Μετράμε αντίστροφα!

Εκδήλωση για τα 80 χρόνια.

Δείτε το σχετικό video

Το «αρχοντόπουλο» της Κρήτης με μια ζωή… σαν ταινία
Στα γυρίσματα ταινίας

Γεννημένος στη πόλη που αργότερα μοναδικά κινηματογράφησε, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου του 1926, ήταν γιος του δικηγόρου και πολιτικού, Ιωσήφ Κούνδουρου, με ρίζες από την Κρήτη, που λάτρευε και θεωρούσε πατρίδα του, αφού εκεί τον μετέφεραν τυλιγμένο σε μία πάνα για να γραφτεί στα δημοτολόγια του Αγίου Νικολάου της Κρήτης.

«Με δεκάδες διακρίσεις και βραβεία», έγραφε ο Γ. Τούλας, «με απίστευτη διαύγεια πνεύματος μέχρι τα 91 του και καίριες παρεμβάσεις στα ζητήματα της ελληνικής ζωής και του πολιτισμού, με μια ζωή χορτάτη και μυθική από παρέες, έργο και δημιουργία πίσω του, ο μέγιστος Νίκος Κούνδουρος, ένας πατριάρχης του ελληνικού πολιτισμού θα είναι εδώ πάντα χάρη στις αθάνατες εικόνες του…».

«Η γέννησή μου -έλεγε ο ίδιος σε συνέντευξη του στον Αντώνη Μποσκοΐτη- είναι λίγο τρελή, γιατί η μάνα μου είχε δύσκολη γέννα και ο πατέρας μου την έφερε από τον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης στην Αθήνα για να γεννήσει σε ένα νοσοκομείο πολυτελείας. Εκεί γεννήθηκα, μέσα στον κόσμο των Ανακτόρων, αλλά ο πατέρας μου, Κρητικός μέσα από την ψυχή του ολόκληρη, δεν το δέχτηκε αυτό!

Με πήρε τυλιγμένο σε μία πάνα και με έφερε πίσω στον Άγιο Νικόλαο, όπου και ενεγράφην στο Μητρώο Αρρένων του Ιανουαρίου του 1927. Ενώ, δηλαδή, έχω γεννηθεί στις 15 Δεκεμβρίου του 1926, οι ημερομηνίες γέννησής μου είναι δύο: μία βιολογική και μία γραφειοκρατική».

Στρατιώτης

Το αρχοντόπουλο

Ο Ιωσήφ Κούνδουρος υπήρξε δεινός ρήτορας, σημαντικός πολιτικός που διετέλεσε και υπουργός στην Κυβέρνηση Βενιζέλου. «Άλλωστε, η πρώτη επαφή του Νίκου με ένα κράτος εχθρικό ήταν όταν έζησε από νέος τη δίωξη του πατέρα του από το καθεστώς Μεταξά», λέει στη Μαρία Καραμητσοπούλου.

«Εγώ τότε ήμουν 16 ετών -ανάφερε στην ίδια συνέντευξη για τον πατέρα του- και θυμάμαι απολύτως τον θάνατό του ως κάτι συνταρακτικό. Ήμασταν και τρία αδέρφια: ο Ρούσσος πρώτος, που έγινε ντοκιμαντερίστας, εγώ μετά και τελευταίος ο Γιώργος, ένας τύπος μπον-βιβέρ.

Η μητέρα μας ήταν επίσης κόρη εισαγγελέα, του Γιαμαλάκη, βαρύγδουπο όνομα για την Κρήτη την εποχή εκείνη! Έτσι, βρέθηκα να μεγαλώνω, κατά κάποιον τρόπο, σαν αρχοντόπουλο».

Σκληρές μνήμες

Η ζωή του όμως δεν ήταν -όπως σημειώνει το parallaximag.gr- πάντα ρόδινη. Οι σκληρές μνήμες της Κατοχής, των Δεκεμβριανών, της τρίχρονης εξορίας στη Μακρόνησο, τον σημάδεψαν.

Οι σπουδαίες φιλίες του με την πρωτοπορία του καιρού του, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Μίκη, η αυτοεξορία στο Παρίσι, τα χρόνια της Χούντας που περιπλανήθηκε στη Ευρώπη, η προσμονή να δει ξανά την Κρήτη.

Μεγάλωσε στην Αθήνα μέσα -αναφέρεται στον ιστότοπο Εν ολίγοις- σε μία φαμίλια κυνηγημένη από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Από τις πιο παλιές αναμνήσεις του εκείνη την περίοδο, είναι το σπίτι τους κυκλωμένο από χωροφύλακες, ο πατέρας του εξόριστος, η μάνα του με τα τρία παιδιά της και η αγωνία όλων τους για τη μοίρα του πατέρα.

