
Ο «Επιτάφιος» και η «Ρωμιοσύνη» αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όχι μόνο μελοποιημένης, αλλά και τραγουδισμένης ποίησης, η οποία έγινε κτήμα του λαού και τραγουδήθηκε από ευρύτατα κοινωνικά στρώματα.
Σ’ αυτά τα δύο εμβληματικά έργα, που αποτυπώνουν με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο την εξέλιξη του ποιητικού και πολιτικού τραγουδιού στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, είναι αφιερωμένο το βιβλίο της φιλολόγου Ευαγγελίας Σκαρσουλή «Μίκης Θεοδωράκης-Γιάννης Ρίτσος Επιτάφιος/Ρωμιοσύνη. Η πρόσληψη της ποίησης μέσα από τη μουσική», που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
«Η βασική θεματική του βιβλίου -τονίζει η συγγραφέας, μιλώντας στην «Π»- το οποίο αποτελεί μια επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής μου διατριβής, που υποστηρίχθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στη μελέτη του νέου καλλιτεχνικού δημιουργήματος που προκύπτει μέσα από τη σύζευξη ποίησης και μουσικής, που δεν είναι άλλο από το τραγούδι».
Πρόκειται για τις μελοποιήσεις που περικλείουν με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο την πορεία του ποιητικού-πολιτικού τραγουδιού τη δεκαετία του ‘60 στην Ελλάδα, δημιουργώντας ένα φαινόμενο τραγουδισμένης ποίησης, που έφτασε να γίνει κτήμα του λαού.
«Ο μουσικός Επιτάφιος -εξηγεί η κυρία Σκαρσουλή- εντάχθηκε από τον συνθέτη στην προσπάθεια για αποκρυστάλλωση της ελληνικής ταυτότητας, μέσα από τη σύζευξη της λαϊκής-ρεμπέτικης μουσικής και της λόγιας ποίησης, προσπάθεια που αποκρυσταλλώθηκε και απέκτησε πιο έντεχνα μουσικά στοιχεία μέσα από τη μελοποίηση της Ρωμιοσύνης.
Έτσι, οι ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της εποχής, οι οποίες αναδεικνύονται στο παρόν βιβλίο σε συνδυασμό με την προσωπικότητα του Θεοδωράκη, οδήγησαν σε αυτό που ονομάζεται πολιτιστική επανάσταση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού».
Οι μελοποιήσεις των έργων της λόγιας ποίησης έφτασαν στο κοινό όχι μόνο μέσω των συναυλιών, αλλά και ως προσιτά εμπορικά προϊόντα με τη μορφή του δίσκου. Μάλιστα, μέσα από συγκεκριμένα νούμερα που παρατίθενται στο βιβλίο, αποδεικνύεται ότι τη δεκαετία του εξήντα οι δίσκοι του Θεοδωράκη γίνονταν ανάρπαστοι.
Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της έρευνας της κυρίας Σκαρσουλή, είναι η παρουσία μιας πληθώρας άρθρων, τα οποία φωτογραφίζουν τη μεγάλη εμπορική επιτυχία του μουσικού Επιτάφιου. «Πέρα από τον εντοπισμό συγκεκριμένων πολύτιμων αριθμητικών δεδομένων για την κυκλοφορία, τόσο της μελοποίησης, όσο και του ποιητικού έργου, με εξέπληξε πόσο η ευρεία απήχηση του έργου αυτού πέρασε και στον κόσμο του κινηματογράφου και του θεάτρου.
Είχε συζητηθεί, για παράδειγμα, η ερμηνεία κάποιων από τα τραγούδια του Επιτάφιου από την Μελίνα Μερκούρη, ενώ στα Νέα, στις 22/8/1961, δίνεται η πληροφορία ότι ο Επιτάφιος του Θεοδωράκη θα γυριστεί ταινία, στην οποία για τον πρωταγωνιστικό ρόλο συζητιόταν το όνομα της Παξινού».
Γιατί όμως να μιλάει κανείς για τον μελοποιημένο Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη σήμερα;
«Θα μπορούσα πολύ απλά να απαντήσω -λέει η συγγραφέας- γιατί ο λόγος για αυτά τα έργα είναι λόγος που αφορά το ποιητικό-πολιτικό τραγούδι τού σήμερα. Ο πολιτικός χαρακτήρας των μελοποιήσεων αυτών είναι ανεξίτηλος και αποτελεί πολύτιμο “συνήγορο της ανθρωπότητας”, όπως γράφει ο Λειβαδίτης, απέναντι όχι μόνο σε έναν διογκούμενο λόγο μίσους, αλλά και σε μια εξουσία, η οποία αφανίζει λαούς στο όνομα της φυλετικής ανωτερότητας και του κέρδους. Η εικόνα της μάνας του Επιτάφιου που θρηνεί πάνω στον νεκρό γιο της και των νεκρών της Ρωμιοσύνης, όπως έχει επισημάνει άλλωστε ο Θεοδωράκης, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ».
