Το πορτρέτο του Μάνου Κατράκη
Το πορτρέτο του Μάνου Κατράκη

Με βαθιά δωρική φωνή που έδωσε ζωή σε ρόλους γεμάτους ήθος αξιοπρέπεια και ανθρωπιά, ο Μάνος Κατράκης διέγραψε μια πολυσήμαντη πορεία στην ελληνική τέχνη του θέατρου και του κινηματογράφου.

Ο Κατράκης, έδωσε υπόσταση σε ρόλους που ξεπερνούσαν τη σκηνή και άγγιζαν τη συλλογική μνήμη, για αυτό και παραμένει διαχρονικό σύμβολο πολιτισμού, ακεραιότητας και εντιμότητας. Και είναι ακριβώς αυτό που έχει επισημάνει ο Αλέξης Σολωμός, ότι «ο Κατράκης μεσουράνησε στη θεατρική ζωή του τόπου για την απόλυτη ψυχική του αφοσίωση στην τέχνη».

Ξεκίνησα απ’ το άκρο δυτικό της Κρήτης, συνήθιζε να λέει ο Κατράκης αναφερόμενος στην καταγωγή του και τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Μας έφερε η μάνα μου στην Αθήνα για να μας κάνει ανθρώπους. Πάρα πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες και δυστυχίες και κατατρεγμοί, λόγω της καταγωγής μας, που ’μαστε απ’ την Κρήτη, και με τα βενιζελοβασιλικά που όποιοι ήτανε Κρητικοί ήτανε κόκκινο πανί. Περάσαμε των παθών μας τον τάραχο, εδώ στην Παλιά Ελλάδα, που λέμε. Και καταλαβαίνετε ότι οι δυσκολίες της ζωής ήτανε τεράστιες και για να σπουδάσει κανείς και για να βρει το δρόμο του.

Εγώ βέβαια δεν ξεκίνησα για ηθοποιός. Δεν ήξερα καλά-καλά τι θα πει θέατρο. Ξεκίνησα για μια πιο θετική δουλειά. Δηλαδή στην αρχή ήμουνα αφιονισμένος με τη θάλασσα, ήθελα να γίνω ναυτικός. Κάναμε ένα γαμπρό που ανακατευόταν με τις οικοδομές, ήθελε να με κάνει μηχανικό οικοδομών, πήγα στο μικρό Πολυτεχνείο, δεν το τελείωσα, τελικά, συμπωματικά τελείως, βρέθηκα στο θέατρο. σ’ ένα χώρο που δεν είχα καμιά οικείωση και μπορώ να πω ότι ακόμα δεν την έχω. Η νοοτροπία του θεάτρου δεν μ’ έχει αιχμαλωτίσει, δεν μ’ έχει πάρει με το μέρος της εντελώς. Όπως είναι οι τρόποι που μεταχειρίζονται οι άνθρωποι στο θέατρο. Όχι ότι είναι τρόποι ανεπίτρεπτοι, όχι, αλλά χρειάζεται κάποια ευελιξία, κάποια ανοχή πολλές φορές, ίσως, κάποια ένταξη σε κάποιο ρεύμα ή σε μια αυλή ενός ισχυρού θεατρικού παράγοντα.

Ψηλός, ευθυτενής, με χαρακτηριστική ηχηρή φωνή ο Κατράκης έγινε ο Αναγνώστης που κόσμησε το Άξιον Εστί. «Για μένα –θα πει ο Μίκης Θεοδωράκης- δεν υπήρχε δεύτερη σκέψη: Μάνος Κατράκης… Κι ας μην ξεχνάμε πως ο Κατράκης τότε ήταν κόκκινο πανί. Πόσοι άλλοι άραγες ηθοποιοί και καλλιτέχνες είχαν πάει στο Μακρονήσι; Περάσαμε ώρες πολλές ο Ελύτης, ο Κατράκης κι εγώ, στο στούντιο της Κολούμπια, έως ότου βρεθεί το σωστό ύφος, που να ταιριάζει με την ποίηση αλλά και με τον γενικό ήχο του έργου. Η ιδέα του Αναγνώστη, δηλαδή η παρουσίαση κειμένων στο δίσκο ήταν δική μου. Και γιατί, όπως είπα, ήθελα να είμαι πιστός στη μορφή της εκκλησιαστικής παράδοσης, δηλαδή στη λειτουργία, αλλά και γιατί πίστευα ότι το μεγάλο κοινό θα πρέπει να μυηθεί στον ποιητικό λόγο, όταν μάλιστα είχε να κάνει με τη μνήμη του λαού μου, που λέει και ο ποιητής. Και σε αυτή ακριβώς την αποστολή ο Κατράκης στάθηκε το ιδανικό πρόσωπο».

