Με βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό και αδιάκοπη αναζήτηση του νοήματος της ζωής, ο Νίκος Καζαντζάκης αποτέλεσε με το έργο του, μια από τις πιο ανήσυχες και δημιουργικές μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Ο Καζαντζάκης αν και έχει εμφανιστεί στα γράμματα νωρίς, (το 1906 εκδίδεται το Οφις και Κρίνος) τα επόμενα χρόνια γίνεται γνωστός, και τη δεκαετία του ΄20 κάνει πιο αισθητή την παρουσία του. Επισημαίνει ο συγγραφέας και φιλόλογος Μιχάλης Πάτσης. Ο ελληνικός λογοτεχνικός κύκλος που τον επηρέασε ή που τουλάχιστον τον άκουγε, και τον παρακολουθούσε , ήταν η Γαλάτεια, ο Λευτέρης Αλεξίου, ο Κώστας Βάρναλης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Μάρκος Αυγέρης και ο Παντελής Πρεβελάκης στη συνέχεια. Ο Καζαντζάκης όμως διαφέρει από τους λογοτέχνες του κύκλου στο ότι, μέχρι το τελος της ζωής του, ανέβαινε νέα σκαλοπάτια δημιουργικής γραφής, δεν σταμάτησε να αναζητά, και ως εκ τούτου δεν σταμάτησε σε μια εποχή, λογοτεχνική ή πνευματική. Έτσι δεν τον χαρακτηρίζει το ένα έργο , δεν τον χαρακτηρίζει το πρώτο έργο, όπως πολλοί συγγραφείς αυτής της εποχής , δεν τον χαρακτηρίζει μια γενική αισθητική κάποιας Σχολής.
Ο Καζαντζάκης ενέπνευσε με το έργο του κορυφαίες πνευματικές προσωπικότητες, που μίλησαν με θαυμασμό για τη δύναμη της γραφής του.
Ο Αμερικανός συγγραφέας Χένρι Μίλλερ, φίλος και συνοδοιπόρος του Καζαντζάκη, τον είχε χαρακτηρίσει «τον πιο πνευματικό συγγραφέα» που συνάντησε ποτέ, υπογραμμίζοντας την εκρηκτική ορμή της γραφής του, ως πνευματικό ηγέτη μιας Μεγάλης εποχής το περιέγραψε Αλμπερ Καμύ , ενώ ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης τον είδε ως «μεγάλο αγωνιστή του πνεύματος», αναγνωρίζοντας στον Κρητικό λογοτέχνη τη διαρκή μάχη του ανθρώπου απέναντι στα όριά του.
Η αμφισβήτηση, ως κεντρικό στοιχείο στο έργο του Καζαντζάκη υπήρξε για τον ίδιο πορεία προς την ελευθερία. Ο Καζαντζάκης τονίζει πως ο άνθρωπος, πρέπει να αμφισβητεί συνεχώς για να προχωρά. Θεωρούσε την αμφισβήτηση μορφή πνευματικής άσκησης, κι ακόμη ότι μέσα από τη σύγκρουση και το ερώτημα γεννιέται η δημιουργία, το έργο, η υπέρβαση.
Η πνευματική προσωπικότητα και ο πνευματικός αγώνας του Καζαντζάκη είναι μοναδικά στη νεότερη ελληνική γραμματεία. Σημειώνει ο ποιητής Μανώλης Πρατικακης. Παρά τις αντιφάσεις, τις υπερβολές και τις εμμονές, το έργο του (αυτοβιογραφικό, ποιητικό, θεατρικό κ.λπ.) αρθρώνει εύρωστο στοχασμό. Η φλόγα των γραπτών του και το πάθος των ιδεών του τον βοηθούν να καταγράψει ένα απέραντο, βαθυστόχαστο και οικουμενικό έργο. Η Αναφορά στον Γκρέκο και Η γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού, θεωρώ ότι είναι τα σημαντικότερα πεζογραφικά έργα της Ελληνικής Γραμματεία
Στις 11 Νοεμβρίου 1957 στην εφημερίδα Ελευθερία , ο Μάριος Πλωρίτης γράφει για την τελευταία συνάντηση του με τον Ν. Καζαντζάκη
Άμα γνώριζες από κοντά τον Καζαντζάκη , υπογραμμίζει ο Μ Πλωριτης έβλεπες πως ο καθημερινός Άνθρωπος ήταν ολότελα συνεπής με τον Πνευματικό. Πως δεν ήταν λόγια για κατανάλωση, όσα είχε χαράξει στο χαρτί, αλλά η κραυγή του αίματος και του νου του. Ο ένσαρκος Καζαντζάκης δεν πρόδινε ούτε κατά ιώτα εν το πνεύμα του.
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό – και το πιο ελκυστικό του- γνώρισμα, ήταν η απλότητά του. Ούτε ο πολύχρονος στοχασμός, ούτε η ακατάπαυστη μάχη του με τον εαυτό του, ούτε η παγκόσμια δόξα που είχε (τόσο αργά) κερδίσει, τον αποξένωσαν απ’ τους ανθρώπους ή τούδωσαν την ελάχιστη έπαρση. Κάποια στιγμή που μούφερε μια ωραιότατη γερμανική έκδοση του “Τελευταίου Πειρασμού” (μόλις τότε είχε κυκλοφορήσει) τα κουρασμένα μάτια του πήραν μια φωτερή λάμψη. Μα, περισσότερο απ’ την ικανοποίηση για την επιβράβευση του “καλού αγώνα” του, μου φάνηκε πως χαιρόταν ο εραστής του ωραίου. Τα μακριά του δάχτυλα χάιδευαν το βαθυπράσινο δέσιμο του βιβλίου με την απόλαυση ενός φλωρεντινού “ντιλεντάντε
Ο Καζαντζάκης προτάθηκε εννέα φορές για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, όμως το ακαδημαϊκό κατεστημένο της εποχής εμπόδισε απροκάλυπτα την βράβευση του, ενώ η πολεμική που ασκήθηκε στον Κρητικό συγγραφέα έδωσε βήμα σε ένα ιδιότυπο ιδεολογικό εμφύλιο.
Υπήρξαμε άδικοι απέναντι στον Καζαντζάκη. Γράφει ο Κώστας Αρκουδεας στο βιβλίο του Το χαμένο Νόμπελ. Ελάχιστοι λογοτέχνες διώχθηκαν όπως αυτός. Η επίσημη Ελλάδα πίστευε ότι ο Καζαντζάκης ήταν άθεος και κομμουνιστής και ότι με τα γραπτά του διέφθειρε τους νέους. Εκτός από την ωμή παρέμβαση του Σπύρου Μελά, εκ μέρους της Ακαδημίας Αθηνών, στα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας προκειμένου να αποτρέψει τη βράβευση του Καζαντζάκη με Νόμπελ Λογοτεχνίας, τα ελληνικά προξενεία τού έθεταν συνεχώς προσκόμματα στις μετακινήσεις, αρνούμενα να του χορηγήσουν βίζα. Σε μια πρεσβεία μάλιστα δεν του έδωσαν ούτε καρέκλα να καθίσει. Τον είχαν να περιμένει όρθιος στον διάδρομο για μια απλή θεώρηση διαβατηρίου, με αποτέλεσμα ο Κρητικός να αναζητήσει πικραμένος στέγη στη Γαλλία. Ως γνωστόν, κατέληξε στην Αντίμπ και έμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του.
