Το μεγάλο «αντίο» στη σπουδαία ερμηνεύτρια, Μαρινέλλα, η οποία έφυγε από τη ζωή, το Σάββατο 28 Μαρτίου, σε ηλικία 88 ετών, θα πουν, σήμερα, Τρίτη, 31 Μαρτίου, φίλοι, συγγενείς και θαυμαστές.
Η σορός της, όπως ανακοίνωσε η οικογένεια της, θα βρίσκεται (8.00 με 13:00) σε λαϊκό προσκύνημα στον Ιερό Ναό Παναγίας Γοργοεπηκόου και Αγίου Ελευθερίου (γνωστός και ως μικρή Μητρόπολη), ενώ θα ακολουθήσει (14:00) η εξόδιος ακολουθία στη Μητρόπολη.
«Η ταφή θα πραγματοποιηθεί σε στενό οικογενειακό κύκλο. Παράκληση, αντί στεφάνων, να γίνουν δωρεές στη “Φλόγα”, Σύλλογο Γονιών Παιδιών με Νεοπλασματική Ασθένεια», καταλήγει η ανακοίνωση της οικογένειας.
Η Μαρινέλλα έφυγε από τη ζωή, αφού ταλαιπωρήθηκε, για σχεδόν έναν χρόνο, μετά από σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Όλα ξεκίνησαν το βράδυ της Τετάρτης 25 Σεπτεμβρίου 2024, όταν, κατά τη διάρκεια συναυλίας της στο Ηρώδειο, και, ενώ ερμήνευε το τρίτο κατά σειρά τραγούδι του προγράμματός της, άρχισε να παραλύει μέχρι που κατέρρευσε. Αμέσως, της δόθηκαν οι πρώτες βοήθειες, μεταφέρθηκε στα καμαρίνια, όπου ανέκτησε τις αισθήσεις της και, σχεδόν μια ώρα μετά, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου διαγνώσθηκε με σοβαρό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Η Κυριακή που έγινε σταρ
Γεννημένη στις 19 Μαΐου 1938 στη Θεσσαλονίκη, ως Κυριακή Παπαδοπούλου, ξεκίνησε από πολύ νωρίς την επαφή της με τη μουσική και γρήγορα πέρασε στο επαγγελματικό τραγούδι.
Η φωνή της ξεχώριζε πάντα για την καθαρότητα ενός σπάνιου μουσικού μετάλλου, με μοναδική έκταση και μία εντελώς χαρακτηριστική χροιά. Πάνω απ’ όλα, όμως, η Μαρινέλλα διακρίθηκε για την καθαρά προσωπική της εκφραστικότητα, την αγέρωχη στάση του σώματος, το τίναγμα του κεφαλιού, την κίνηση των χεριών, τόσο στις ζωντανές εμφανίσεις της όσο και στις ηχογραφήσεις της. Κυκλοφόρησε πολλά προσωπικά άλμπουμ, τα περισσότερα εκ των οποίων γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία.
Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής πορείας της, είχε συνεργαστεί με σπουδαίους συνθέτες και μουσικούς, όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Γιάννης Πουλόπουλος, ο Στράτος Διονυσίου, ο Στέφανος Κορκολής, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Βασίλης Δημητρίου, ο Γιώργος Χατζηνάσιος, ο Μίμης Πλέσσας κ.ά. Έχει εμφανιστεί σε 18 ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, ερμηνεύοντας τα τραγούδια της, ενώ έχει παίξει στην τηλεοπτική σειρά «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες», που προβλήθηκε στην ΕΤ-1 και αποτελεί μεταφορά στη μικρή οθόνη του ομότιτλου βιβλίου του Γιάννη Ξανθούλη.
Με τον Καζαντζίδη
Η καθοριστική καμπή ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του ΄50, όταν γνωρίστηκε και συνεργάστηκε με τον Στέλιο Καζαντζίδη, με τον οποίο συνδέθηκε και προσωπικά. Μαζί γνώρισαν τεράστια επιτυχία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ερμηνεύοντας τραγούδια σπουδαίων δημιουργών.
Ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα γνώρισαν απίστευτη δόξα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό -τραγούδησαν στην Αμερική και στην Αυστραλία-, ενώ ηχογράφησαν τραγούδια σε πρώτη και δεύτερη εκτέλεση. Οι διφωνίες που έκαναν μαζί αποτελούν ακόμη και σήμερα αντικείμενο θαυμασμού, προσοχής και μελέτης.
