.
Αν υπάρχει πάντως ένα στοιχείο που χαρακτήριζε διαχρονικό τον Χρήστο Βαλαβανίδη ήταν το ότι αρνούνταν πεισματικά να επαναλαμβάνεται, δεν δεχόταν να ερμηνεύσει παρόμοιους ρόλους ακόμη κι αν ήταν τόσο επιτυχημένοι όσο αυτός του Κάπελα, και δεν σταματούσε να αναζητά το καινούργιο, το διαφορετικό που θα τον εμπνεύσει, θα του δώσει την ευκαιρία να ενσαρκώσει μια διαφορετική, ιδιαίτερη ανθρώπινη πτυχή.
