Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1888 στην Αθήνα. Η μητέρα του ήταν ανιψιά του Χαρίλαου Τρικούπη, στο σπίτι του οποίου αναθράφηκε. Πατέρας του ήταν ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης, αξιωματικός του στρατού και πολίτικος, γεγονός που του έδωσε από νωρίς πρόσβαση σε μορφωμένους κύκλους της εποχής.
Ένα από τα πλέον περιγραφικά κείμενα για τον Λαπαθιώτη είναι αυτό που δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Νέα Εστία το Μάρτιο του 1945. Ο θρύλος του, γράφει το περιοδικό, κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα, από την εποχή των Βαλκανικών πολέμων, ως την πρώτη δεκαετία του μεσοπολέμου, φωτογραφίες του δημοσιεύονταν κάθε τόσο, και οι λίγοι που ασχολήθηκαν μαζί του μετά την αυτοκτονία του, όταν ο θρύλος πια είχε δύσει, δεν παρέλειψαν να μας τον περιγράψουν.
«Την εικόνα του ποιητικού ανθρώπου» γράφει ο Κλεων Παράσχος, «ωραίου, νέου, κομψού, ανοιγμένου προς ό,τι μπορεί να δώσει σε μια τρυφερή καλλιτεχνική ευαισθησία η ζωή, τότε την πραγμάτωνε, με τον πιο μεστό τρόπο, ο Λαπαθιώτης {….} Και με τι καμάρι, με τι αρτίστικη φιλαρέσκεια, πόσο φανερά ευχαριστημένος που τραβούσε την προσοχή. Έκοβε βόλτες κάθε βράδυ, απάνω κάτω, στον πιο συχναζόμενο τότε περίπατο στην Οδόν Σταδίου, με το σκληρό του μαύρο καπέλο, με το μεσάτο επανωφόρι του, φιγούρα παράξενη, ποιητική, και αισθησιακή, δέρμα ασπρορόδινο, φεγγερό και λεπτό σα γυναικείο, στόμα μικρό, αλλά με μια κοκκινίλα και μια υγραδα αισθησιακή»
Και ο Τέλλος Άγρας ανάλογα συμπληρώνει το πορτρέτο του: «Το ύφος του ήταν πολύ λεπτό του κουρασμένου ερασιτέχνη. Ήταν από τις περιπτώσεις που διασταυρώθηκαν δυο επιρροές : η ηρωική φιλοδοξία ενός πατερά στρατηγού, φανερωμένη πάνω στο ωραίο, αλλά καθόλου μοιραίο του όνομα, και η ευαισθησία μιας αρχόντισσας του παλιού καιρού, χυμένη πάνω στις μπούκλες που του άφησε ως τα δεκαπέντε του χρόνια»
Ο ίδιος ο Λαπαθιώτης, σημειώνει ο Α. Β. Στρατής, φρόντισε ελάχιστα το έργο του. Το σκόρπισε σε πλήθος περιοδικών , χωρίς να επιμεληθεί την αυτοτελή και πλήρη έκδοση του, εκτός από εκείνη την ισχνή επιλογή ποιημάτων του το 1939, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος του να πέσει στα χέρια άλλων, οι οποίοι δε το μεταχειρίστηκαν πάντοτε με τον καλύτερο τρόπο . Αργότερα, βέβαια, όταν πια είχε παραιτηθεί από τη ζωή, αυτή η απροθυμία του , ως προς την έκδοση βιβλίων, είχε ως βάση, την αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων.
Ο θάνατος της μητέρας του το 1937 και του πατέρα του το 1941, οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής, οι σωματικές και ψυχικές ταλαιπωρίες που είχε υποστεί, επεξέτειναν την – αυξανόμενη με το πέρασμα του χρόνου – μοναξιά και μελαγχολία του, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην αυτοχειρία , θέτοντας ένα τέλος στη ζωή του, μονάχα με «μια κίνηση περήφανη κι απλή, που θα χει κάνει ο μυς ενός δαχτύλου σε ένα μικρό μοχλό μηχανής» όπως ο ίδιος έγραψε σε ένα πεζό ποίημα του για τον άλλον αυτόχειρα ποιητή μας.
Το 1914 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Νουμάς» το περίφημο «Μανιφέστο» του Ν. Λαπαθιώτη. Το κείμενο αυτό ξεσήκωσε φιλολογικές θύελλες και τάραξε τα λιμνάζοντα νερά στο χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας , αφ’ ενός μεν διότι επιτίθεται στους παλιότερους καλλιτέχνες και συγγράφεις, αφ ‘ ετέρου δε επειδή προσκαλεί τους νεότερους να συνεργαστούν μαζί του για το «γκρέμισμα των ψεύτικων ειδώλων που κυριαρχούν»
«Έχω μέσα μου αίμα ηρώων» γράφει ο Λαπαθιώτης. «Μην ακούς όσα λενε οι μικροί. Είναι ανίδεοι από βίαιους παλμούς και ψηλά πετάγματα , κοιτάνε πολύ προς τα Κείμενα και τα Καθιερωμένα. Την ψυχή τους δεν την σφυρηλάτησε τ΄Ονειρο, δεν καθαγίασεν η Σκέψη. Ξέρουνε ένα «πρέπει» και τίποτα άλλο, είναι η πιο μουγκή εκδήλωση της Ζωής .
Αηδιασμένος από το γύρω μου καθεστώς, φτύνοντας απάνου στη Ρωμαϊκική τέχνη όπως την καταντήσαν οι ανθρωπάκοι των γραμμάτων, αποφασισμένος για τρανούς αγώνες, λυτρωμένος από τις ταπεινές ελπίδες των προλήψεων και των μικροσυμφερόντων, σήμερα, πρώτη φορά, κρούω το πολεμόχαρο τραγούδι μου πλατύστομα και ειλικρινά.
Καλώ τους νέους που βράζει μέσα τους το αίμα, κι είναι καλεσμένοι για αυριανούς θριάμβους, να συντρίψουμε τα είδωλα και να μπούμε εμείς μπροστά. Να ρίξουμε ό,τι ξέρουμε για ψεύτικο και για πλαστό, να σεβαστούμε μονάχα ο,τι στέκεται Ιερό και ό,τι καθοσίωσεν την Αγνή Έμπνευση
Σας περιμένω
Ναπολέων Λαπαθιώτης