Δεκαέξι χρονών εντάχτηκε στις τάξεις του ΕΑΜ. Πολέμησε, τραυματίστηκε έχοντας τρεις σφαίρες στο κορμί του από τον φοβερό Δεκέμβρη του ’44, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε δύο φορές σε εξορία.

Ένα άγριο περιστατικό της νεανικής του ηλικίας, μια πράξη εξέγερσης θα σημαδέψει τη μετέπειτα ζωή του. Το περιστατικό αυτό ήταν η αρχή μιας περιπέτειας που θα τελειώσει τέσσερα χρόνια αργότερα με ένα «απολυτήριο» από τη Μακρόνησο στο χέρι.

«Δεν βασανίστηκα, γιατί είχα μπει με μέσο»

«Μολονότι αστικής καταγωγής -κι αυτό ήταν κάτι που πάντοτε έλεγε ο Κούνδουρος, όπως, για παράδειγμα, σε κάθε αναφορά του στη Μακρόνησο- εγώ εκεί δεν βασανίστηκα, γιατί είχα μπει με μέσο». Απορούσε με τον εαυτό του, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Πώς βγάζω από μέσα μου μία ορμή κτήνους που με κάνει να θέλω να χτυπήσω!».

Κι αυτό συνέβαινε γιατί τον ενοχλούσε βαθιά η αδικία, ήταν κάτι που τον έκανε, κυριολεκτικά, «ταύρο». Δεν είναι τυχαίο που η σύζυγος του Αργυράκη τον αποκαλούσε «Νικόταυρο».

Με τον Μάνο

«Μοδίστρα θα σε κάνω;»

«Όσο ζούσε, βέβαια, ο πατέρας του Νίκου, δεν τον άφηνε να γίνει ζωγράφος. Ούτε γι’ αστείο δεν ήθελε να μπει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Μοδίστρα θα σε κάνω;», αποκαλύπτει η σύζυγός του, Σωτηρία Ματζίρη.

«Ο μεγαλύτερος αδελφός του Νίκου, ο Ρούσσος Κούνδουρος, υποχρεώθηκε να σπουδάσει νομικά και να γίνει δικηγόρος, όπως και ο πατέρας τους. Ανάλογη τύχη ίσως θα είχε και ο Νίκος. Έτσι, μόλις ο πατέρας πέθανε το ’42, όλοι έκαναν αυτό που θέλανε.

Ο Ρούσσος γράφτηκε στην Ιατρική (πρωτοπόρος της ελεύθερης ραδιοφωνίας, έπειτα ασχολήθηκε επίσης με τη σκηνοθεσία) και ο Νίκος γράφτηκε στην Καλών Τεχνών.

Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας από την οποία και αποφοίτησε το 1948.

Ζωγραφίζοντας στον Άγιο Νικόλαο

Στο σινεμά

Στα 28 του χρόνια, αποφάσισε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως σκηνοθέτης με τη «Μαγική Πόλη» (1954), όπου συνδύασε τις επιρροές του από τον νεορεαλισμό με την εικαστική του ματιά.

Με το σύνθετο και πρωτοποριακό έργο «Ο Δράκος» (1956), ο Νίκος Κούνδουρος καθιερώθηκε. Ακολούθησαν «Οι παράνομοι» (1958), «Το ποτάμι» (1959), «Μικρές Αφροδίτες» (1963), «Το πρόσωπο της Μέδουσας» (1967), «Τα τραγούδια της φωτιάς» (1974), «1922» (1978) κ.ά.

Ο Νίκος Κούνδουρος είχε αντιπροσωπεύσει τον ελληνικό κινηματογράφο πολλές φορές στο εξωτερικό, όπως στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας το 1953 και το 1956, στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1958, το 1963 και το 1967.

Επίσης, είχε τιμηθεί με το πρώτο βραβείο σκηνοθεσίας στα Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Βερολίνου το 1963, για την ταινία «Μικρές Αφροδίτες», καθώς και για την ταινία του «Το ποτάμι» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1959. Ειδικότερα, για την ταινία «Μικρές Αφροδίτες» τιμήθηκε και με το βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου.

