Τα τραγούδια του όχι μόνο έγραψαν ιστορία στην 60χρονη διαδρομή του, αλλά χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους ως νέα πρόταση και τομή για τη μέχρι τότε ελληνική μουσική πραγματικότητα. Ο Γιάννης Μαρκόπουλος άφησε πίσω του ένα έργο που ξεπέρασε τα όρια του τραγουδιού και επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη ελληνική μουσική.
Με το μουσικό του κίνημα «Επιστροφή στις Ρίζες», δημιούργησε δική του σχολή στην ελληνική μουσική, ενώ τα συμφωνικά του έργα όπου συναντώνται τα ελληνικά παραδοσιακά όργανα -όπως η λύρα και το σαντούρι- με εκείνα της συμφωνικής ορχήστρας, αποτέλεσαν νέα πρόταση και τομή για την ελληνική μουσική πραγματικότητα.
Ο ίδιος εξηγούσε ότι η «επιστροφή στις ρίζες» δεν σήμαινε «παραδοσιολαγνεία, συντήρηση ή οπισθοδρόμηση», αλλά «δυναμική πορεία προς το μέλλον». Η παράδοση, κατά τον Μαρκόπουλο, αποτελούσε αφετηρία για νέα δημιουργία και όχι καταφύγιο νοσταλγίας.
Με περισσότερες από έξι δεκαετίες αδιάκοπης δημιουργίας, κατάφερε να συνδυάσει τη λαϊκή παράδοση, τη συμφωνική μουσική και τις σύγχρονες αναζητήσεις σε μια μοναδική καλλιτεχνική πρόταση.
Τραγούδια που όρισαν μια εποχή και ακούστηκαν από τα χείλη όλων μας, «Οι Οχτροί», «Τα Λόγια και τα Χρόνια», «Χίλια Μύρια Κύματα», «Μαλαματένια Λόγια», «Λένγκω», «Κάτω στης Μαργαρίτας τ’ Αλωνάκι», «Ζάβαρα κάτρα νέμια», «Παραπονεμένα Λόγια», «Το καφενείον Η Ελλάς», «Μιλώ για τα παιδιά μου».
Τα τραγούδια που ερμήνευσαν μεγάλες φωνές, όπως ο Νίκος Ξυλούρης, η Μαρία Δημητριάδη, ο Γιώργος Νταλάρας, η Βίκυ Μοσχολιού, η Χάρις Αλεξίου, ο Λάκης Χαλκιάς, ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης, η σύζυγος του συνθέτη, τραγουδίστρια Βασιλική Λαβίνα.
Στο Ηράκλειο και την Ιεράπετρα
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1939 στο Ηράκλειο. Πατέρας του ήταν ο δικηγόρος Γιώργος Μαρκόπουλος, πρώην νομάρχης Λασιθίου και μητέρα του, η σφακιανής καταγωγής Ειρήνη Αεράκη. Γόνοι και οι δύο παλαιών κρητικών οικογενειών.
«Ο πατέρας μου με ενημέρωσε -τόνιζε σε συνέντευξή του στον Στέλιο Παρασκευόπουλο- πως οι Μαρκόπουλοι είναι παλαιά οικογένεια. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μετοίκησαν στα Ιόνια νησιά -κυρίως Κεφαλλονιά και Ζάκυνθο- καθώς και στην Καλαμάτα και έπειτα κυρίως στο Ηράκλειο Κρήτης, όπου και ο πρόγονος μας, Θωμάς Μαρκόπουλος, ήταν συνεργάτης του αδελφού του ζωγράφου Θεοτοκόπουλου, του Μανούσου, σε θέματα διανομής προϊόντων».
Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Ιεράπετρα. Στο ωδείο της πόλης, σε ηλικία οκτώ ετών μαθαίνει βιολί και στην τοπική μπάντα της Ιεράπετρας, κλαρίνο. Το παραδοσιακό στοιχείο της Κρήτης, σε συνδυασμό με τη συμφωνική μουσική που ακούει από το ραδιόφωνο εκείνη την εποχή, καθώς επίσης και η μουσική της κοντινής Αιγύπτου, ήταν τα πρώτα και αποφασιστικής σημασίας ακούσματά του.