Ερμήνευσαν τραγούδια των Θεόδωρου Δερβενιώτη, Απόστολου Καλδάρα, Γιάννη Μαρκόπουλου, Βασίλη Τσιτσάνη, Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, Κώστα Βίρβου κ.ά. Τον Μάρτιο του 1961, στο θέατρο «Κεντρικόν», ερμήνευσαν 4 τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, σε ποίηση Νίκου Γκάτσου (τα δύο πρώτα) και 6 του Μίκη Θεοδωράκη από τον κύκλο τραγουδιών «Πολιτεία», σε ποίηση Δημήτρη Χριστοδούλου και Τάσου Λειβαδίτη.
Με τον Μίκη Θεοδωράκη συνεργάστηκαν ξανά το 1962 στο θέατρο Παρκ, στη θεατρική παράσταση «Όμορφη πόλη», σε κείμενα του θεατρικού συγγραφέα Μποστ, ενώ ερμήνευσαν το τραγούδι: «Φεύγω με πίκρα στα ξένα», σε μουσική Στέλιου Καζαντζίδη και στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, στην κινηματογραφική ταινία του Κώστα Στράντζαλη «Κλάψε φτωχή μου καρδιά».
Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα παντρεύτηκαν στις 7 Μαΐου του 1964. Στις αρχές του 1965, ο Καζαντζίδης πήρε την απόφαση να σταματήσει τις εμφανίσεις του. Χώρισαν τον Σεπτέμβρη του 1966, ενώ συναντήθηκαν δισκογραφικά για τελευταία φορά το 1968, ηχογραφώντας έναν κοινό δίσκο 33′ στροφών.
Η σχέση της με τον Καζαντζίδη παρέμεινε βαθιά και μετά τον χωρισμό τους. Τον χαρακτήριζε ως τον μεγαλύτερο δάσκαλό της, αναγνωρίζοντας την αυθεντικότητα και την απλότητα της ερμηνείας του.
Το 1966, η Μαρινέλλα, μόνη της πλέον, προσπαθεί να στήσει μια προσωπική καριέρα. Ο Γιώργος Κατσαρός ήταν ο πρώτος που τη βοήθησε, και στη συνέχεια ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μάνος Λοΐζος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Άγγελος Σέμπος και ο Μίμης Πλέσσας.
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της Μαρινέλλας ήταν το τραγούδι «Σταλιά – σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα, σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη, που κυκλοφόρησε το 1968 και το οποίο, αρχικά, προοριζόταν να το πει η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια».
Οι πρωτιές που καθιέρωσε
Η Μαρινέλλα ήταν η πρώτη τραγουδίστρια που σηκώθηκε από την καρέκλα και τραγουδούσε όρθια μπροστά στους θαμώνες.
Έκοψε αγορίστικα τα μαλλιά της.
Φόρεσε παντελόνι.
Έφερε ασύρματο μικρόφωνο από το εξωτερικό, αν και ακριβά για την εποχή, προκειμένου να κυκλοφορεί ανάμεσα στο κοινό, όπως και τουαλέτες από διάσημους οίκους της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Καθιέρωσε σποτάκια και ντίσκο-μπάλες στα μαγαζιά, δίνοντάς τους λάμψη άγνωστη μέχρι τότε, όπως και τραπεζομάντιλα στα τραπέζια.
Καθιέρωσε τα καμαρίνια.
Αντικατέστησε το σπάσιμο των πιάτων με το πέταγμα λουλουδιών και, συγκεκριμένα, γαρδένιες.
Απαίτησε και πέτυχε ρεπό στους μουσικούς και, μάλιστα, επ’ αμοιβή.
Ήταν η πρώτη Ελληνίδα τραγουδίστρια που πήγε στην Αλβανία, το 1977, με το άνοιγμα των συνόρων, και η πρώτη που πήγε στην Κύπρο, και μάλιστα πριν από το πραξικόπημα.
Ήταν η πρώτη τραγουδίστρια που από τις λαμπερές πίστες πέρασε στις μπουάτ της Πλάκας, διεκδικώντας και κερδίζοντας με μεγάλη επιτυχία ένα άλλο είδος τραγουδιού.
