
Δημιουργός πολύπλευρος, με τραγούδια σημαντικά που έλκουν την καταγωγή τους από την λαϊκή μουσικής μας παράδοση, ο Μάνος Λοιζος προίκισε το ελληνικό τραγούδι με έργο πηγαίο, αληθινό και γνήσιο. Ο Λοΐζος ήταν ο καλλιτέχνης με ήθος δημιουργού και η κοινωνική και πολιτική του στάση ήταν συνεπής με το έργο του και τη ζωή του.
«Ο Μάνος Λοιζος», έχει πει ο Θεοδωράκης, «Δεν ήταν πλατάνι ή βαλανιδιά. Ήταν μια πλαγιά με πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ όσο θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του Άνθρωπου».
«Δεν ξέρω πως γίνεται», έλεγε ο Λοίζος σε φίλους του λίγο πριν φύγει από τη ζωή, «όμως κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου, όλη μου η ζωή σαν ένα φιλμ περνάει μπρος μου. Κι όλα όμορφα είναι. Συναυλίες, ηχογραφήσεις , παρέες , εκδρομές με φίλους, όλα όμορφα είναι, όμως εκείνο που κατέχει περίοπτη θέση σε ολο αυτό το σκηνικό, είναι αυτό το τηλεγράφημα που έλαβα στο Γενικό κρατικό νοσοκομείο σε μια από τις νοσηλείες μου. Ένας ανώνυμος εργάτης, μπήκε στον κόπο να μου στείλει ένα τηλεγράφημα .Το εχω στο πορτοφόλι μου φυλαγμένο».
Ιδού η επιστολή
Προς Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο. Προς ασθενή Μάνο Λοιζο – συνθέτη
«Είμαι ένας ανώνυμος εργάτης που εσύ τον έκανες επώνυμο και σου εύχεται καλή ανάρρωση για να συνεχίσουμε τον δρόμο που χαράξαμε από κοινού»
«Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί μέσα στο δρόμο αυτής της σχολής μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα» υπογράμμιζε ο Λοιζος, «Αλλά το πιο σπουδαίο είναι ότι η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά»
Κομβικό τραγούδι της διαδρομής του Λοιζου υπήρξε αναμφίβολα το «Δεν θα ξαναγαπησω» με τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου με τη φωνή του Στελιου Καζαντζιδη
Εδώ και η διήγηση του Καζαντζίδη, για την στιγμή της ηχογράφησης αυτού του τραγουδιού
«Ο Μανος ,μ ’ άφησε μόνο στην αίθουσα ηχογράφησης και ανέβηκε δίπλα στον ηχολήπτη για να παρακολουθήσει την ηχογράφηση. Το τραγούδησα από μια φορά μόνο. Όταν τον ρώτησα αν είναι ευχαριστημένος από την ερμηνεία μου, μου είπε τη λέξη «τελειώσαμε». «Τι άλλο να πεις, ρε Στέλιο». Τα χρόνια πέρασαν και το Μανο τον ξανασυνάντησα σε μια ταβέρνα καπου στη Νεα Ιωνία, και ποσο ευγενικά μου ζήτησε θυμάμαι να του τραγουδήσω «Το Σαββατόβραδο» του Μίκη Θεοδωράκη και του Τάσου Λειβαδίτη. Πως να το πω Μάνο μου εδώ όπως βλέπεις δεν έχει ουτε κιθάρα. Τότε ο Λοιζος έτρεξε κι έφερε από το αυτοκίνητό του την δωδεκάχορδη κιθάρα του, που την κουβαλούσε πάντα μαζί του. Του τραγούδησα το Σαββατόβραδο κι έκανε σαν μικρό παιδί απ’ τη χαρά του. »
«Ο Μανος» θα πει Τασος Λειβαδίτης, « Ήταν ένας από τους πιο εγκάρδιους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή. Με κείνο το υπέροχο χαμόγελο, με το χιούμορ του, με τις διεισδυτικές παρατηρήσεις πάνω στην μουσική αλλά και γενικότερα σε πλήθος ανθρωπινά προβλήματα, σε γοήτευε από την πρώτη στιγμή».
«Αν ζουσε ο Λοιζος», σημειώνει ο Φωντας Λαδης, «θα μας βοηθούσε ως στάση Ζωής, θα μας βοηθούσε με τον τρόπο που δούλευε, με την αποφυγή του θορύβου, της υπέρμετρης προβολής, της πάνω από το μέτρο δημοσιότητας, και με την καθοδήγηση και το κατευνασμό της μελωδίας του»