«Γεννήθηκα -εξιστορούσε ο ίδιος στη LIFO τον Σεπτέμβριο του 2015- στις 18 Μαρτίου του 1939, στην Κλινική του Ιερωνυμάκη στο Ηράκλειο. Τώρα η Κλινική αυτή έχει γίνει περίφημο Ωδείο, και μάλιστα πάνω από το πιάνο υπάρχει η φωτογραφία μου, εκεί μέσα, δηλαδή, που με γέννησε η μάνα μου.
Η οικογένεια των Μαρκόπουλων καταγόταν από την Ιεράπετρα. Εγώ ψηφίζω ακόμη στην Ιεράπετρα. Εκεί μεγάλωσα μέχρι τα 17 μου χρόνια που ήρθα στην Αθήνα. Η γενέτειρά μου χωριζόταν στα δύο: στην Κάτω Μερά και στην Πάνω Μερά.
Στην Κάτω ήταν οι πρόσφυγες, οι ψαράδες, ενώ στην Πάνω ήταν η διοίκηση, οι προύχοντες ας πούμε. Έχω άλλα τρία αδέρφια -εγώ είμαι ο μεγαλύτερος- και θυμάμαι ότι μου άρεσε να ακούω τα τραγούδια των λαϊκών ανθρώπων και των βαρκάρηδων της Κάτω Μεράς. Μέχρι σήμερα που είμαι 76 ετών, δεν έχω αλλάξει καθόλου.
Ήμασταν αστικό σπίτι. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος και είχε διατελέσει νομάρχης σε πολλά μέρη στην Ελλάδα. Η μητέρα μου έπιανε την κιθάρα και τραγουδούσε. Στην Κατοχή σχετίζονταν με τους Κούνδουρους, τη μεγάλη και γνωστή οικογένεια που μεταφέρθηκε στον Άγιο Νικόλαο.
Ο Νίκος Κούνδουρος είναι μακρινός συγγενής μου, εκτός από συνεργάτης μου, αλλά και αυτός που με παρέλαβε κυριολεκτικά από το πλοίο της γραμμής, όταν έφτασα στην πρωτεύουσα».
Το ενδιαφέρον του για τη δισκογραφία κινήθηκε από μικρό παιδί. Μάλιστα, στη συνέντευξή του καταθέτει μια αστεία ιστορία: «Στην Ιεράπετρα, κοντά στο σπίτι μας, υπήρχε μια λίμνη όπου τις νύχτες οι βάτραχοι έστηναν χορό με τις φωνές τους.
Συγκλονιζόμουν απ’ το ακρόαμα κι η μάνα μου νόμιζε πως έπρεπε να με δει γιατρός. Εγώ, όμως, ευχόμουν να γινόταν ένας δίσκος με όλο αυτό, ώστε να εμπνέονταν οι συνθέτες μας από την ίδια τη φύση.
Στην Ιεράπετρα, επίσης, είχε έρθει ο Τζάσα Χάιβετζ, αυτός ο μέγιστος βιολιστής, κι έπαιξε το Κονσέρτο σε Λα Ματζόρε του Μότσαρτ σε ζωντανή μετάδοση από το ραδιόφωνο.
Άκουσα το κονσέρτο αυτό από ένα ραδιόφωνο που υπήρχε στημένο σε ανοιχτό μαγαζί της αγοράς. Γυρίζω σπίτι και κατευθείαν λιποθυμάω! Τρέχει η μάνα μου: “Τι έπαθε το παιδί, τι του κάνανε, τι άκουσε;”, αλλά τελικά ανακάλυψαν τι είχα ακούσει, και μάλιστα μου το αγόρασαν σε δίσκο από το Ηράκλειο (γέλια)».
