Το πορτρέτο της Μαρίας Πολυδούρη – Μια από τις συγκινητικές φωνές της νεοελληνικής ποίησης

Με ποίηση βαθιά βιωματική και τολμηρή για την εποχή της, η Μαρία Πολυδούρη, υπήρξε μια από τις συγκινητικές φωνές της νεοελληνικής ποίησης. Με λόγο καθαρό, και θεματολογία από την προσωπική της ζωή, τον έρωτα, την αρρώστια και τον πρόωρο θάνατο, η Πολυδούρη μετέτρεψε  την προσωπική της εμπειρία σε καθολικό συναίσθημα.

Την γνώρισα μελετώντας τη ζωή και το έργο του Καρυωτάκη. Σημειώνει η Λιλή Ζωγράφου, στο βιβλίο της  «Κώστας Καρυωτάκης – Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης» Έβλεπα τα ελαττώματά της, προσθέτει, τις ελλείψεις της, την μη αισθητική τελείωση κάποτε στην ποίησή της. Αλλ’ αυτό δεν εμείωσε ποτέ τη συγκίνηση που μου δίνανε τα ποιήματα της. Κι’ όσο περνούσε ο καιρός τόσο και παθαινόμουνα. Ώσπου βρέθηκα το ίδιο δεμένη κι ανήσυχη γι’ αυτήν, όσο και με τον Καρυωτάκη. Μόλις όμως έβγαινα μέσ’ από την ατμόσφαιρα του καιρού τους, η ίδια τυραννική σκέψη ξαναγύριζε: Χαμένος καιρός!

Η Πολυδούρη, αστραποβολούσε από ομορφιά, γλιστρούσε στο φως, τραγουδούσε μαγευτικά και σε καθήλωνε όσο μιλούσε, καθώς η φωνή της διατηρούσε την μελωδικότητα μιας σβήνουσας νότας. Οι τέλειες γραμμές του προσώπου της καταλήγανε σ’ ένα μεγάλο φωτεινό μέτωπο και στον πιο ωραίο, τον πιο εκφραστικό λαιμό. Τα χέρια της τελειώνανε σε ολόλευκα και ήρεμα μακριά δάχτυλα. Το βάδισμά της δεν τ’ άκουες. Δεν ήξερε τον θόρυβο. Και τα χείλη της είχανε μια ανάγλυφη προέχταση, πάντα διψασμένη. Ένας παναισθησιακός τύπος, να τι ήταν η Μαρία Πολυδούρη. Αγαπούσε όλα τα στοιχεία, όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, απ’ τις πιο χαρούμενες και θορυβώδεις ως τις πιο μυστικιστικές κι ανείπωτες…

Η Μαρία δραπετεύει από παντού. Από το σπίτι της, από τον έρωτα, από τη δουλειά της, από την Ελλάδα, από τα Νοσοκομεία, απ’ την παραδοσιακή ποίηση, και τέλος από την ζωή….

«Χαρακτηρίζουμε συνήθως ως αγαπημένους των θεών τους ποιητάς που πεθαίνουν νέοι. Όμως, πιο τυχεροί ανάμεσά τους είναι εκείνοι, που με τον ίδιο το θάνατό τους επιβεβαιώνουν το ποιητικό τους μήνυμα».

Με αυτή τη διαπίστωση ξεκινά το κείμενο του για τη Μαρία Πολυδούρη, ο Γιάννης Χατζίνης, κριτικός λογοτεχνίας, συγγραφέας και δοκιμιογράφος στην εφημερίδα Καθημερινή στις 22 Σεπτεμβρίου 1954.

Όταν η Μαρία Πολυδούρη άφηνε την Καλαμάτα για ναρθή στην Αθήνα, γράφει ο Χατζίνης, – κοριτσάκι ακόμη, που μόλις είχε τελειώσει το γυμνάσιο – φλέγονταν από την επιθυμία να γνωρίσει τη φιλολογική ζωή της πρωτεύουσας. Διορίστηκε υπάλληλος στη Νομαρχία Αττικής κι’ είχε την τύχη να γνωρίσει εκεί τον Κώστα Καρυωτάκη. Ήταν οχτώ χρόνια μεγαλύτερός της, ώριμος ποιητής πια, με προσωπικότητα, αν και όχι αρκετά ακόμη γνωστός. Εγκαταλείφθηκε στην επίδρασή του, δε φαίνεται όμως να συνδέθηκε μαζί του ερωτικά. Ίσως η φαντασία της να έπλασε από την εποχή της πρώτης γνωριμίας ένα όνειρο, που γρήγορα όμως διαψεύσθηκε. Ο Καρυωτάκης δεν ήταν φτιαγμένος να ζήση ένα πραγματικό πάθος όπως θα το ήθελε η Πολυδούρη.

Ωστόσο ο Καρυωτάκης άσκησε επάνω της μια πολλαπλή επίδραση που δεν περιορίσθηκε μόνο στο έργο της, αλλά προεκτάθηκε και στη ζωή της. Η Πολυδούρη είχε κοινό μαζί του τον πόθο για ζωή, τη λαχτάρα να χαρεί ως το βάθος τη ζωή, αδιάφορο αν έφτανε ως εκεί από διαφορετικό δρόμο. Και πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα της αρρώστιας, που θα την έφερνε τόσο νέα στον τάφο, την τυραννούσε το προαίσθημα πως δεν επρόκειτο να ζήση πολύ. Γι’ αυτό ήθελε να γευθεί όσο μπορούσε πιο πολύ τη ζωή, να τη χαρεί ολοκληρωτικά, πριν τη χάση. Στην πραγματικότητα δεν έκανε άλλο παρά να τη σπαταλάει απερίσκεπτα. Όταν μάλιστα, με την ευκαιρία μιας κληρονομιάς, έφυγε στο Παρίσι το 1927, ήταν για να ασωτέψη τη ζωή της σε μια κοσμούπολη, με μεγαλύτερη άνεση. Τον άλλο χρόνο ξαναγύρισε στην Αθήνα, άρρωστη βαρειά, για να καταλήξει σε μια τρίτη θέση της «Σωτηρίας». Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει και η φιλολογική της δόξα.

Πολλοί κατηγόρησαν τη Μαρία Πολυδούρη πως βασάνισε κι έφθειρε τον εαυτό της, σκορπώντας τον σπάταλα, μαδώντας τον στον έρωτα. Και δεν λένε ψέματα, χωρίς όμως να βρίσκονται και στην αλήθεια. Όπως θα ’ναι λάθος να δούμε την ποίησή της σαν μονότονο ερωτικό τραγούδι, όμορφο έστω και συγκινητικό. Μέσα στα ποιήματά της, δεν κλαίει τόσο εκείνους που ήρθαν κι έφυγαν, μα εκείνον που δεν ήρθε, το ιδανικό που δεν αιχμαλώτισε ποτέ, λες κι ήτανε μια χίμαιρα. Ένα ιδανικό που το ζήτησε έξω, πολύ μακριά από τον εαυτό της, στην καρδιά και την δύναμη των άλλων. Γιατί της ήταν αδύνατον να υπάρξει μόνη της και ν’ αποφασίσει τη Μοναξιά της, που ήταν η πιο μεγάλη επιβεβαίωση της ξεχωριστής κι ολοκληρωμένης προσωπικότητάς της.
Η μοναξιά, που μέσα της πνίγηκε η τρυφερή και ωραία ποιήτρια, ήταν ένα μετάλλιο, που στη μια του όψη είχε χαραγμένη τη λέξη «Αφθονία» και στην άλλη τη λέξη «Τιμωρία».