Με τον Τόλη
Στη συνέχεια, η προσωπική και καλλιτεχνική της ζωή σημαδεύτηκε και από τη σχέση της με τον Τόλη Βοσκόπουλο, με τον οποίο συνεργάστηκε και επί σκηνής και στη δισκογραφία.
Τον Νοέμβριο του 1973, η Μαρινέλλα παντρεύτηκε τον Τόλη Βοσκόπουλο. Ο γάμος τους ήταν ιδιαίτερος από πολλές απόψεις.
Δεν έγινε ούτε στη Μητρόπολη Αθηνών ούτε σε κάποιο γραφικό ξωκλήσι, αλλά στο σπίτι της στο Παγκράτι. Οι νεόνυμφοι πήραν ειδική άδεια από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Ξεχωριστές ήταν, επίσης, οι ενδυματολογικές τους επιλογές.
Η Μαρινέλλα φορούσε τζιν, γιλέκο και φούστα μακριά και ο Βοσκόπουλος, επίσης, τζιν παντελόνι. Με τον Βοσκόπουλο, η Μαρινέλλα ηχογράφησε το «Εγώ κι εσύ» το 1974, το οποίο έκανε ρεκόρ πωλήσεων. Το 1981, χώρισαν.
Η εγκυμοσύνη της Μαρινέλλας
Το 1973, αποκτά τη μονάκριβη κόρη της, Τζωρτζίνα Σερπιέρη, από τον ιταλικής καταγωγής πρωταθλητή της ιππασίας και επιχειρηματία, Φρέντυ Σερπιέρη, και σχολιάζεται ποικιλοτρόπως από τον Τύπο, αφού το να είναι ανύπαντρη μάνα – και μάλιστα μία μεγάλη σταρ, όπως είναι η Μαρινέλλα – ήταν θέμα ταμπού για την ελληνική κοινωνία.
«Ήμουν τόσο τολμηρή -έλεγε- για την εποχή μου. Να βλέπεις μια γυναίκα με την κοιλιά να τραγουδάει. Δεν έδωσα ποτέ καμία σημασία. Ζούσα για αυτό το παιδί και δεν με ενδιέφερε τίποτε. Ο κόσμος το ήξερε. Δεν βγήκα ποτέ να πω ποιος, πώς, τι, ποτέ. Ήξερε ο κόσμος για μια σχέση που είχα. Δεν το έκρυψα, δεν μπήκα στο κουκούλι μου. Βγήκα και είπα «αυτή είμαι».
Με δέχτηκε ο κόσμος έτσι ακριβώς όπως ήμουν, με αγάπησε πιο πολύ, μπορώ να πω. Θάρρος ήθελε. Η κοινωνία τότε δεν μπορούσε να το δεχτεί. Θα μπορούσε να πει “Σαν δεν ντρέπεται”. Ήθελε τόλμη. Ήμασταν δύο τότε που το τολμήσαμε. Εγώ και η Έλενα Ναθαναήλ».
Το 1974, ήταν μια αξέχαστη χρονιά για τη Μαρινέλλα. Έγινε η τραγουδίστρια που εκπροσώπησε για πρώτη φορά την Ελλάδα στο διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision, με το πασίγνωστο τραγούδι «Κρασί, Θάλασσα και τ’ Αγόρι μου». Συγκέντρωσε μόλις 7 βαθμούς και πλασαρίστηκε στην 11η θέση ανάμεσα σε 17 χώρες που συμμετείχαν τότε.
Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της παρέμεινε ενεργή, δίνοντας συναυλίες και συμμετέχοντας σε μεγάλες παραγωγές. Σε συνεντεύξεις της, τόνιζε ότι δεν ένιωθε «μύθος», αλλά μια εργατική τραγουδίστρια με πείσμα και αφοσίωση.