Η επιβολή της δικτατορίας τον οδήγησε για σπουδές στο Λονδίνο, όπου διεύρυνε τη δημιουργική του σκέψη, ερχόμενος σε επαφή με τις πρωτοποριακές τάσεις της ευρωπαϊκής μουσικής. Το 1969 επέστρεψε στην Ελλάδα, με σκοπό την αντίσταση κατά της δικτατορίας μέσω του έργου του. Με την άφιξή του διατύπωσε με σαφήνεια το καλλιτεχνικό του όραμα, γνωστό ως «Επιστροφή στις ρίζες».
Η συναυλία της Κρητών Φοιτητών που εξελίχθηκε σε αντιχουντική εκδήλωση
«Σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας -σημειώνει ο Αλέξανδρος Ζώτος στο βιβλίο του «Γιάννης Μαρκόπουλος-Ένας ζωντανός θρύλος της Ελλάδας»- το μουσικό έργο του συνδέθηκε με το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα. Η μπουάτ «Στούντιο Λήδρα» έγινε χώρος που εξέπεμπε μηνύματα ελευθερίας, μια νησίδα μουσικής και πνευματικής αντίστασης.
Η Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων -της οποίας ο Γιάννης Μαρκόπουλος ήταν μέλος- και οι εθνοτοπικοί σπουδαστικοί σύλλογοι πραγματοποιούσαν εκεί παραστάσεις. Οι συναυλίες του, που διοργάνωνε με χίλιες δυο δυσκολίες και πάντα κάτω από την ασφυκτική παρακολούθηση των Αρχών Ασφαλείας, κατέληγαν σε δημόσιες αντιδικτατορικές εκδηλώσεις.
Κορυφαία αυτών η συναυλία της 15ης Μαΐου 1972 στο γήπεδο του Σπόρτινγκ, που διοργανώθηκε από τη Φοιτητική Ένωση Κρητών και εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη μέχρι τη στιγμή εκείνη αντιχουντική εκδήλωση στην Αθήνα, γεγονός ορόσημο στην πορεία ανάπτυξης του φοιτητικού κινήματος.
Τις μέρες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος ήταν εκεί, έπαιξε πιάνο και τραγούδησε ανάμεσα σε άλλα το «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί», σε στίχους του Γιώργου Σκούρτη και το «Παπαντόπ, Ντοπ, Ντοπ» σε στίχους του Μήτσου Κασόλα, που σατίριζαν τον δικτάτορα. Επίσης, σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας αντιπάλεψε ανοιχτά τη λογοκρισία με δημόσιες επιστολές-διαμαρτυρίες, αλλά και με συνεντεύξεις του στον Τύπο της εποχής».
Η «Ξαστεριά»
Στις 17 Ιουνίου 1971, στην αντιστασιακή εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα», που εκδιδόταν στη Ρώμη, δημοσιεύτηκε η είδηση με τίτλο «Έργα του Μαρκόπουλου στην Πλάκα»:
«Οι αστραπές που σχίζουν το φασιστικό σκοτάδι όλο και πληθαίνουν. Μια σημαντική δουλειά -και ίσως από τις τολμηρότερες που έγιναν μέχρι σήμερα φανερά- είναι η παρουσίαση έργων του συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλου στη «μπουάτ» Λήδρα, στην Πλάκα.
Ο Κρητικός λυράρης και τραγουδιστής Νίκος Ξυλούρης, τρεις νέες τραγουδίστριες και ο Σ. Πασπαράκης ερμηνεύουν το “Χρονικό”, τραγούδια από τη “Θητεία” και πέντε κρητικά “ριζίτικα” τραγούδια, διασκευασμένα από τον συνθέτη. Κορυφαία στιγμή, το γνωστό ριζίτικο “Πότε θα κάνει ξαστεριά”, με το οποίο τελειώνει η βραδιά. Όλοι οι θεατές το τραγουδάνε όρθιοι μαζί με τον Ξυλούρη.
Η “Ξαστεριά” είχε γίνει το θούριο των μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων μετά το βασιλικό πραξικόπημα το καλοκαίρι του 1965. Κατά την εκτέλεση των έργων του Μαρκόπουλου, παρεμβάλλονται σκετς με τα οποία σατιρίζεται η χουντική επικαιρότης».
