Ο Ηλίας Λάγιος γεννήθηκε στην Άρτα το 1958. Σπούδασε στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάσθηκε σε τυπογραφείο, στη γκαλερί «Νέες Μορφές», στο βιβλιοπωλείο «Παρουσία», στο περιοδικό «Αντί». Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1981 με την ποιητική συλλογή «Πρόοδοι εν προόδω», που δημοσίευσε ως Αλέξης Φωκάς, ψευδώνυμο που ξαναχρησιμοποίησε και το 1984. Από το 1980 έως το 1983 εξέδωσε το περιοδικό «Ωλήν».
«Ο Λάγιος προσέφερε στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα έργο αντισυμβατικό, που διαπνέεται από τη βιωμένη ταραχή του δημιουργού του, που, η ποιητική του αντηχεί μέσα σ’ ένα μεγάλο μέρος της νεότερης γενιάς -και όχι μόνο- ποιητών». Πρόκειται για την πρώτη επισήμανση του Χρίστου Κρεμνιώτη, σε κείμενο του στην βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπία στις 19 Μαρτίου του 2010 με αφορμή την έκδοση των Απάντων του ποιητή.
«Ο Ηλίας Λάγιος» προσθέτει, «πρέπει να ιδωθεί ως ένα κομβικό σημείο της ποίησής μας. Οι αντίλαλοι των λογοτεχνικών ρευμάτων φέρονται στο εργαστήρι του ποιητή και δοκιμάζονται με την καθολική χρήση όλης της χρωματικής διασποράς του φάσματος της ελληνικής γλώσσας. Αυτή η αξιοποίηση της γλώσσας αποτελεί και τη χροιά της φωνής του
Ο Ηλίας Λάγιος, αυτός ο ιδιότροπος τυμβωρύχος -όπως θα έλεγε ο Ροΐδης- της ελληνικής, αυτοϋπονομεύεται, άλλοτε εσκεμμένα, άλλοτε γιατί εκεί τον οδηγεί ο πειραματισμός του, κάποτε από συνήθεια. Συχνά, ανάμεσα σε στίχους, οι οποίοι αποτελούν και το μεγαλύτερο σώμα ενός ποιήματος του και διασπείρουν την ατμόσφαιρά του με τα χαρακτηριστικά στην τέχνη του στοιχεία παρωδίας -κάποιες φορές βασισμένης σε απλές παρηχήσεις και ρίμες-, παρεμβάλλει στίχους αυστηρής δραματικότητας που στην ουσία τους, εντούτοις, είναι απόηχος ποιητικών φωνών, το ύφος των οποίων ο Λάγιος υιοθετεί σε αυτούς (τους στίχους), αλλά στις γεννήτρες φωνές είναι ένα και το αυτό με την ποιότητα ή, ορθότερα, με τη σύσταση του βλέμματός τους. Δηλαδή, βασική ουσία του είδους της κοινωνίας εκείνων των ποιητών-φωνών, με την ανάγκη του Ανθρώπου.
