Το κορίτσι από τη Σικελία, που έμελλε να καταστεί τη δεκαετία του 1960 σύμβολο των δικαιωμάτων των γυναικών και των φεμινιστικών κινημάτων και απετέλεσε σημαντικό σταθμό στην κοινωνική ιστορία της μεταπολεμικής Ιταλίας.
Ο Μπεράρντο Βιόλα με τη σύζυγο του Βίτα και τα δύο τους παιδιά, Φράνκα και Μαριάνο, ζούσαν τη δεκαετία του 1960 σε μία αγροτική περιοχή της νομαρχίας και πόλης Τράπανι, στα παράλια της δυτικής Σικελίας. «Τράπανι» την ονόμασαν οι αρχαίοι Έλληνες, λόγω του καμπύλου σχήματος που είχε η πόλη στο λιμάνι, που έμοιαζε με δρεπάνι.
Η οικογένεια του Μπεράρντο διατηρούσε, κοντά στην κωμόπολη Άλκαμο του Τράπανι, ένα μικρό αμπέλι και οικόσιτα, προσπαθώντας για τον επιούσιο στην μεταπολεμική Σικελία, σε μία κοινωνία που κυριαρχούσαν έντονα οι παραδόσεις, οι πατριαρχικές δομές, τα τοπικά έθιμα και η σικελική μαφία. Χαρακτηριστικό το βιβλίο του Λεονάρντο Σιάσια: Η ημέρα της Κουκουβάγιας (1961), από τα πρώτα λογοτεχνικά έργα που ομιλούν ανοικτά για την ύπαρξη της μαφίας στη Σικελία και τον νόμο της σιωπής (ομερτά).
Η Φράνκα (γεν. 1947) μεγάλωσε στην αγροτική αυτή περιοχή, ταΐζοντας κότες, αρμέγοντας την κατσίκα και βοηθώντας στ’ αμπέλια, κάνοντας όνειρα για το μέλλον της. Όμορφη κοπέλα, αρραβωνιάστηκε το 1963 τον Φίλιππο Μελόδια, οκτώ χρόνια μεγαλύτερό της, γόνο εύπορης οικογένειας και ανεψιός ενός τοπικού αρχηγού της μαφίας. Η εμπλοκή όμως του Φίλιππο σε κλοπές και σε μία συμμορία μαφίας οδήγησε τον πατέρα της Φράνκα να διακόψει τον αρραβώνα. Ο Φίλιππο μετακόμισε στη Γερμανία, επέστρεψε μετά από κάποιο διάστημα στη Σικελία και, όντας προσβεβλημένος, αποφάσισε να επανασυνδεθεί με τη Φράνκα.
Η Φράνκα αρνήθηκε να ενδώσει, ακολούθησαν απειλές, εκβιασμοί που ως αποτέλεσμα είχαν την καταστροφή του αγροκτήματος της οικογένειας, των οικόσιτων και την πυρπόληση της αγροτικής αποθήκης, φέρνοντας την οικογένεια σε πλήρη απόγνωση.
Παρόλα αυτά, η Φράνκα εξακολουθούσε να αρνείται τη σύνδεσή της με το Φίλιππο. Η άρνηση αυτή τον εξόργισε ακόμη περισσότερο και το πρωινό της επαύριον των Χριστουγέννων του 1966 εισέβαλε με πυροβολισμούς και με άλλα δώδεκα άτομα στο κοντέινερ που έμενε η οικογένεια, λόγω των καταστροφικών πλημμυρών στο Άλκαμο και απήγαγε τη Φράνκα και το μικρό αδελφό της, Μαριάνο, που δεν ήθελε να αποχωριστεί την αδελφή του και παρά την αντίσταση της μητέρα της.
Ο μικρός της αδελφός αφέθηκε ελεύθερος μετά από 48 ώρες, όμως, η Φράνκα κρατήθηκε για 8 ημέρες και βιάστηκε από το Φίλιππο. Με αυτή του την πράξη, ο Φίλιππο θεωρούσε πλέον δεδομένο ότι η Φράνκα θα υπέκυπτε και θα τον παντρευόταν.
Ο ποινικός κώδικας της εποχής (άρθρο 544) προέβλεπε ρητά ότι, αν ο δράστης απαγωγέας και βιαστής παντρευόταν το θύμα, το αδίκημα δεν υφίσταται και έπαυε κάθε ποινική δίωξη σε αυτόν και στους συνεργούς του. Ο αποκαλούμενος «Νόμος Αποκατάστασης» (matrimonio riparatore).
Τα εγκλήματα αυτά αντιμετωπίζονταν τότε ως εγκλήματα κατά της δημόσιας ηθικής και της οικογενειακής τιμής. Η λογική της εποχής βασιζόταν στην «αποκατάσταση της τιμής» της γυναίκας και της οικογένειάς της και όχι στην προστασία της προσωπικής της ελευθερίας. Μία γυναίκα που είχε βιαστεί εθεωρείτο βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε πλέον να παντρευτεί, αποτελούσε ντροπή για όλη την οικογένεια και θα κυκλοφορούσε πλέον στην κοινωνία ως ατιμασμένη και ξεδιάντροπη. Μόνο ο γάμος με το δράστη θα «αποκαθιστούσε» την κοινωνική της θέση.