«Οι ευρύτερες συνθήκες της εποχής σε συνδυασμό με την προσωπικότητα του Θεοδωράκη οδήγησαν στην πολιτιστική επανάσταση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού»
-Ποια είναι η βασική θεματική του βιβλίου σας;
«Η βασική θεματική του βιβλίου, το οποίο αποτελεί μια επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής μου διατριβής, που υποστηρίχθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εστιάζεται στην πρόσληψη των ποιητικών έργων Επιτάφιος και Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου, μετά τη μελοποίησή τους από τον Μίκη Θεοδωράκη.
Εστιάζεται, δηλαδή, στη μελέτη του νέου καλλιτεχνικού δημιουργήματος που προκύπτει μέσα από τη σύζευξη ποίησης και μουσικής, που δεν είναι άλλο από το τραγούδι. Γιατί ειδικά αυτά τα δύο ποιητικά έργα; Γιατί ο μουσικός Επιτάφιος και η μουσική Ρωμιοσύνη αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όχι μόνο μελοποιημένης, αλλά τραγουδισμένης ποίησης, ποίησης που έγινε κτήμα, τραγουδήθηκε και τραγουδιέται από ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου.
Πρόκειται για δύο έργα, τα οποία έχουν μια αδιαμφισβήτητη αναγνωρισιμότητα στο ευρύ κοινό και μια αυτόνομη καλλιτεχνική πορεία, η οποία μετράει πολλές δεκαετίες από τη δημιουργία τους μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τις μελοποιήσεις που περικλείουν με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο την πορεία του ποιητικού-πολιτικού τραγουδιού τη δεκαετία του ‘60 στην Ελλάδα».
-Πώς δημιουργήθηκε αυτό το φαινόμενο που είχε κοινωνιολογικές, πολιτιστικές διαστάσεις;
«Το μελοποιητικό φαινόμενο που ξεκίνησε με τη μορφή του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού το 1960, με τη μοναδική στα ελληνικά χρονικά διπλή ενορχήστρωση του Επιτάφιου, μία σε λυρικό ύφος και ερμηνεία της Νάνας Μούσχουρη, και μία σε λαϊκό ύφος και ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση, αποτελεί έκφραση της αντίληψης του συνθέτη ότι μέσω του πολιτισμού γίνεται και ασκείται η πολιτική, γεγονός το οποίο αποτέλεσε έναν βασικό άξονα των πολιτικών και καλλιτεχνικών επιλογών του.
Ο μουσικός Επιτάφιος εντάχθηκε από τον συνθέτη στην προσπάθεια για αποκρυστάλλωση της ελληνικής ταυτότητας, μέσα από τη σύζευξη της λαϊκής-ρεμπέτικης μουσικής και της λόγιας ποίησης, προσπάθεια που αποκρυσταλλώθηκε και απέκτησε πιο έντεχνα μουσικά στοιχεία μέσα από τη μελοποίηση της Ρωμιοσύνης.
Έτσι, οι ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της εποχής, οι οποίες αναδεικνύονται στο παρόν βιβλίο, σε συνδυασμό με την προσωπικότητα του Θεοδωράκη, οδήγησαν σε αυτό που ονομάζεται πολιτιστική επανάσταση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού».
-Οι οικονομικές-αγοραστικές διαστάσεις του φαινόμενου, ποιες ήταν και τι ρόλο έπαιξαν στην ανάπτυξή του;
«Οι μελοποιήσεις των έργων της λόγιας ποίησης έφτασαν στο κοινό όχι μόνο μέσω των συναυλιών, αλλά και ως προσιτά εμπορικά προϊόντα με τη μορφή του δίσκου. Οι δισκογραφικές εταιρείες της εποχής Columbia και Fidelity, με τους κραταιούς παραγωγούς Λαμπρόπουλο και Πατσιφά αντίστοιχα, έπαιξαν κομβικό ρόλο όχι μόνο στη διάδοση των τραγουδιών, καθώς ήταν πλέον προσιτή σε μεγάλο τμήμα του κοινού η κατοχή ηχητικών μηχανημάτων, αλλά και σε πιο κομβικά θέματα, όπως στην επιλογή των ερμηνευτών. Έτσι, μέσα από συγκεκριμένα νούμερα που παρατίθενται στο βιβλίο, αποδεικνύεται ότι τη δεκαετία του εξήντα οι δίσκοι του Θεοδωράκη γίνονταν ανάρπαστοι».
