Ο Μιχάλης Κατσαρός υπήρξε μία από τις πιο ανυπότακτες και αιχμηρές φωνές της νεοελληνικής ποίησης.
Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονο πολιτικό και υπαρξιακό τόνο, με λόγο συχνά προφητικό, ασυμβίβαστο και βαθιά ανθρώπινο. Παράξενα τραγική και αντιφατικά δερματική, η προσωπικότητα και ο βίος του ποιητή που φιλοδόξησε να «Κάνει τη ζωή των Ελλήνων με λέξεις» δύσκολα και παρακινδυνευμένα σκιαγραφείται.
Με αυτήν την επισήμανση ξεκινά το κείμενο του Γιώργου Μπαλούρδου στο περιοδικό Οδος Πανος, τεύχος 19 Μάιος – Αύγουστος 1989, κείμενο με τίτλο «Η παράξενα τραγική ζωή και ποίησή του Μιχάλη Κατσαρού». Ένας διαλυμένος ψυχικά πρίγκηπας, προσθέτει, που εγκλωβίστηκε στην οραματική μοναξιά του και αυτοπαγιδεύτηκε στους ονειροπόλους δαιδάλους του ανήσυχου μυαλού του, τρομαγμένος και μάλλον ανήμπορος να εξηγήσει πως γινεται και περισσεύει στη ζωή πάντα το άδικο.
Ο Κατσαρός δεν καταδέχτηκε να μετατραπεί σε ένα ωραίο ακροκέραμο, τοποθετημένο στο πάνθεο των καλλιτεχνικών σαλονιών. Συνειδητά και πεισματικά κατασκυβάλισε την ίδια του την ποίηση, αποδιοργάνωσε τη φόρμα της, έσπασε τους ιστούς της επιδιώκοντας να μας δώσει μια γραφή όχι τόσο αμυντική, όσο επιθετική. Η ποιητική πρόταση του Μιχάλη Κατσαρού, είναι μια πράξη επίθεσης ενάντια στην κοινωνία, στον πολιτισμό της, στις αξίες της, στις σαθρές αναφορές της, στις συντηρητικές επιλογες και ιδεολογίες της, είναι μια επιθετική γραφή ενάντια στον συλλογικό, θεοληπτικο υπνοβατισμο των πολιτών της.
«Είχα πει και παλιότερά ότι η δημιουργική έμπνευση προέρχεται από μιαν άσχετη από την ποίηση ή από το γράψιμο αιτία». Σημειώνει ο Μιχαλης Κατσαρος σε κείμενο του στο περιοδικό Νεα Εστια τον Μάιο του 1993. «Σήμερα», συνεχίζει ο Μ. Κατσαρος. «θεωρώ έμπνευση για τον ποιητή να σηκώνεται μ ένα λάβαρο όταν βλέπει τη ζωή να καταλύεται, όταν βλέπει τη ζωή να μαζικοποιείται , στους πέντε ανέμους να μην βρίσκεται τίποτα, να σηκώνεται με ένα λάβαρο και να λέει προς τη ζωή του ποιητή, ή την άλλη ζωή, γενικά σε όλη τη ζωή, να μιλάει και να λέει και να δειχνει το δρόμο, το σωστό δρόμο.
Αυτό χρειάζεται να κάνει ο ποιητής, όταν βλέπει ένα βίο ανθρώπων να πέφτει από το βάθρο του, και αυτό το λέω δημιουργική έμπνευση. Αυτός ο δρόμος που δείχνει ο ποιητής, έχει αιτία την αφύπνιση του όντος που κατοικεί μέσα στον ποιητή και που είναι η ζωή. Μπορούμε να πούμε ότι ο ποιητής, είναι αυτός που πηγαίνει προς το λαό του με όλο του το ρυθμό και το μέτρο για να του πει: « σήκω λαέ, από εκεί που πηγαίνεις, προχώρησε και διατήρησε τη ζωή σου, γιατί αν δε την διατηρήσεις, δεν ξέρεις τι ακριβώς σε περιμένει. Αν διατηρήσεις αυτό που έχεις, αν δεν είσαι συντηρητής του βίου σου, τότε ο βίος σου, εσύ ο ίδιος που έχεις το βίο, βαδίζεις σε καταστάσεις άσχετες από την ίδια σου την ιδιοσυγκρασία, βαδίζεις προς την κόλαση της ύπαρξης σου»
Ο Κατσαρός εντυπωσίαζε με την επιβλητική παρουσία του, παρα την αδυσώπητη πενία που τον κατάτρεχε όλα του τα χρόνια. Γράφει ο Δημήτρης Τσιμιτάκης στο βιβλίο του «Μ Κατσαρος- Πρίγκηπας Ανδαλουσίας- Κυπαρισσίας». Τα τριμμένα ρούχα του, προσθέτει, τα στραβοπατημένα παπούτσια, γίνονταν πορφυρός μανδύας και σανδάλια αυτοκρατορικά, κάθε φορά που ο λόγος του ξεχυνόταν και τα μάτια του άστραφταν, παρ΄ολο που ήταν, σχεδόν πάντα, κρυμμένα πίσω από χοντρά, μαύρα, η καφετιά, γυαλιά.
Λόγος μεστός, δηκτικός, σατυρικός, πικρός, διφορούμενος, στομφώδης πολλές φορές, μα ποτέ άδειος. Λόγος δουλεμένος στα «εργοστάσια» της επικράτειας του… Ένα στενόχωρο υπόγειο κοντά στον Κηφισό, οπου ζούσε μαζί με τον υπηρέτη του τον Αρμανδο. Έναν μικρό σκαντζόχοιρο, στον οποίο εξασφάλιζε πάντα τροφή, έστω κι αν δεν ειχε φροντίσει για τη δική του
.
