Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ γεννήθηκε το 1939 στην Αθήνα. Σημαντικό ρόλο έπαιξε στην διαμόρφωση της ο ανάδοχός της Νίκος Καζαντζάκης. Ξεκίνησε τις σπουδές της Αγγλικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και συνέχισε στη νότιο Γαλλία και Ελβετία , όπου αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Γενεύης με το δίπλωμα της Σχολής Μεταφραστών και Διερμηνέων για την αγγλική τη γαλλική και ρωσική γλώσσα. Εμφανίστηκε στην λογοτεχνία με το ποίημα, Μοναξιά, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Καινούρια εποχή, φθινόπωρο του 1956.
Την κύρια λογοτεχνική της δραστηριότητα, που είναι η ποίηση, συνοδεύει μια πλούσια μεταφραστική παραγωγή, ενώ έχει δημοσιεύσει άρθρα και δοκίμια για την ελληνική ποίηση και την μετάφραση της ποίησης, σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης (1985) και με το Βραβείο ποίησης του Ιδρύματος Ουράνη (2000).
Από τις ισχυρότερες λυρικές φωνές της μεταπολεμικής ποίησης, η Ρουκ, έχει γράψει μερικά από τα ωραιότερα και δραστικότερα ερωτικά ποιήματα στη γλώσσα μας. Στόχος της από την αρχή να υμνήσει ειλικρινά και απερίφραστα το «θαύμα της καθημερινής αθανασίας». «Η ποίηση αναφέρει η Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ, με βοήθησε και με βοηθάει να ζήσω, όχι γιατί πιστεύω ότι αυτό που κάνω θα μείνει- ούτε ότι είμαι ταγμένη να υπηρετήσω έναν ιερό σκοπό. Είναι γιατί ακόμη κι όταν μ΄εγκαταλείπει και νιώθω το πλευρό μου γυμνό να τρέμει στον αέρα, ξέρω πως είναι εκεί, κάπου γύρω. Άλλωστε, τώρα έχω μάθει, με δίδαξε εκείνη, πως να μεταφράζω το τέλος της ζωής σε έρωτα της ζωής.
Η ποιητική γλώσσα της Ρούκ, γράφει ο Αντώνης Φωστιέρης στη Εφημερίδα Η Καθημερινή στις 9-8- 1979, μου φέρνει στο νου τη λειτουργία του αρχέγονου λόγου. Όταν η έκφραση της γνώσης και του αισθήματος, ήταν ακόμα μία, όταν ποίηση, φιλοσοφία, θρησκεία και επιστήμη δεν είχαν ζητήσει το μερίδιό τους από την πατρική περιουσία, αλλά ζούσαν αξεχώριστα και καλλιεργούσαν το κοινό τους έδαφος, – όταν η αλήθεια νοούνταν ακόμα σα σφαίρα και η γλώσσα ήταν το μέσο της αληθινής επικοινωνίας, της εσωτερικής προσέγγισης. Αυτό που διαφοροποιεί την ποίηση της Ρουκ, τόσο από κείνη των συγχρόνων της όσο και από κείνη την “υπαρξιακή” (ή “ουσιαστική”) των παλιότερων, είναι το ότι οι αναζητήσεις και τα ευρήματά της, νιώθεις να βγαίνουν από την άμεση και πρωτογενή επαφή της με τα ίδια τα πράγματα, από μια εμπειρική σοφία εκφρασμένη αποφθεγματικά, που δε χρησιμοποιεί τίποτα από τα “πρέτ-α-πορτέ” των διαφόρων ιδεολογικών αισθητικών ή διανοητικών ρευμάτων και που συγχρόνως μπορεί να διατηρεί όλη τη θέρμη και την ορμή του καθαρά ποιητικού πάθους.
Πρόκειται, όχι για μια “φιλοσοφική ποίηση”, με τη συνηθισμένη έννοια του όρου, αλλά για μια “ποίηση φιλοσοφία” – αν ίσως ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι σε θέση ν’ αποδώσει πιο σωστά αυτό το “σπάνιο είδος”
«Αυτό που εγώ θα μετουσιώσω σε ποίηση ή σε απελπισία πρέπει πρώτα να περάσει από το σώμα μου. Τονίζει, η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ. «Δηλαδή πώς θα αντιδράσει το σώμα μου στον καιρό, στην ηλικία, στην καταιγίδα, στον έρωτα. Το σώμα το δικό μου (ποιητικά) προσφέρει την τραγικότητα και το πεπερασμένο του, στο τέλειο ‘άλλο’. Ταυτόχρονα, λατρεύοντας το σώμα του ‘άλλου’, λατρεύοντας, το εν τέλει εφήμερο και του ‘άλλου,’ στην ουσία λατρεύεις τον έρωτα».
Η ποίηση της Αγγελάκη είναι μια περιπέτεια, μια οδύσσεια σώματος. Κάποιοι κριτικοί υποστηρίζουν ότι η ποίησή της είναι η ποίηση της «υπαρξιακής ήττας», από την άποψη της διάψευσης του σώματος, του έρωτα, της αγάπης. Είναι μια σωματοποιημένη ποίηση που ευλογεί και μέμφεται το κορμί. Το κεντρικό ερώτημα εν τέλει στην ποίηση της Ρουκ, είναι αν το σώμα αποτελεί εμπόδιο ή πρόσβαση στην ουσία του κόσμου
Στην ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ, κυριαρχεί το ατελές της ύπαρξης, ως σώμα, ως ψυχή, ως πράξη, εξαιρουμένου του πνεύματος και λαμβάνει τη μορφή του ερωτικού και βιωματικού ελλείμματος. Υπογραμμίζει ο Γιώργος Αράγης κριτικός λογοτεχνίας το έτος 2004 στο τεύχος 6, του περιοδικού «Ήλιος: Η φωνή των τριών θαλασσών», τεύχος το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ.
Ο έρωτας στο έργο της, συνεχίζει ο Γιώργος Αράγης, έχει γήινο έρμα. Το σώμα δεν τα πάει καθόλου καλά με το χρόνο. Ο έρωτας διατηρεί και στοιχεία θανάτου. Το σώμα δεν έχει μνήμη. Μόλις τελειώσει η πράξη που συμμετέχει, τελειώνει και ο χρόνος του, πέφτει στο σκοτάδι. Ο έρωτας προϋποθέτει την ύπαρξη του άλλου. Και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες παραμονεύει η φθορά. O χρόνος πολλές φορές ισοδυναμεί με θάνατο, όχι τόσο βιολογικό, αλλά με το μανδύα της καθημερινής φθοράς. Παντού τίθενται όρια: εγγενή των συνθηκών, του άλλου, του χρόνου. Τα όρια για το ποιητικό εγώ είναι το άλλο πρόσωπο της στέρησης, της απουσίας. Αυτά έτσι τα βλέπει το ποιητικό εγώ. Ό,τι απασχολεί την ποιήτρια πρακτικά και ως σκέψη είναι η δυσαρμονία ανάμεσα σ΄αυτό που συμβαίνει και σ΄αυτό που «παράλογα» επιθυμεί.