Η ταινία του «Ο Δράκος» χαρακτηρίστηκε ως η καλύτερη ελληνική ταινία στη δεκαετία του 1950-1960. Τόσο η ελληνική όσο και η γαλλική και αγγλική τηλεόραση έχουν προβάλει πολλές φορές ταινίες του Έλληνα σκηνοθέτη, ενώ αντίγραφα πολλών ταινιών του βρίσκονται στο Ευρωπαϊκό Μουσείο Κινηματογράφου, στη Γαλλική Ταινιοθήκη, καθώς και στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Με τη σύζυγό του Σωτηρία

Με τον Βέγγο στην εξορία και στη… σκηνοθεσία

Ο Κούνδουρος είχε ζητήσει να τον αφήσουν σε ένα βουνό, μακριά από τους επιτηρητές του. Ο Θανάσης Βέγγος πηγαινοερχόταν κάθε μέρα από το στρατόπεδο στο βουνό για να του πηγαίνει φαγητό.

Να πώς αφηγείται ο ίδιος ο σκηνοθέτης την αρχή της γνωριμίας του με τον Βέγγο. «Τα κιβώτια του μπακαλιάρου τα έχει βουτήξει ο Βέγγος αγκαλιά, τα πετάει χάμω και μου λέει «σύντροφε», λέω «τι συμβαίνει;», μου λέει «μην κοιμάσαι εδώ πέρα τη νύχτα, θα πάθεις ζημιά».

Και του λέω: «Τι σε νοιάζει εσένα;». Δεν απάντησε. Αρχίζει με ένα σκεπάρνι και κάνει, κάνει, και φτιάχνει ένα κρεβάτι με τα ξύλα από τα κιβώτια του μπακαλιάρου. Μου λέει: «Εδώ θα κοιμάσαι, όχι στο χώμα». «Τι σε νοιάζει εσένα, σύντροφε;» του απάντησα, ήταν και άσχημος − και τώρα άσχημος είναι. Λέει: «Δεν θα κοιμηθείς στο χώμα».

Μάλιστα, ο Νίκος Κούνδουρος ήταν εκείνος που ξεχώρισε το υποκριτικό ταλέντο του, και κάπως έτσι ο Θανάσης Βέγγος ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο, με τον πρώτο ρόλο του να είναι στη «Μαγική Πόλη», την πρώτη ταινία του Κούνδουρου.

Έφτιαξε το πρώτο θέατρο της Μακρονήσου από πέτρες, τούβλα και χώμα.

«Χωρίς να το πολυθέλω, θυμόταν, γλίστρησα στη σκηνοθεσία θεάτρου».

  • Στη Μακρόνησο, γνώρισα πάρα πολύ κόσμο. Ανήκα σε μια επίλεκτη ομάδα διανοούμενων αντιφρονούντων. Μεταξύ αυτών και ο Άρης Αλεξάνδρου, ο ποιητής.

Επειδή πηγαινοερχόμουν στην Αθήνα για να πάρω τούβλα, κεραμίδια και υλικά, μου λέει μια μέρα ο Αλεξάνδρου: «Ψάξε, σε παρακαλώ, να βρεις τη μάνα μου και να της πας αυτό το γράμμα».

Αυτός ήταν ο πυρήνας της κινηματογραφικής μου σταδιοδρομίας, γιατί, ψάχνοντας τη μαμά του Αλεξάνδρου, βρέθηκα στο Δουργούτι, σε έναν πραγματικά άθλιο συνοικισμό προσφύγων από παράγκες με τενεκέδες για σκεπή.

Τους αγάπησα και με αγάπησαν κι όταν ξεκαθάρισαν μέσα μου τα πράγματα, είπα: «Θα κάνω μια ταινία για να καταγράψω αυτό τον κόσμο της απόλυτης φτώχειας». Μου ήταν εντελώς άγνωστος ο κόσμος αυτός».

Το σπίτι που έμειναν οι Beatles

Μπορεί να το κατοίκησαν για μικρά διαστήματα οι Beatles, η Σοράγια, ο Αντονιόνι. Μπορεί να γυρίστηκε εκεί το δικό του “Vortex”, αλλά και η «Νεράιδα και το Παλικάρι» του Ντίνου Δημόπουλου (με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ), στη δεκαετία του ΄60.

Όμως, δεν είναι αυτός ο λόγος που μνημονεύουμε το «καστρομονάστηρο», όπως ο ίδιος αποκαλούσε το σπίτι του έξω από τον Άγιο Νικόλαο, στον δρόμο προς Ελούντα. Εκεί, κρεμασμένη σε έναν βράχο, ήταν η κατοικία που κτίστηκε με πολύ προσωπική εργασία του ιδιοκτήτη της, Νίκου Κούνδουρου, σε σχέδια δικά του και του σημαντικού αρχιτέκτονα Γιώργου Θεοδοσόπουλου, το 1963-64, πάνω σε ένα απομεινάρι πέτρινο, βυζαντινό. Την περίοδο της αυτοεξορίας του (1967-1974), την ευθύνη είχε διαχειριστής που το ενοικίαζε σε διάσημους επισκέπτες.