Ο γρίφος του «Ζαβαρακατρανέμια»
Όπως είχε πει, τα «ζάβαρα» είναι τα λάβαρα, το «κάτρα» είναι τα μαύρα και το «νέμια» είναι το ανέμισαν. Μαύρα λάβαρα ανέμισαν, δηλαδή! Επιπλέον, το «λάμα» είναι το μαχαίρι και το «ίλεως» είναι το έλεος!
Η κρητική μουσική
Ο Μαρκόπουλος -με το έργο του- ανέδειξε την παραδοσιακή κρητική μουσική, διασκευάζοντας παλιά λαϊκά τραγούδια της Κρήτης. Χαρακτηριστικότερο δείγμα ο δίσκος «Ριζίτικα», που απέσπασε διεθνή βραβεία.
«Το ενδιαφέρον είναι -σημειώνει η Μαρία Καπαράκη- ότι ο Μαρκόπουλος αξιοποίησε στοιχεία της λαϊκής παράδοσης με έναν τρόπο, καθόλου μουσειακό, αλλά ζωντανό και ανανεωτικό, για να μιλήσει για τα σύγχρονα ζητήματα της εποχής. Ταυτόχρονα, ανέδειξε την ελληνική μουσική κληρονομιά, όχι για να προωθήσει εθνικό-πατριωτικά ιδεώδη, αλλά κυρίως για να μιλήσει για το δίκιο των καταπιεσμένων και τον αγώνα τους για ελευθερία».
«Το “Πότε θα κάνει ξαστεριά” περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ριζίτικα”. Αυτά είναι επαναστατικά τραγούδια τα οποία γεννήθηκαν στη δυτική Κρήτη… Μου άρεσαν πάρα πολύ τα τραγούδια αυτά. Τα τραγουδούσα από μικρός και πίστευα ότι αυτή η δυναμική την οποία φέρουν μέσα τους και η άποψη της ελευθερίας την οποία καταθέτουν, θα μπορούσε να τα κάνει αγαπητά», έλεγε ο ίδιος.
Τα εγχώρια και τοπικά στοιχεία στο έργο του Μαρκόπουλου χρησιμοποιήθηκαν για να αναδειχτεί κάτι πιο μεγάλο, οικουμενικό και καθολικό. Άλλωστε, ο ίδιος πίστευε ότι «το τραγούδι, αν είναι γνήσιο και αληθινό, γίνεται από ιθαγενές αυτόματα και διεθνές», καθώς επίσης και ότι «Ρίζες σημαίνει η εύρεση της χαμένης ταυτότητας, όχι μόνο του Έλληνα, αλλά του ανθρώπου. Ρίζες σημαίνει η πιο προοδευτική και μοντέρνα θέση. Ρίζες σημαίνει άνοιγμα στο μέλλον, με βάση την ισότητα, την ελευθερία και τη συντροφικότητα».
Συνολικά, στις συνθέσεις του Γιάννη Μαρκόπουλου -από τη συμφωνική μουσική, το λαϊκό ή το ρεμπέτικο, και από τα ριζίτικα μέχρι το ροκ- οι ενορχηστρώσεις υπήρξαν σαφώς πρωτοποριακές, άφησαν το στίγμα τους και άνοιξαν νέους μουσικούς δρόμους στην ελληνική δισκογραφία.
Όταν αρνήθηκε την Μαρία Κάλλας για τον Ξυλούρη
Τα τραγούδια του τα ερμήνευσαν οι μεγαλύτεροι Έλληνες τραγουδιστές και οι δικές του «ανακαλύψεις» ήταν ο Ξυλούρης, ο Γαργανουράκης, όπως και η Μαρία Δημητριάδη.
«Επέλεγα -έλεγε στην ίδια συνέντευξη- τους ερμηνευτές μου μέχρι εκεί που μπορούσα κι όποτε παρενέβαινε η εταιρεία, απλώς έφευγα. Τον Γιώργο Νταλάρα, ας πούμε, δεν μου τον επέβαλε ο Μάτσας.
