Το πορτρέτο του Νίκου Εγγονόπουλου

Ο Νικος Εγγονόπουλος, εμφανίστηκε στα Ελληνικά γράμματα με ποιήματα στο περιοδικό «Κύκλος» το 1938. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Μην ομιλείτε εις τον οδηγό», το 1938 «Τα κλειδοκύμβαλα  της σιωπής»  1939, «Μπολιβάρ ένα Ελληνικό ποίημα», 1994  η «Επιστροφή των πουλιών» 1946  «Εν Ανθυρω Ελληνι Λόγω»  1957 ενώ το 1978 κυκλοφορεί η συλλογή «Στην κοιλάδα με τους Ροδώνες».

Αυτοπροσδιοριζόμενος  κάπου στα 1977 ο Νίκος Εγγονόπουλος σημειώνει: Είμαι ζωγράφος το επάγγελμα, και θεωρώ άλλωστε την ποίηση σαν ζήτημα εντελώς προσωπικό, δεν ένοιωσα ποτέ κανενός είδους επιθυμία να δω τα ποιήματα μου δημοσιευμένα. Μου αρκούσε κυρίως που τα έγραφα. Κατόπιν, βέβαια, δεν είχα καμίαν αντίρρηση να τα διαβάσω σε καναν φίλο, ενίοτε σε μικρό κύκλο ακροατών, δυο- τρεις το πολύ, που μου το ζητούσαν. Πάντως δεν θα έστεργα ποτέ να τα δώσω για τύπωμα, πριν από τα μέσα του 1938.

Ήταν η χρονιά, όπου τελείωνα τις εργαστηριακές μου σπουδές στη ζωγραφική. Μαθήτευα πλησίον του Κωνσταντίνου Παρθένη, και το εύρισκα άπρεπο απέναντι στον σεβαστό μου δάσκαλο, να θέλω να εκδηλωθώ προσωπικά, και μάλιστα σε διαφορετική «σχολή» τον υπερρεαλισμό, τη  στιγμή που καταρτιζόμουνα κοντά του για το μελλούμενο καλλιτεχνικό μου στάδιο.

Με τα πρώτα δημοσιευμένα ποιήματα μου στο περιοδικό Κύκλος, το «σκάνδαλο» το εκσπάσαν , υπερέβαινε όχι μόνο κάθε τι  το ανάλογο που είχε ποτέ φανερωθεί στα ελληνικά γράμματα , αλλά και τις προβλέψεις της πιο τολμηρής φαντασίας.

Παρωδούσαν και αναδημοσίευαν, κοροϊδευτικά τα ποιήματα μου. Μια δε εφημερίδα, από τις μεγάλες, αυθαδέστατα, ποδοπατώντας κάθε ιδέα πνευματικής τελος πάντων ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσε, σε μια η δυο συνέχειες τα ποιήματα μου. Συνοδεία πάντοτε, χλευαστικών και κακεντρεχών, όσο και επιπόλαιων σχολίων.

Άκουσα μάλιστα  κι αυτή την κουβέντα, που μου εκτόξευσε , δε ξέρω πια σε τι φύλλο, αγανακτισμένος  «φιλολογικός» του συνεργάτης. «Εγγονόπουλε, πάψε να βασανίζεσαι και να μας βασανίζεις»

Ο Νικος Εγγονόπουλος, γράφει ο Οδυσσέας Ελυτης στο βιβλίο του Ανοιχτά Χαρτιά, είχε κατορθώσει να συνδυάζει την επαναστατική γραμμή, με την καλώς εννοούμενη αριστοκρατικότητα. Δεν ηταν εύκολος στις γνωριμίες. Κρατήθηκε μέσα σε μια αδιάλειπτη φτώχεια, με την αξιοπρέπεια αληθινού πρίγκηπα. Τους επαίνους τους απόστεργε οσο και τις λοιδορίες. Κοκκινοπρόσωπος, με φωτεινά μάτια, και φωνή εξαιρετικά υποβλητική, φορούσε μόνιμα ένα λεπτό χρυσό αλυσιδάκι στο λαιμό, κι ένα χρυσό δαχτυλίδι στο δείκτη του δεξιού χεριού, που ηταν αδύνατον να μην  το παρατηρήσεις, είτε όταν σου μιλούσε, είτε όταν σώπαινε και ακινητούσε με τεντωμένο δάχτυλο, ίδια καθώς στις φιγούρες που ζωγράφιζε και που ακολουθούσαν, στα πιο πολλά σημεία τους , τα βυζαντινά πρότυπα.

«Αν στον Εμπειρίκο, ο υπερρεαλισμός ήταν το παραλήρημα, το όνειρο, και το συμπτωματικό, στον Ελύτη η μαγεία, η μέθη, και η παραίσθηση, με τον Εγγονόπουλο κατέφτασε όλη η ανατρεπτική πνοή της υπερρεαλιστικής επανάστασης». Αυτά γράφει ως πρώτη επισήμανσή ο  κριτικός λογοτεχνίας και ιστορικός Αλέξανδρος Αργυρίου, για το  ποιητικό έργο του Εγγονόπουλου. «Σε μια εποχή» προσθέτει, «όπου η δημοσία ελληνική ζωή κωδικοποιούσε το γελοίο, ο Εγγονόπουλος νόμιζες ότι ήθελε να επιδείξει όλη  τη ρήξη του με το  περιβάλλον κι  όλη την περιφρόνηση του σε αυτό»

Στην Ελλάδα η καριέρα μου υπήρξε οδυνηρά, υπογραμμίζει ο ίδιος ο  Εγγονόπουλος. Επειδή δεν με ενδιέφερε η δόξα, συνάντησα το λυσσαλέο μίσος των ποιητών που τους ενδιέφερε. Όταν το 1939 εκδηλώθηκα στη ζωγραφική και τη ποίηση υπερρεαλιστικά, δημιουργήθηκε σκάνδαλο και γενική κατακραυγή. Δεν θα πως δεν με έθιξαν βαθύτατα. Τα έργα μου τα έβαζαν μόνο γι’αστεία στα περιοδικά. Τώρα τα βάζουν στα σοβαρά. Με χλεύαζαν στις επιθεωρήσεις. Ένα Σάββατο βράδυ ο  Ανδρέας Εμπειρίκος μου λεει: «Έλα να πάμε σε μια επιθεώρηση.» Πήγαμε κάπου στην Πλατεία Βαθη στο Περοκε νομίζω. Επι σκηνής ήταν δυο τελείως καραφλοί οι οποίοι αντήλλασσαν ασυναρτησίες. Τον έναν τον έλεγαν Δισεγγονόπουλο και τον άλλον Μπιρμπιρίκο. Σήμερα με απόλυτη ευθύνη μου επιτρέπεται να πω, ότι στον τόπο μας, στα χρόνια τα δικά μου, η εκτίμηση εκδηλωνόταν με αμείλικτη καταδίωξη. Τότε η κοινωνία, τον πνευματικό άνθρωπο το περίεβαλε με απόλυτη αδιαφορία.