-Γιατί η μελοποιημένη ποίηση ταυτίστηκε τόσο έντονα με την πολιτική στράτευση;
«Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το τραγούδι ήταν μια πράξη πολιτική στην Ελλάδα, από την οποία η αριστερά και ο Θεοδωράκης που ήταν ενταγμένος στους κόλπους της δεν μπορούσαν να λείπουν.
Σε μια εποχή συνεχών διώξεων από τη δεξιά και το παρακράτος, με την επιβολή της δικτατορίας αργότερα, ο μελοποιημένος λόγος μέσα από τη στόχευση του Θεοδωράκη για απεύθυνση στις μάζες, έγινε μια βασική δίοδος πολιτικής έκφρασης και αντίστασης.
Ενταγμένος από μικρός στους κόλπους του ΕΑΜ, στην ΕΠΟΝ, μετά ως πρόεδρος των Λαμπράκηδων και βουλευτής της Ε.Δ.Α., ο Θεοδωράκης έδωσε στο τραγούδι τη δεδομένη εκείνη περίοδο, τη διεκδικητική δύναμη της τέχνης μέσα από το όραμα της αριστεράς για ελευθερία, δημοκρατία και εθνική ανεξαρτησία. Αυτή άλλωστε ήταν και η τελική του επιθυμία, παρά τις κατά καιρούς αμφιταλαντεύσεις του, να αφήσει αυτόν τον κόσμο σαν κομμουνιστής».
-Ποιες ήταν οι προσωπικές σας επιρροές;
«Τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, τα οποία εντάσσονται στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των μουσικών μου αναμνήσεων και επιρροών. Αυτά τα ακούσματα, μαζί με τη μουσική του Χατζιδάκι, με οδήγησαν στη μετέπειτα αναζήτηση μιας καλλιτεχνικής ευαισθησίας, που δεν είναι αδιάφορη απέναντι στα κοινωνικά συμφραζόμενα».
«Η εφημερίδα Αυγή στάθηκε κατά βάση αρνητική απέναντι στον μελοποιημένο Επιτάφιο, καθώς σοβούσε η διαμάχη για το μπουζούκι»
Η ΤΑΙΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΞΙΝΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ
«Με εξέπληξε πόσο η ευρεία απήχηση του έργου αυτού πέρασε και στον κόσμο του κινηματογράφου και του θεάτρου»
-Ποια είναι τα νέα στοιχεία που έφερε στο φως η έρευνα σας; Σας εντυπωσίασε κάτι περισσότερο;
«Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία είναι η παρουσία μιας πληθώρας άρθρων, τα οποία φωτογραφίζουν τη μεγάλη εμπορική επιτυχία του μουσικού Επιτάφιου. Πέρα από τον εντοπισμό συγκεκριμένων πολύτιμων αριθμητικών δεδομένων για την κυκλοφορία τόσο της μελοποίησης όσο και του ποιητικού έργου, με εξέπληξε πόσο η ευρεία απήχηση του έργου αυτού πέρασε και στον κόσμο του κινηματογράφου και του θεάτρου.
Είχε συζητηθεί, για παράδειγμα, η ερμηνεία κάποιων από τα τραγούδια του Επιτάφιου από την Μελίνα Μερκούρη, ενώ στα Νέα, στις 22/8/1961, δίνεται η πληροφορία ότι ο Επιτάφιος του Θεοδωράκη θα γυριστεί ταινία, στην οποία για τον πρωταγωνιστικό ρόλο συζητιόταν το όνομα της Παξινού.
Ακόμα και αν δεν πραγματοποιήθηκε η συγκεκριμένη ταινία, η συζήτηση και μόνο είναι σημαίνουσα. Τέλος, οι έρευνες των εφημερίδων “Απογευματινή” τον Μάρτιο του 1962 και του “Έθνους” το 1966 για το λαϊκό τραγούδι, αποτελούν άλλο ένα πολύ σημαντικό αδημοσίευτο στοιχείο, το οποίο σκιαγραφεί από την πλευρά της αστικής κριτικής την επίδραση των μελοποιήσεων του Ρίτσου από τον Θεοδωράκη σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Το μελοποιητικό φαινόμενο έγινε το κέντρο των συζητήσεων της εποχής».
