Νικηφόρος Βρεττάκος: Ο ποιητής της ανθρωπιάς, της ειρήνης και της πίστης στον άνθρωπο

Από τις πιο ευαίσθητες και ανθρωπιστικές φωνές της νεοελληνικής ποίησης, το έργο του Νικηφόρου Βρεττάκου, χαρακτηρίζεται από βαθιά λυρικότητα, αγάπη για τον άνθρωπο και τη φύση, αλλά και μια σταθερή πίστη στην ειρήνη και την αξιοπρέπεια. Με τρόπο στοχαστικό, και μαζί προσευχητικό τόνο, η ποιητή του Βρεττάκου προσπαθεί να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τον κόσμο γύρω του.

Οι μεγάλοι ποιητές είναι πολυδιάστατοι, επισημαίνει ο Τίτος Πατρίκιος σε κείμενο του για τον Νικηφόρο Βρεττάκο

Προσφέρουν, προσθέτει, πολλαπλές αισθήσεις και εμπειρίες, και προσφέρονται σε πολλαπλές προσεγγίσεις και αναγνώσεις. Αλλά οι πληθυντικές τους διαστάσεις γίνονται ακόμα πιο σύνθετες καθώς εξακτινώνονται και συγχρονικά και διαχρονικά.

Συγχρονικά, μέσα σε κάθε σημαντικό ποίημα, ενός ποιητή που όσο καιρό κι αν χρειάστηκε να το τελειώσει, κρυσταλλώνει μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή , ταυτόχρονα υπαρξιακή και ιστορική. Διαχρονικά μέσα στο συνολικό του έργο, που καθώς καλύπτει ένα πιο εκτεταμένο χρονικό διάνυσμα , αποτυπώνει μια υπαρξιακή διαδρομή , ομόδρομη η αντίδρομη, μαζί προς την ιστορική κίνηση.

Κι όλα αυτά είναι στοιχεία εμφανή, της ποίησης του Βρεττάκου.

Για τον ν Βρεττάκο, παρατηρεί ο διδάκτορας της Φιλοσοφικής Αθηνών Π Δ Μαστροδημητρης, ο κόσμος μπορεί να κατανοηθεί μόνον εφόσον κάποιος πιστεύει στον άνθρωπο. Υπάρχει μια βαρυσήμαντη δήλωση στην αυτοβιογραφία του Βρεττάκου.

Μιλώντας για τον εαυτό του, στο πλαίσιο μια γενικότερης αναφοράς στην κοινωνική αδικία, δηλώνει ο ποιητής : «ο άνθρωπος που πιστεύει είναι από τη φύση του τραγικός» Μέσα στη φράση αυτή, μπορούμε να διακρίνουμε εμφανέστατα το κοσμοθεωρητικό σύστημα που ταξιθετούσε και εναρμόνιζε τον ταραγμένο κόσμο των νεανικών του εμπειριών. Για αυτόν η πιστή στον άνθρωπο, αφού τώρα ο θεός δεν ασκεί θαυματουργική παρέμβαση στη ιστορία, αποτελεί τον μόνο τρόπο για να βιώσει το μυστήριο του χρόνου.

Μόνο μέσα από την πίστη στον άνθρωπο μπορεί να επιτευχθεί μια υπέρβαση του αισθήματος του «χαμένου χρόνου» που ταλανίζει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό κατά τους τελευταίους αιώνες .

Υπάρχει ένα βασικό προαιώνιο ιδεώδες, θα πει ο Νικηφόρος Βρεττάκος σε συνέντευξή του στο Περιοδικό η Λέξη τον Φεβρουάριο του 1982.

Από καταβολής κόσμου, προσθέτει, υπάρχουν δυνατοί και αδύνατοι, άτομα η ομάδες που συγκρούονται. Υπάρχουν νικητές και νικημένοι. Εγώ- μου συγχωρειτε το εγώ- έδωσα μια ευρύτερη διάσταση στο ανθρώπινο ον. Πιστεύω, πως είναι το πιο θαυμαστό δημιούργημα του σύμπαντος.

Εκείνο που με πονούσε περισσότερο σε αυτό τον κόσμο είναι η αναπηρική ηθική του διάσταση. Έτσι αυτό το βασικό κοινωνικό ιδεώδες , όπως έγραψε σε ένα μου ποίημα, το κουβαλώ μαζί μου από τη κούνια μου.

Ήμουν υποχρεωμένος να συμπορευτώ με την επιστημονική πρακτική, την οποιαδήποτε επιστημονική πρακτική που υποσχόταν την αποκατάσταση αρμονικών κοινωνικών σχέσεων μέσα σε έναν κόσμο ειρήνης. Νομίζω πως όλοι μας γεννιόμαστε χρεωμένοι στον συνάνθρωπο μας.

Αν νομίζετε πως έκανα λάθος, θα σας απαντήσω πως έκανα το χρέος μου, έστω και αγνοώντας τους αστάθμητους παράγοντες που παρεμβαίνουν άλλοτε για να σε φέρουν πολύ κοντά κι άλλοτε για να σε απομακρύνουν από το παιδικό , το πολύ ανθρώπινο εννοώ ειλικρινές σου όνειρο. Το 1949 στο λυρικό μου δοκίμιο «Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου» που δεν έγινε αποδεκτό από καμμιά πολιτική παράταξη, εκτός μόνο από εκείνον που το έγραψε, σημείωνα, πως δε με ενδιαφέρει το ποιος θα σώσει την ανθρωπότητα.

Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να σωθεί αυτή η ανθρωπότητα. Το πράγμα σήμαινε πως δε θα πρέπει να επιτρέπουμε στις πολιτικές μας ιδέες, να γίνονται προκαταλήψεις. Όταν θα ξανατυπωθεί αυτό το βιβλίο που τότε με φόρτωσε με πολλή μοναξιά, θα θεωρείτε περιττό να μου ζητάτε εξηγήσεις πάνω στο θέμα αυτό.