Ο Γιώργος ήρθε σ’ εμένα κι εγώ πήγα σ’ αυτόν. Επρόκειτο, μάλιστα, να τραγουδήσει στο “Χρονικό” με τη Δημητριάδη, αλλά εγώ ήθελα για εκείνα τα τραγούδια τον Ξυλούρη.
Πάντα με ενδιέφεραν οι καινούργιες φωνές, γι’ αυτό και συνεργαζόμουν με νέους ανθρώπους που έρχονταν να δουλέψουν μαζί μου, από τη Μέμη Σπυράτου μέχρι τον Παύλο Σιδηρόπουλο ή τη Γιούλη Τσίρου, που είχε τραγουδήσει στο ‘Σεργιάνι στον κόσμο” με τον Νταλάρα. Στη “Λήδρα” επίσης περιστοιχιζόμουν από καινούργια πρόσωπα.
Για ένα φεγγάρι, είχα πιανίστα τη Λένα Πλάτωνος, που μετά έγινε καλή συνθέτρια. Ίσως, δε, γνωρίζετε πως η Μαρία Κάλλας προτίθετο να τραγουδήσει τον κύκλο “Ο Στράτης ο Θαλασσινός και άλλα τραγούδια” κι εγώ αρνήθηκα, γιατί πάλι ήθελα να τα πει ο Ξυλούρης.
Είχαν φτάσει τα τραγούδια στα χέρια της από κασέτα εν μέσω χούντας και είπε το περίφημο “Έχασα, αλλά έχασε κι αυτός”!». Με την ίδια παρτιτούρα, το ίδιο έργο τραγούδησε πριν από μερικά χρόνια η Κελεσίδου, η μεγάλη διεθνής μας σοπράνο.
Η συνεργασία με τον Αρχάγγελο της Κρήτης
Η συνάντηση και γνωριμία τους έγινε το καλοκαίρι του 1970 στην Κρήτη. Ο συνθέτης θα του ζητήσει να είναι ο κύριος ερμηνευτής του «Χρονικού», το οποίο ετοίμαζε εκείνη την εποχή πάνω σε στίχους του Κ. Χ. Μύρη (Κώστας Γεωργουσόπουλος).
Μάλιστα, ο ίδιος ο αξέχαστος «Ψαρονίκος» θα πει αργότερα ότι στην αρχή, πίστεψε πως ο Μαρκόπουλος τον ζητούσε για… κινηματογραφικό ρόλο, καθώς του μίλησε για «έργο».
Το 1971 ο Ξυλούρης ήρθε στην Αθήνα, αλλά δεν πήγε αμέσως στον συνθέτη. Ωστόσο, εκείνος τον εντόπισε και μπήκαν μαζί στο στούντιο.
Αν και στην αρχή ο «Ψαρονίκος» δυσκολεύτηκε να αποδώσει τα τραγούδια με τον τρόπο που ήθελε ο συνθέτης, καθώς ο πρώτος είχε μάθει να τραγουδάει μόνο τα παραδοσιακά τραγούδια του τόπου του, ο Μαρκόπουλος επέμεινε και τον Δεκέμβριο του 1970 το «Χρονικό» κυκλοφόρησε στα δισκοπωλεία.
Η συνεργασία των δύο συνεχίστηκε στο επόμενο άλμπουμ. Ο Μαρκόπουλος έκανε πραγματικότητα ένα όνειρο του Ξυλούρη, με ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης. Τα τραγούδια του άλμπουμ, όπως τα «Πότε θα κάνει ξαστεριά» και «Αγρίμια κι αγριμάκια μου», έγιναν «ύμνοι» κατά της χούντας.
Το 1971 ο Νίκος Ξυλούρης και ο Γιάννης Μαρκόπουλος ξεκίνησαν εμφανίσεις στη μπουάτ «Λήδρα» και φυσικά η φωνή του «Αρχάγγελου» της Κρήτης έγινε σύμβολο της αντίστασης. Λόγω της χούντας, η μπουάτ έκλεισε μέσα σε 20 μέρες.