«Όλα αυτά τα χρόνια, δήλωνε στον Βύρωνα Κρίτζα, τον Οκτώβριο του 2023, είναι δυνατόν το κοινό μου να είναι το ίδιο; Έχουν πεθάνει όλοι οι παλιοί μου ακροατές και όλοι οι παλιοί μου φίλοι. Μην κοιτάς που εγώ ζω και υπάρχω. Χτύπα ξύλο… Λοιπόν. Εγώ υπάρχω. Γιατί θέλω να υπάρχω. Τώρα, αν με κουράζουν τα “μύθος”, “ντίβα” κ.ά… Δεν θα πω τη λέξη “κουράζουν”. Με αφήνουν παντελώς αδιάφορη. Δεν μου άρεσαν ποτέ όλοι αυτοί οι υπέρτιτλοι: “ντίβα”, “Εκάβη”, “θεά…”.
Είμαι μια απλή τραγουδίστρια, που προσπαθεί εκεί πάνω να είναι καλή. Αν κατάφερα κάτι, είναι να ανεβαίνω σιγά σιγά, έστω και μισό σκαλοπατάκι κάθε φορά. Ανά περιόδους, το κοινό πήγαινε σωρηδόν σε έναν καλλιτέχνη και τον ανέβαζε στα ύψη. Μιλάω γι’ αυτό που έγινε στην Αλίκη, στον Βοσκόπουλο, στον Ξανθόπουλο. Εγώ δεν έγινα ποτέ μόδα. Είχα πολύ και σταθερό κόσμο. Υπήρχε μια κατάθεση».
Η απόλυτη μεταμόρφωση στον προαύλιο χώρο της Ιεράς Μονής Τοπλού
Ήταν απίστευτη η μεταμόρφωσή της όταν ανέβαινε στη σκηνή. Λίγο μόλις καιρό πριν τη μοιραία εκείνη βραδιά του Ηρωδείου, τον Ιούλιο του 2024, είχα την τύχη -αναφέρει η Αναστασία Κουκά στο prototheme.gr- να βρεθώ στη συναυλία που έδωσε στο προαύλιο χώρο της Ιεράς Μονής Τοπλού, η οποία βρίσκεται λίγο έξω από την Σητεία. Δύσκολη η διαδρομή για να φθάσει κανείς εκεί, με ανηφόρα και πολλές στροφές.
Η ίδια, λοιπόν, εξομολογήθηκε στον κόσμο που είχε πάει για να την ακούσει πως ταλαιπωρήθηκε στον δρόμο: «Τελειώσαν οι στροφές;» ρωτούσα. «Όχι», μου έλεγαν, «έχει λίγες ακόμα». Λέω: «παιδιά, το στομάχι μου πάει κι έρχεται. Μέχρι που να φτάσουμε, μέχρι που να κάνουμε λίγη πρόβα, μέχρι που να τραγουδήσω, δεν με βλέπω καλά». Πράγματι, οι άνθρωποι που την υποδέχτηκαν είδαν μια ταλαιπωρημένη ηλικιωμένη γυναίκα. Κάποιοι ανησύχησαν μήπως δεν καταφέρει να τα βγάλει πέρα με τη συναυλία.
«Κι όμως, τη στιγμή που πάτησε το πόδι της στη σκηνή, η ίδια αυτή γυναίκα μεταμορφώθηκε σε ένα πλάσμα χωρίς ηλικία, γεμάτο ζωή και διάθεση, που τραγουδούσε με φωνή ανέγγιχτη από το χρόνο τις μεγάλες επιτυχίες της, χόρευε, μιλούσε κι αστειευόταν με τον κόσμο, σάρωνε τη σκηνή επί μιάμιση ώρα.
Όταν τελείωσε η συναυλία ήταν τόσο κουρασμένη που δεν κάθισε καν για φαγητό. Για μια ακόμη φορά τα είχε δώσει όλα. Ε, λοιπόν, αυτό σημαίνει σταρ!»
Όταν η μεγάλη ερμηνεύτρια μιλούσε στην «Π»
Η Ελληνίδα ερμηνεύτρια, σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Πατρίς» και στο patris.gr, στην Αντωνία Κουτσάκη, είχε δηλώσει ότι ήταν επαναστάτρια με τον τρόπο της, κάτι που το αποδείκνυε μέχρι και την τελευταία μέρα της ζωής της.