Ο Ευγένιος Αρανίτσης σκιαγραφεί το ποιητικό πορτρέτο του Ηλία Λάγιου
Αυτός ο θάνατος, που ο Λάγιος τον φανταζόταν σταυρικό και κωμικό μαζί, του έδινε τη χάρη ταραξία, σαν να λέμε κάποιου που υπήρχε έξω απ’ τους οργανωμένους ρυθμούς της ζωής, την οποία έβλεπε ως ερωμένη και αντίπαλο, σημειώνει ο Ε, Αρανίτσης στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, λίγες μέρες μετά τον θάνατο του ποιητή. Παρά το κάπνισμα, περπατούσε αδιάκοπα και δίχως να λαχανιάζει κατά μήκος αυτής της εμπόλεμης ζώνης. Σε πείσμα της αυθεντικότητας του αγκαλιάσματός του, όταν σε συναντούσε, καταλάβαινες πως μετέφερε μέσα του το αίνιγμα του θανάτου υπό μορφήν ναρκισσιστικού τραύματος. Καταλάβαινες τέλος ότι, αν τριγυρνούσε ακατάπαυστα στο χείλος αυτού του τραύματος, προσπαθώντας να το κλείσει με τα βάλσαμα του Σολωμού, η ιστορία του δεν θα είχε happy and. Διότι για την επούλωση μιας τέτοιας πληγής, που ακόμη και ο ίδιος ο Σολωμός είχε μάθει να απολυμαίνει με κολόνια, ο φίλος μου θα χρειαζόταν κάτι περισσότερο από τη γλύκα της ρίμας, κάτι που ελλόχευε στην επαφή με τη μαυρίλα της ατμόσφαιρας και το οποίο τον τραβούσε προς τον ίλιγγο μιας πτώσης από το ύψος του τρίτου ορόφου.
Ο Λάγιος, συνεχίζει ο Ευγένιος Αρανίτσης, πέθανε μη αντέχοντας το πήγαιν’-έλα μεταξύ ζωντανών και νεκρών, και τώρα πρωταγωνιστεί στην τελευταία από τις παρεξηγήσεις που ο ίδιος σκηνοθέτησε, δηλαδή ως προς το γεγονός ότι ενώ νομίζουμε ότι τον σκεφτόμαστε εμείς, είναι εκείνος που μας σκέφτεται. Το Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε δεν ισχύει εδώ. Αναμφίβολα, οι νεκροί μας, τέτοιοι νεκροί, μας σκέφτονται διαρκώς, ως επί το πλείστον με τις σκέψεις που κάνουμε εμείς, καθημερινά, δίχως πρόθεση και δίχως συνειδητή υποκειμενικότητα, όταν η τέχνη μας, φτωχή έστω, δρα σαν αναστολέας της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και μας απογειώνει. Διότι οι καλύτερες απ’ τις σκέψεις μας, απ’ τις εμπνεύσεις μας, είναι σκέψεις και εμπνεύσεις των νεκρών που φιλοξενούμε κάπου στο ηλιακό μας πλέγμα. Ακόμη και αν σήμερα αυτή η νεκρομαντική οδηγείται στον εκφυλισμό, αφού οι φωνές των νεκρών χάνουν την πρωτοτυπία τους μέσα στον ωκεανό των τηλεπαθητικών εκπομπών της τεχνολογίας, πάντως κάτι από την άβυσσο της αλήθειας που διαιωνίζει η γνώση του θανάτου εξακολουθεί να αντηχεί μέσα από τα σύμβολα της γλώσσας που εκείνοι μεταχειρίστηκαν. Ο Λάγιος ήταν τολμηρά παραστατικός χειριστής τους και δεν πρέπει να εκπλαγεί κανείς αν τον ακούσει να επιστρέφει από τον θάνατο και να αρχίσει να περιγράφει τι αντίκρισε εκεί πέρα.
Ο ποιητής Hλίας Λάγιος, επισημαίνει ο ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας, Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, βαθύς, βαθύτατος γνώστης κάθε ποιητικής έκφρασης και έκφανσης, κι ακόμα βαθύς, βαθύτατος γνώστης των παθών της ψυχής και του σώματος και του νου, ήξερε να αντλεί έμπνευση από φαινομενικά μικρά ή και ασήμαντα θέματα και να τα ανάγει σε υψηλή ποίηση. Ορισμένοι έχουν την εντύπωση ότι, εάν καταπιαστούν με τα λεγόμενα μεγάλα θέματα, θα μεγαλουργήσουν. Μέγα λάθος. Το μεγαλείο της τέχνης έγκειται ακριβώς, όπως μας έχουν δείξει μεταξύ άλλων τα άνθη των χαϊκού, στη μεταρσίωση, και στην καλλιτεχνική επεξεργασία.