Η συνεργασία τους συνεχίστηκε το 1972 με το «Διάλειμμα», σε αυτό συναντάμε κομμάτια, όπως το «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί» και «Πού πας παλικάρι».
Ακολουθεί η «Ιθαγένεια» σε στίχους Κ. Χ. Μύρη, με τα εμβληματικά «Γεννήθηκα», «Χίλια μύρια κύματα», που ακόμα ανατριχιάζουν τους ακροατές…
Το 1973, ο Ξυλούρης ηχογράφησε το τραγούδι «Την εικόνα σου» («Χρώματα κι αρώματα»), το «Λάκη» και το έργο «Ο Στράτης θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους», σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη.
Στη συνέχεια, οι δρόμοι τους χωρίζουν, καθώς ο Ξυλούρης τραγουδά και άλλους συνθέτες, όπως τον Σταύρο Ξαρχάκο.
Το 1975, ο Μαρκόπουλος τον προσεγγίζει και πάλι και συνεργάζονται στον δίσκο «Ανεξάρτητα». Ο Ξυλούρης τραγουδά το πασίγνωστο σε όλους «Ζαβαρακατρανέμια» και επανεκτελεί το «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί».
Το 1976, ο Ξυλούρης εμφανίστηκε στη σκηνή του Ηρωδείου με τον Μαρκόπουλο, μια ανεπανάληπτη και ιστορική βραδιά, που ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε σε διπλό δίσκο.
Τη σεζόν 1976-1977, οι δυο τους επέστρεψαν στη «Λήδρα», ενώ το καλοκαίρι του 1977, ο Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποιεί τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Διονυσίου Σολωμού. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς με τη συμμετοχή των Ειρήνης Παπά, Λάκη Χαλκιά, Ηλία Κλωναρίδη, Νίκου Ξυλούρη και της Χορωδίας Πρέβεζας.
Αυτή ήταν η τελευταία δισκογραφική συνεργασία του Ξυλούρη με τον Μαρκόπουλο. Ενώ οι δυο τους συναντήθηκαν για τελευταία φορά επί σκηνής στο Κύτταρο, τη σεζόν 1977-1978.
Τον Ιανουάριο του 1981 ενώνεται και στη ζωή με την τραγουδίστρια και συνεργάτιδά του, Βασιλική Λαβίνα. Γεννιέται η κόρη τους, Ελένη. Για μια περίοδο ο συνθέτης αποζητεί μια πιο ιδιωτική ζωή με την οικογένειά του, ενώ ξεκινά η προετοιμασία του για το άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στη μουσική του: στον κορμό των νέων συνθέσεών του εμφανίζονται μελωδικά ξεσπάσματα στηριγμένα στην εκτεταμένη πολυτονικότητα της αρμονικής του δομής -καρποί της φαντασίας του-, που ενισχύονται από το πάθος μιας ανεξάντλητης ζωτικότητας.
Με τον Γαργανουράκη
Με τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη, η συνεργασία του θα διαρκέσει από το 1973 μέχρι το 1996, και θα αποτυπωθεί σε δώδεκα δίσκους.
Με τον σπουδαίο μουσικοσυνθέτη γνωρίστηκε ένα βράδυ του 1973, όταν αυτός πήγε να τον ακούσει στην Αρετούσα, στο Ηράκλειο. Γοητευμένος από τη φωνή του, αλλά και τη δεξιοτεχνία του στη λύρα, τον κάλεσε στην Αθήνα, δείχνοντας μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Όπως αναφέρεται στην εφημερίδα «Παραπολιτικά» του 2023,
«Εκείνο το βράδυ µου είπε: “Πέρα από τον Ξυλούρη, δεν έχω ακούσει κανέναν άλλον να λέει τόσο ωραία τα τραγούδια µου όσο εσύ”. Στη συνέχεια, µε κάλεσε να πάω στην Αθήνα κοντά του για να µε δοκιμάσει. Εγώ στην αρχή δεν ήθελα, αλλά πήγα και τελικά έμεινα κοντά του μέχρι το 1992.