Ωστόσο, η Φράνκα ενάντια στις παραδόσεις και αντιλήψεις της εποχής αρνήθηκε να παντρευτεί τον Φίλιππο. Ήταν η πρώτη γυναίκα που τολμούσε κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα να γνωρίσει και την κοινωνική κατακραυγή του Άλκαμο. Όχι μόνο αυτό, αλλά κατήγγειλε την απαγωγή και τον βιασμό της στους καραμπινιέρους, προς έκπληξη ακόμη και του αστυνομικού διοικητή.
Η δίκη που ακολούθησε έλαβε τεράστια δημοσιότητα στον τοπικό και εθνικό τύπο. Αρχικά, ο τοπικός τύπος αντιμετώπισε την υπόθεση υπό το πρίσμα της τιμής και της παράδοσης και υποστήριζε τον «γάμο αποκατάστασης», που διαφορετικά, δηλαδή, η άρνηση γάμου, θα δημιουργούσε κοινωνικά προβλήματα στην κοινότητα του Άλκαμο. Δεν έλλειψαν και οι προπηλακίσεις και διαμαρτυρίες έξω από το δικαστήριο εναντίον της Φράνκα, αφού με τη στάση της αυτή κινδύνευαν να διαρραγούν αρχέγονοι κοινωνικοί κανόνες και έθιμα στη Σικελία. Οι απειλές θανάτου δεν έλειψαν, αναγκάζοντας την οικογένεια Βιόλα να ζει υπό αστυνομική προστασία.
Η δήλωση της Φράνκα «δεν είμαι ιδιοκτησία κανενός, κανείς δεν μπορεί να με αναγκάσει να αγαπήσω κάποιον που δεν σέβομαι, η τιμή χάνεται σε όποιον κάνει κάποιες πράξεις και όχι σε όποιον τις υφίσταται», έμελλε να συγκλονίσει την ιταλική κοινωνία και να θέσει επί τάπητος την αμφισβήτηση του «Νόμου αποκατάστασης».
Μεγάλες εφημερίδες, όπως η Corriere della Sera και η La Stampa, παρουσίαζαν το θέμα ως κοινωνικό ζήτημα δικαιοσύνης και παρουσίαζαν την υπόθεση ως σύγκρουση ανάμεσα στη σικελική παράδοση με ένα σύγχρονο κράτος δικαίου. Η υπόθεση έλαβε διαστάσεις σε εθνικό επίπεδο με ανταποκρίσεις για την εξέλιξη της δίκης. Ο τύπος εκθείαζε τη θαρραλέα στάση της Φράνκα, ασκούσε κριτική στο νόμο 544 και άνοιξε δημόσια συζήτηση για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Η μεγάλη αυτή δημοσιότητα ενθάρρυνε την οικογένεια να αντέξει τις κοινωνικές πιέσεις και απειλές, συνέβαλε στη σκληρή καταδίκη των δραστών και απετέλεσε ένα από τους παράγοντες που οδήγησαν αργότερα στην κατάργηση του «νόμου αποκατάστασης» στην Ιταλία το 1981.
Τελικά, το Δεκέμβριο του 1966 το δικαστήριο καταδίκασε το Φίλιππο σε 11 χρόνια φυλάκισης, αποφυλακίσθηκε το 1976 και δύο χρόνια αργότερα βρέθηκε νεκρός στη Μόντενα.
Η Φράνκα παντρεύτηκε το 1968 τον παιδικό της φίλο Γκιουζέπε. Ο τότε Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, Τζουζέπε Σαραγάτ, απέστειλε στο ζευγάρι ένα γαμήλιο δώρο για να εκφράσει στη Φράνκα την αλληλεγγύη του και τη συμπάθεια των Ιταλών.
Την ίδια χρονιά, το ζευγάρι έγινε δεκτό σε ιδιωτική ακρόαση από τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄, ο δε Υπουργός Μεταφορών απέστειλε κάρτα ελευθέρας χρήσης στο ζεύγος για ένα χρόνο σε όλα τα τρένα της Ιταλίας.
Στις 8 Μαρτίου 2014, ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, Τζόρτζιο Ναπολιτάνο, απένειμε στη Φράνκα το παράσημο του Μεγάλου Ταξιάρχη του Τάγματος της Αξίας της Ιταλικής Δημοκρατίας, με τη μνεία «για τη θαρραλέα στάση της να αρνηθεί το ‘γάμο αποκατάστασης’, στάση που απετέλεσε ένα θεμελιώδη σταθμό στην ιστορία της γυναικείας χειραφέτησης στη χώρα μας».
Η ιστορία της Φράνκα γυρίστηκε σε ταινία το 1970, με πρωταγωνίστρια την Ορνέλλα Μούτι στην πρώτη της εμφάνιση στο κινηματογράφο (Η πιο όμορφη σύζυγος ‘La moglie piu bella’), όπως και άλλες ταινίες και ντοκιμαντέρ βασισμένα στην ιστορία της.
Η Φράνκα και ο Γκιουζέπε απέκτησαν δύο παιδιά και μένουν σήμερα στo Άλκαμο της Σικελίας.
Βασικές πηγές :
https://www.enciclopediadelledonne.it/edd.nsf/biografie/franca-viola
https://www.storicang.it/a/quando-il-nodi-franca-viola-cambio-litalia-delledonne_17086
https://archivio.corriere.it/Archivio/i-percorsi/franca-viola-nozze-riparatrici-codicedonne-122016.shtml
https://acs.cultura.gov.it/franca-viola-laragazza-che-disse-no/