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Πολιτιστική, τον Αύγουστο του 1983, ο Κατράκης θα μιλήσει για την θεατρική, την αγωνιστική και κοινωνική ζωή του. Δεν είμαι άνθρωπος των παραχωρήσεων, των υποχωρήσεων. Υπογραμμίζει ο Κατράκης. Παραχωρήσεις βέβαια και ο λεγόμενος «θεός» μπορεί να έχει κάνει, πολλές φορές για χάρη του υιού του Ιησού ή της παρθένου Μαρίας. Φυσικά κι εγώ πιθανόν να έχω κάνει μερικές παραχωρήσεις αλλά τέτοιες: «θεϊκές». Δεν έχω κάνει πολλές παραχωρήσεις. Αυτά μπορώ να σας πω για τον εαυτό μου, συνοψίζοντας τη ζωή μου.

Όπως δούλεψα εγώ ―και δουλεύουν κι άλλοι άνθρωποι βέβαια, δεν είμαι ο μόνος στο θέατρο― δεν χαίρεται ζωή. Δεν ζεις, δεν έχεις Κυριακή, δεν έχεις σχόλη, δεν έχεις γιορτή, δεν έχεις καθημερινή, δεν έχεις ανάπαυλα, δεν έχεις διακοπές. Η πρώτη φορά που επιχείρησα να κάνω διακοπές στη ζωή μου, πιστέψτε το, είναι τώρα. Κι αν σας πω ότι οι καλύτερες διακοπές μου ήταν η περίοδος της πεντάχρονης εξορίας μου; Παρά τους βασανισμούς, παρά τα μαρτύρια, παρά τις κακουχίες, πιστέψτε με, είχαμε κάποιες στιγμές που αναπνέαμε καθαρό αέρα, με καταλαβαίνεις; Εδώ δεν τις έχουμε ούτε αυτές τις στιγμές. Αυτό που σου λέω είναι γεγονός. Μπορεί στη Μακρόνησο να με λιανίσανε στο ξύλο, αλλά όταν την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα και πήρα μια βαθιά ανάσα, ανάπνευσα ιώδιο, αέρα καθαρό, και ο αέρας ο καθαρός και το ιώδιο, πίστεψέ με, ήταν τα γιατρικά και τα φάρμακά μας την εποχή εκείνη. Το παιδί όταν γεννιέται, και το βάζουν στα μπαμπάκια και το προσέχουν μην κρυώσει και το μπουμπουλώνουνε, γίνεται φιλάσθενο και ασθενικό. Όταν τ’ αφήνουνε στο χώμα γίνεται θηρίο.

Ο Μάνος Κατράκης έφυγε από τη ζωή στις 2 Σεπτεμβρίου 1984.

Αποχαιρετώντας τον κορυφαίο Έλληνα ηθοποιό, ο Γιάννης Ρίτσος γράφει το παρακάτω ποίημα, στίχοι που αθροίζουν την ζωή και το έργο του Μάνου Κατράκη.

«Σύντροφε Μάνο, Κρητικόπουλο, Ερωτόκριτέ μας, άξιε γιε της Ρωμιοσύνης
Έρωτας είσαι και ομορφιά και λεβεντιά και αγάπη
στο μπόι σου παίρνει μέτρο η ανθρωπιά και η τέχνη
μες τη φωνή σου ακέριος ο λαός βρίσκει την πιο σωστή φωνή του
μες τη φωνή σου πέντε αηδόνια,
τρεις αητοί κι ένα λιοντάρι δένουν τη φιλία του κόσμου.
Σύντροφε Μάνο,
εσένανε σου πρέπουν αψηλόκορμοι ύμνοι σαν τον πάππο σου τον Ψηλορείτη,
λόγια τρανά για την αντρειά σου και την τέχνη σου,
καθώς αυτά στις ραψωδίες του Ομήρου,
όμως εγώ φτωχές ακούω τις λέξεις μου μπροστά στην ελατόφυτη καρδιά σου,
κι έτσι, μονάχα δέκα στίχους σου αφιέρωσα κι ένα μεγάλο
“Γεια σου ωρέ Λεβεντο-Μάνο”,
ένα μεγάλο “Γεια σου” που αναβλύζει απ’ τις καρδιές
κι από τα στόματα όλων των συντρόφων»