Δείτε τη συνέντευξη που έδωσε τον Σεπτέμβριο του 2022, με αφορμή την επικείμενη συναυλία της με τη Νατάσσα Θεοδωρίδου:
«Κλείνετε 65 χρόνια παρουσίας στην ελληνική μουσική σκηνή. Ποιοι άνθρωποι, τραγουδιστές και συνθέτες ήταν οι σταθμοί σας;
Αναμφισβήτητα, ο Στέλιος Καζαντζίδης, που ήταν για μένα μεγάλο σχολείο και κοντά του έμαθα τόσα πολύτιμα πράγματα για τη δουλειά μου. Αργότερα, ο Θεοδωράκης, ο Πλέσσας, ο Κατσαρός, ο Πυθαγόρας, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και άλλοι σπουδαίοι δημιουργοί, που ερμήνευσα τραγούδια τους και που τα κρατάω σαν πολύτιμα κειμήλια.
Ζήσατε και δουλέψατε δίπλα σε πραγματικούς μύθους της ελληνικής μουσικής. Πώς τα καταφέρατε και αποκτήσατε το δικό σας αυτόνομο φως;
«Δεν υπάρχουν “συνταγές” για το πώς τα κατάφερα. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι όσο ήμουν δίπλα σε αυτούς όλους τους σπουδαίους ανθρώπους, προσπαθούσα να τους ακούω προσεκτικά, να αφομοιώνω τις γνώσεις που μου μετέδιδαν και να τις κάνω δικές μου. Από πολύ μικρή ήμουν φύση ανήσυχη, αναζητούσα πάντα κάτι διαφορετικό».
Είστε πρωτοπόρος και επαναστάτρια στα ευρύτερα μουσικά μας πράγματα. Σηκωθήκατε πρώτη από την καρέκλα, όταν όλες οι γυναίκες συνάδελφοί σας κάθονταν στο πάλκο, απαγορέψατε το σπάσιμο, βάλατε παντελόνια, όμορφα φορέματα, όπως είχατε πει «πράγματα αδιανόητα για την εποχή». Τι σας ωθούσε να ανοίγετε το δικό σας κάθε φορά μονοπάτι στη ζωή;
«Τι να σας πω; Ίσως γιατί από πολύ μικρή ήμουν φύση ανήσυχη, αναζητούσα πάντα κάτι διαφορετικό, ήμουν επαναστάτρια με τον τρόπο μου. Αυτός φαντάζομαι ήταν και ο λόγος που έκανα τόσο πρωτοποριακά πράγματα για την εποχή μου».
Ξεκινήσατε την επαγγελματική σας πορεία ως ηθοποιός και οι περισσότεροι σας είδαμε στην τηλεόραση στον καθηλωτικό ρόλο της Μαρίκας Σουέζ στο «Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες». Αν σας γινόταν τώρα μια πρόταση που θα πληρούσε τα κριτήριά σας, θα επιστρέφατε στην τηλεόραση ή το θέατρο;
«Ποτέ δεν λέω “ποτέ”. Σίγουρα, αν μου παρουσίαζαν μια ενδιαφέρουσα πρόταση, είτε στο θέατρο είτε στην τηλεόραση, θα τη συζητούσα».
Αν κάποιος σας ζητούσε την ντριμ τιμ με συναδέλφους σας, ποιους θα βάζατε μέσα;
«Καταλαβαίνετε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να περιγράψω εγώ την ελληνική ντριμ τιμ. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι και στη δική μου γενιά, αλλά και σήμερα, υπήρξαν και υπάρχουν πολύ σημαντικοί καλλιτέχνες, με σπουδαίες φωνές, πολύ αξιόλογες δουλειές και είχα την τύχη να συνεργαστώ με τους περισσότερους από αυτούς, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια».
Εκτός από τις συναυλίες σας στην Κρήτη γνωρίζετε το νησί μας αλλιώς;
«Δυστυχώς, κάθε φορά που έρχομαι στην Κρήτη είναι για δουλειά και ο χρόνος μου είναι περιορισμένος».
«Όταν λένε “μύθος”, “μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού”, “εθνικό θησαυρό”, το “φαινόμενο Μαρινέλλα” κλπ., αλήθεια τι σκέφτεστε;
«Ειλικρινά δεν σκέφτομαι τίποτα. Ήδη, το έχω πει επανειλημμένα ότι αυτοί οι τίτλοι δεν με ενδιαφέρουν και δεν με καθορίζουν και το μόνο που πραγματικά με ενδιαφέρει είναι η ουσιαστική επαφή μου με τον κόσμο.