«…Βρήκα τη θέση στην πλαγιά ενός λόφου που έβγαζε στη θάλασσα. Απέναντι τα βουνά έκλειναν τον ορίζοντα και ανάμεσα στα βουνά και στο κτήμα απλωνόταν μια απέραντη θάλασσα.

Το περίφημο σπίτι που έμειναν οι Beatles και γυρίστηκαν πολλές ταινίες

Η ιδέα ενός σπιτιού που θα το έχτιζα εγώ έτσι όπως θα το ήθελα με ενθουσίαζε. Έτσι άρχισα το χτίσιμο και μια περίεργη ελευθερία στο μυαλό όριζε τα πάντα. Δεν είχα μέτρο, οι τοίχοι από μόνοι τους ορίζανε το σχέδιο, και ο ένας τοίχος ακούμπαγε πάνω στον άλλον και η μια γωνία συμπλήρωνε την άλλη και το κέφι διαμόρφωνε τους όγκους χωρίς μέτρο.

Σιγά-σιγά η μορφή ενός τεράστιου χώρου κυριαρχούσε στην κορυφή ενός βράχου. (…) Όλα έπαιρναν μια μορφή σαν να πρωτογεννήθηκαν εκεί. Το σπίτι έγινε και δεν έμοιαζε με σπίτι, με κάτι άλλο έμοιαζε, κάτι σαν μοναστήρι, έτοιμο να υποδεχτεί τη μυστική ζωή κάποιων ανθρώπων που το κατοίκησαν στη διάρκεια των χρόνων (…)

Η Σοράγια, οι Μπητλς, ο Αντονιόνι και ο Ινδός δάσκαλος Ράνζις και τόσοι άλλοι περαστικοί συντηρούσαν και αυτοί τον εξόριστο ιδιοκτήτη στα κατοπινά χρόνια, στη μεγάλη περιπέτεια που ξεκίνησε από ένα δωμάτιο στη Ρώμη και έπειτα στο Παρίσι, στο Λονδίνο και πάλι στη Ρώμη και πάλι στο Παρίσι».

Το 2007, ο σκηνοθέτης, για οικονομικούς λόγους, αναγκάστηκε να το πουλήσει.

Ο Νίκος Κούνδουρος είχε κάνει ένα γάμο. Το 1980, παντρεύτηκε τη δημοσιογράφο, θεατρική κριτικό και μεταφράστρια, Σωτηρία Ματζίρη. Απέκτησε δύο παιδιά, τον Σήφη και τη Διαλεχτή.

Συνέλλεγε πορτραίτα του Αντώνη Ξυλούρη, με σκοπό να εκδώσει το 2020 ένα βιβλίο με τον προσωρινό τίτλο: «Πινακοθήκη Ψαραντώνη».

Δεν πρόλαβε. Έφυγε στις 22 Φεβρουαρίου του 2017 σε ηλικία 91 ετών.

«Δεν είναι εύκολο -έλεγε- να ζει ο άνθρωπος ως τα 90 του… Θα δεις. Ο Καμπανέλλης έφυγε σχεδόν συνομήλικός μου, ο Χατζιδάκις έφυγε νέος σχετικά, όλοι φύγανε πριν από μένα. Κι αυτό, πίστεψέ με, είναι βαθύτατα στενόχωρο και πάρα πολύ μελαγχολικό».

«Ο άνθρωπος της ζωής μου ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις»

Με τον Μάνο Χατζηδάκι τον έδενε μια μεγάλη φιλία που «έδεσε» και με συνεργασίες για ταινίες του Κούνδουρου.

Ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε μουσική για τέσσερις ταινίες του επιστήθιου φίλου του Νίκου Κούνδουρου: «Μαγική Πόλις» (1955), «Ο δράκος» (1956), «Το Ποτάμι» (1959) για το οποίο κέρδισε Βραβείο Μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα» (1947) που ο Μάνος Χατζιδάκις του αφιέρωσε.

«Ακούγεται κοινοτοπία έλεγε -στη συνέντευξη του- να λες “ο άνθρωπος της ζωής μου ήταν ο τάδε”, αλλά για μένα, ναι, ο άνθρωπος της ζωής μου ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις.

Η μάνα του ήταν φίλη με τη μάνα μου, πίνανε τα καφεδάκια τους.