«Ο πολιτικός χαρακτήρας των μελοποιήσεων αυτών είναι ανεξίτηλος και αποτελεί πολύτιμο “συνήγορο της ανθρωπότητας”»
-Ποια ήταν η στάση του Τύπου και της «αστικής κριτικής» απέναντι στη μελοποιημένη ποίηση;
«Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον ως προς το θέμα της πρόσληψης των μελοποιήσεων του Θεοδωράκη η μελέτη των άρθρων των εφημερίδων. Η εφημερίδα “Αυγή”, που ήταν όργανο της ΕΔΑ, στάθηκε κατά βάση αρνητική απέναντι στον μελοποιημένο Επιτάφιο, καθώς σοβούσε η διαμάχη για το μπουζούκι, με βασικό διακύβευμα την καταλληλότητα ή μη αυτού του οργάνου να συνοδεύει τη λόγια ποίηση, ενώ, όσον αφορά τη Ρωμιοσύνη, ήταν εξαρχής θετική.
Η αστική κριτική δεν εξετάζει συγκεκριμένα τις δύο μελοποιήσεις, αλλά αναφέρεται στο λαϊκό τραγούδι, και στην απαγόρευση των τραγουδιών του συνθέτη από το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας το 1966, θέματα που αφορούν και τα δύο ευθέως τον συνθέτη.
Η αναλυτική παρουσίαση των άρθρων στο βιβλίο αναδεικνύει τόσο πως η συζήτηση για το λαϊκό τραγούδι αφορούσε θέματα αισθητικής προσδιορισμένα από ιδεολογικούς παράγοντες, όσο και το γεγονός ότι οι αστοί διανοούμενοι -σε αντίθεση με τους αριστερούς- γράφουν πιο αποστασιοποιημένα από τα σύγχρονα πολιτικά δεδομένα, επικαλούμενοι γενικές αξίες ελεύθερης και απρόσκοπτης έκφρασης».
-Εξετάζοντάς τα υπό τη σημερινή ματιά, τι προκύπτει;
«Η πρόσληψη -και άρα η λαϊκή αντίληψη- των δύο συγκεκριμένων μελοποιήσεων πέρασε μέσα από τα κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα της δεκαετίας του ’60, τα οποία αναδεικνύονται αναλυτικά στο παρόν βιβλίο. Η μουσική πορεία των δύο μελοποιήσεων μέχρι σήμερα αποδεικνύει ότι τα δύο αυτά έργα και κυρίως ο Επιτάφιος αποτελούν ανεξάντλητη πηγή νέων εκτελέσεων και διασκευών, γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι των σύγχρονων λαϊκών συναυλιών».
-Γιατί να μιλάει κανείς για τον μελοποιημένο Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη σήμερα;
«Θα μπορούσα πολύ απλά να απαντήσω γιατί ο λόγος για αυτά τα έργα είναι λόγος που αφορά το ποιητικό-πολιτικό τραγούδι τού σήμερα. Ο πολιτικός χαρακτήρας των μελοποιήσεων αυτών είναι ανεξίτηλος και αποτελεί πολύτιμο “συνήγορο της ανθρωπότητας”, όπως γράφει ο Λειβαδίτης, απέναντι όχι μόνο σε έναν διογκούμενο λόγο μίσους, αλλά και σε μια εξουσία, η οποία αφανίζει λαούς στο όνομα της φυλετικής ανωτερότητας και του κέρδους.
Η εικόνα της μάνας του Επιτάφιου που θρηνεί πάνω στον νεκρό γιο της και των νεκρών της Ρωμιοσύνης, όπως έχει επισημάνει άλλωστε ο Θεοδωράκης, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ».
Η παρουσίαση του βιβλίου
Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει στον Πολυχώρο της Δημοτικής Πινακοθήκης Ηρακλείου (Χρυσοστόμου 8), την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου, στις 7.00 μ.μ.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν: Αντώνης Καρτσάκης, διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Λίλυ Δάκα, διδάκτωρ Μουσικολογίας, καθηγήτρια πιάνου στο Μουσικό Σχολείο Ηρακλείου, φιλόλογος, Λίζα Σκλάβου, φιλόλογος.
Συντονίζει η Μαρία Χαραλαμπάκη, πρόεδρος της Ενωσης Φιλολόγων Νομού Ηρακλείου.
Θα ακουστούν τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη από τους μουσικούς του Συλλόγου Αποφοίτων και Φίλων του Μουσικού Σχολείου Ηρακλείου, Βίκτωρα Ανδρεαδάκη (μπουζούκι, φωνή) Γιώργο Καρέλη (κιθιάρα, φωνή).
Την εκδήλωση οργανώνουν οι Εκδόσεις Μετρονόμος, η Ένωση Φιλολόγων Νομού Ηρακλείου και το Βιβλιοπωλείο Φωτόδεντρο, που σας προσκαλούν.