Τότε δεν είχα υπολογίσει ότι θα φύγω ποτέ από την Κρήτη. Ευτυχώς ο αδερφός µου παρακολουθούσε το ταλέντο µου στη μουσική και µε καθοδηγούσε. Είχε ένα ατύχημα στα 18 του και έμεινε ανάπηρος.
Και επειδή εγώ ήμουν μικρότερος, µου έκανε κουμάντο -ευτυχώς, γιατί εγώ εκείνη την εποχή δεν είχα μυαλά. Είχα άλλες ιδέες. Αυτός µου έδωσε δύναμη να πάω. Είμαι αυτοδίδακτος μουσικός, δεν ξέρω να διαβάζω παρτιτούρες. Όταν µε κάλεσε ο Μαρκόπουλος να συνεργαστούμε, µε πήρε γι’ αυτό που ήμουν.
Μου έπαιζε µια-δυο φορές τα τραγούδια και τα μάθαινα απέξω αμέσως. Μου τα έλεγε µε τον τρόπο που καταλάβαινα εγώ. Ποτέ δεν τσακωθήκαμε. Ποτέ δεν είπαμε άσχημη κουβέντα ο ένας στον άλλον στα 50 χρόνια γνωριμίας µας. Από τα τραγούδια του, τα πιο αγαπημένα µου είναι “Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα”, που είπα την πρώτη χρονιά, και το “Κρήτη µου, όμορφο νησί”, που είναι ένας ύμνος για την Κρήτη. Όταν το έλεγα αυτό σε συναυλίες στο εξωτερικό, γινόταν χαμός», αναφέρει ο γνωστός λυράρης της Κρήτης.
Το 1994 συνθέτει ένα από τα πιο σημαντικά του έργα, τη «Λειτουργία του Ορφέα» -για φωνή, χορωδία και ορχήστρα- που απευθύνεται φιλοσοφικά στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση.
Ακολουθούν η «Ανα-γέννηση Κρήτη ανάμεσα σε Βενετιά και Πόλη», μουσικό ταξίδι σε 4 ενότητες, η όπερα «Ερωτόκριτος και Αρετή», τα «Σχήματα σε κίνηση», κονσέρτο για πιάνο εμπνευσμένο από τον Πυθαγόρα, τα «Ευήλια τοπία», φαντασία για σόλο φλάουτο, ο «Νόμος της Θαλπωρής», ορατόριο-μουσικό θέαμα για φωνές, χορωδία, ορχήστρα πνευστών, μπαλέτο και εικόνες, «16 Πυρρίχιοι χοροί 1980-2001» και «Τρίπτυχο για φλάουτο έγχορδα και άρπα».
Στη διάρκεια της συνολικής πορείας του, ο Μαρκόπουλος συνέθεσε έργα για το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη συμφωνική μουσική και την όπερα. Μελοποίησε σημαντικούς ποιητές: Διονύσιο Σολωμό, Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, τον Κ. Χ. Μύρη, Μιχάλη Κατσαρό, Κώστα Βίρβο, Μάνο Ελευθερίου, Γιώργο Σκούρτη κ.ά.
Επίτιμος δημότης Ηρακλείου
Το 2022, ο Γιάννης Μαρκόπουλος ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Ηρακλείου, σε μια σεμνή και συγκινητική τελετή που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα «Ελευθέριος Βενιζέλος» στη Λότζια.
Τον τίτλο του επίτιμου δημότη, καθώς και το «Κλειδί» της πόλης απένειμε στον μεγάλο καλλιτέχνη ο δήμαρχος Ηρακλείου, Βασίλης Λαμπρινός.
«Νιώθω Ηρακλειώτης -είπε ο μεγάλος καλλιτέχνης- και θεωρώ το Ηράκλειο πρωτεύουσα της Μεσογείου και όχι μόνο. Από παλιά και μέχρι σήμερα, το Ηράκλειο μού συμπεριφέρθηκε άριστα και αυτό δεν το ξεχνώ».
Θα φύγει ένα χρόνο αργότερα, στις 10 Ιουνίου 2023.