Μια μέρα, λέει η κυρία Αλίκη: “Να σου γνωρίσω τον γιο μου”. Κι έτσι γνώρισα τον Μάνο. Άκου τώρα ιστορία: ήμουν απ’ τους ανθρώπους που κράταγαν το φέρετρο του Χατζιδάκι. Το διανοείσαι; Είναι πολύ σκληρό έπειτα από μια κοινή πορεία τόσων χρόνων…

Ο Χατζιδάκις ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά δεν το έδειχνε εκείνα τα χρόνια, έχει σημασία αυτό. Εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα και από κουτσομπολιά μόνο μάθαινα ότι ήταν αυτό που ήταν.

Η αφίσα της σημαντικής ταινίας «Δράκος»

Έκανα πως δεν ήξερα μέχρι το τέλος της ζωής του. Ήταν και ήμουν διακριτικός. Τον προστάτευα, όμως, στον δρόμο, όταν περπατούσαμε και δεχόταν πειράγματα ρατσιστικά του στυλ “ψιτ, εσύ καλέ” και τέτοια.

Ο Χατζιδάκις δεν συμπαθούσε καθόλου το μπουζούκι. “Θες να σε πάω κάπου, Μάνο, να δεις έναν άλλο κόσμο;”, τον ρωτάω ένα βράδυ. Και τον πήγα σε μια τρύπα στην Ομόνοια, εκεί όπου έπαιζε ο Μάρκος Βαμβακάρης και γνωρίστηκαν.

Θυμάμαι, μάλιστα, ότι και ο Βαμβακάρης, σαν είδε τους μάγκες έτοιμους να πειράξουν τον ευαίσθητο Χατζιδάκι, τράβηξε μια καρέκλα, τον φώναξε κοντά του και του είπε: “Εσύ εδώ θα κάθεσαι, νεαρέ, δίπλα μου!”. Μετά την εμπειρία αυτή, ο επίσης αστός Χατζιδάκις γνώρισε τον κόσμο του ρεμπέτικου και συνέθεσε την περίφημη ομιλία του στο Θέατρο Τέχνης.

Θυμάμαι με συγκίνηση ένα άλλο περιστατικό. Ήμουν χτυπημένος για τα πολιτικά, πάλι στο νοσοκομείο. Ήρθε να με δει ο Χατζιδάκις. Πήγα να του μιλήσω ξεψυχισμένα κι έπαθα αιμόπτυση. Κι εκείνος, νομίζοντας ότι θα πεθάνω, έσκυψε και με φίλησε στο στόμα! Για μένα γράφτηκε το πιανιστικό έργο, «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα».

Πηγαίναμε τότε για μπάνια στο Φάληρο όλοι οι φίλοι, αλλά μια μέρα δεν ήρθε ο Μάνος. Γυρνώντας, μπαίνω στο Θέατρο Τέχνης και στο τέλος του διαδρόμου τον βλέπω σε μια γωνιά να παίζει πιάνο. Τότε είχαμε ανακαλύψει τον Ευγένιο Ο’Νιλ και είχαμε πάθει την πλάκα μας. Σκεφτόμασταν και λειτουργούσαμε ποιητικά.

Χωρίς να κάνω θόρυβο, λοιπόν, του αφήνω πάνω στο πιάνο μια μικρή, λευκή αχιβάδα. “Μνήμη της θάλασσας, Μάνο μου, που δεν ήρθες” του λέω. Έτσι, βαφτίστηκε και το νέο έργο του! Ο Χατζιδάκις με αγάπησε και τον αγάπησα με αφοσίωση, οι ομοφυλοφιλίες μπήκαν στην άκρη, αφού ο ίδιος είχε μια σεμνότητα περίεργη.

Πέραν των προηγούμενων, ο Χατζιδάκις ήταν ο μουσικός μου. Έγραψε μουσική για την “ασπρόμαυρη” περίοδό μου, στη “Μαγική Πόλη”, στον “Δράκο”, στους “Παράνομους” και στο “Ποτάμι”. Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ άλλον συνθέτη για συνεργάτη μου. Εγώ, δε, ήμουνα μούργος, καμία σχέση με τη μουσική.

Κάποτε που μπήκα στο Αμερικανικό Προξενείο, πήρε το μάτι μου μια κούτα με δίσκους βινυλίων. Τους έκλεψα διακριτικά έναν-έναν και τους χάρισα στον Χατζιδάκι. Μιλάμε για τη σύγχρονη μουσική του καιρού εκείνου, που δεν είχαμε ιδέα εμείς εδώ. Τι να ξέραμε από Κόπλαντ και Σοστακόβιτς;»